Η εισβολή των γερμανικών στρατευμάτων στην Ελλάδα στις 6 Απριλίου 1941

Οι Γερμανοί, τα ξημερώματα της 6ης Απριλίου του 1941, ξεκίνησαν την επίθεση ταυτόχρονα στα ελληνικά εδάφη και στη νότια Γιουγκοσλαβία, με την κωδική ονομασία της επίθεσης «Επιχείρηση Μαρίτα».

Η ελληνική κυβέρνηση ασφαλώς και περίμενε την επίθεση των Γερμανών καθώς οι Άγγλοι την είχαν προειδοποιήσει από τις 3 Ιανουαρίου 1941, ότι δηλαδή η Γερμανία συγκέντρωνε τα στρατεύματά της στη Ρουμανία. Ήδη στις 17 Μαρτίου βρετανικές, αυστραλιανές και νεοζηλανδικές δυνάμεις είχαν προωθηθεί στον Αλιάκμονα μετά από σχετικό αίτημα του Ιωάννη Μεταξά και παρατεταμένες συζητήσεις με την ελληνική κυβέρνηση για να ενισχύσουν την ελληνική άμυνα, αλλά και να ενθαρρύνουν τη Γιουγκοσλαβία να συμμετάσχει στον πόλεμο στο πλευρό των Συμμάχων.

H αρχή της επίθεσης

Όταν επιτέθηκαν οι γερμανικές δυνάμεις στη Μακεδονία και τη Θράκη, τα ελληνικά στρατεύματα στα οχυρά της «Γραμμής Μεταξά» άντεξαν επί τρεις ημέρες. Η κατάσταση όμως στο μέτωπο της Μακεδονίας άλλαξε ριζικά, όταν τα γερμανικά στρατεύματα διέσπασαν τις γιουγκοσλαβικές γραμμές και προέλασαν προς τα Σκόπια και το Μοναστήρι.

Στις 8 Απριλίου η άμυνα στη Γιουγκοσλαβία κατέρρευσε και οι Γερμανοί κυρίευσαν τη Δοϊράνη και την περιοχή μεταξύ Δοϊράνης και Αξιού. Έτσι, άνοιξε ο δρόμος προς τη Θεσσαλονίκη, την οποία οι Γερμανοί κατέλαβαν στις 9 Απριλίου.

Το μεσημέρι της ίδιας ημέρας υπογράφηκε το πρωτόκολλο της συνθηκολόγησης από τον διοικητή του Τμήματος Στρατιάς Ανατολικής Μακεδονίας (ΤΣΑΜ) αντιστράτηγο Κ. Μπακόπουλο –χωρίς την εντολή του Γενικού Στρατηγείου– και τον διοικητή της 2ης Μεραρχίας Τεθωρακισμένων των Γερμανών ταξίαρχο Ντίτριχ.

Στις 10 Απριλίου κατέθεσαν τα όπλα οι ελληνικές δυνάμεις ανατολικά του Αξιού. Οι αξιωματικοί της V Μεραρχίας πληροφορήθηκαν αυτές τις εξελίξεις προς μεγάλη τους απογοήτευση, αλλά τις απέκρυψαν από τους οπλίτες για να διατηρήσουν υψηλό το ηθικό τους.



Υποχώρηση των ελληνικών στρατευμάτων από το αλβανικό μέτωπο

Τελικά, στις 12 Απριλίου διατάχθηκε η σύμπτυξη του ελληνικού στρατού στο αλβανικό μέτωπο, προκειμένου να ευθυγραμμιστεί με το μέτωπο της Μακεδονίας. Καθώς όμως ο γερμανικός στρατός προέλαυνε ήδη προς τη Θεσσαλία, ήταν ορατός ο κίνδυνος οι ελληνικές δυνάμεις του αλβανικού μετώπου να εγκλωβιστούν. Φαινόταν μάταιη η οποιαδήποτε αντίσταση, και εκδηλώθηκαν οι πρώτες λιποταξίες και τα πρώτα στασιαστικά φαινόμενα. Ξεκίνησαν, όπως φαίνεται, από τη Μεραρχία Κρήτης, η οποία πολεμούσε αδιάκοπα από τις αρχές Φεβρουαρίου και ήταν ιδιαίτερα εξαντλημένη, αλλά και εξαιρετικά ανήσυχη για το ενδεχόμενο αποκλεισμού της στην ηπειρωτική Ελλάδα.

Στις 15 Απριλίου ο διοικητής του Β΄ Σώματος Στρατού ανέφερε στον διοικητή του Τμήματος Στρατιάς Ηπείρου (ΤΣΗ) αντιστράτηγο Πιτσίκα ότι, όπως είχε δηλώσει ο ίδιος ο διοικητής της Μεραρχίας Κρήτης, «Δεν υπάρχει V Μεραρχία». Λιποταξίες και διαρροές παρουσιάστηκαν και στη XV Μεραρχία και γρήγορα γενικεύτηκαν σε όλο το Β΄ Σώμα Στρατού. Στις 17 Απριλίου εκδηλώθηκε επίσης στάση σε ναυτικές μονάδες.

Οι εισβολές αυτές των γερμανικών στρατευμάτων καθώς και η μάχη της Κρήτης, δεν αποσκοπούσαν βέβαια στο ξέπλυμα της ιταλικής ντροπής, αλλά στην απομάκρυνση των βρετανικών αεροπορικών βάσεων, οι οποίες θα μπορούσαν να απειλήσουν τις γερμανικές πετρελαιοπηγές, που ήταν απαραίτητες για μελλοντική επίθεση της Γερμανίας στη Ρωσία.

Ο Κοριζής, προσωρινός πρωθυπουργός της Ελλάδας μετά το θάνατο του Μεταξά, μην αντέχοντας το βάρος των συνθηκών αυτοκτόνησε στις 18 Απριλίου. Οι διεργασίες που ακολούθησαν για την εξεύρεση διαδόχου, οδήγησαν στην ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον ίδιο το βασιλιά Γεώργιο, μέχρις ότου ανέλαβε ο Εμμανουήλ Τσουδερός, ο οποίος και στενές σχέσεις με το Λονδίνο διατηρούσε και η κρητική του καταγωγή δημιουργούσε προϋποθέσεις για την εγκατάσταση της νέας κυβέρνησης στο νησί, του οποίου ο πληθυσμός ήταν αρνητικά διακείμενος προς το βασιλιά.

Παράλληλα, στις μονάδες της Ηπείρου παρατηρήθηκαν συμπτώματα απελπισίας και ηττοπάθειας από τους αλλεπάλληλους βομβαρδισμούς, την έλλειψη ανεφοδιασμού, τη σκληρή πείνα, αλλά και την απειλή αποκοπής από την ενδοχώρα. Όταν δόθηκε η εντολή υποχώρησης ήταν πια αργά, ο ελληνικός στρατός είχε αρχίσει να αποσυντίθεται, να απειθεί και να λιποτακτεί.

Οι Άγγλοι υποχωρούσαν σταδιακά μέχρι την οριστική αποχώρησή τους στα τέλη Μαρτίου για την Κρήτη και την Αίγυπτο. Μόνη λύση φάνταζε η εγκατάλειψη των θέσεων στην Αλβανία, παρόλο που είχαν κερδηθεί με σκληρούς αγώνες. Προκειμένου να αποφευχθεί η πλήρης διάλυση, η άτακτη φυγή ή μια ατιμωτική αιχμαλωσία, ο αντιστράτηγος Γ. Τσολάκογλου πρότεινε συνθηκολόγηση με τη Σωματοφυλακή του Α. Χίτλερ, παραβιάζοντας ανοιχτά τις διαταγές των ανώτερών του, αλλά με τη συναίνεση των δύο άλλων Σωμάτων στρατού. Οι Γερμανοί δέχτηκαν την πρόταση και το ίδιο βράδυ υπογράφηκε η ανακωχή, απαιτώντας νέα σαφέστερη διατύπωση όρων και ο Τσολάκολγου, παρά τις αρχικές του διαμαρτυρίες, τελικά υπέγραψε.

Οι ιταλικές αξιώσεις και το παρασκήνιο

Ο Μουσολίνι όταν πληροφορήθηκε για τις εξελίξεις της Ηπείρου, απηύθυνε αμέσως διάβημα στους Γερμανούς, επικαλούμενος δολιότητα των Ελλήνων και αιτούμενος ανακωχή από την πλευρά μας, παρόλο που η ιστορία αργότερα έδειξε ότι είχαν ήδη παραδοθεί στους Γερμανούς. Πράγματι, τα ιταλικά στρατεύματα εγκατέλειψαν την προηγούμενη παθητικότητά τους και προσπάθησαν να βγουν κερδισμένα από την ευνοϊκή συγκυρία, αδιαφορώντας για τις συστάσεις των Γερμανών για αδράνεια, όσο διαρκούσαν οι διαπραγματεύσεις. Γι’ αυτό οι Γερμανοί δεν επέτρεψαν την είσοδο των Ιταλών σε ελληνικό έδαφος και μόνο μετά την αναγκαστική υποχώρηση των τελευταίων αποφεύχθηκε η ένοπλη σύγκρουση των δύο «συμμάχων».

Στο μεταξύ ο Χίτλερ αξιώθηκε την εξάρτηση της συνθηκολόγησης από τη συμμετοχή των Ιταλών, γεγονός που εξόργισε τα ίδια τα γερμανικά στρατεύματα, τα οποία αρνήθηκαν να παραχαράξουν την ιστορία και απαιτούσαν ακριβή περιγραφή της στρατιωτικής κατάστασης. Ο Χίτλερ επιχείρησε να κατευνάσει τα πνεύματα, αλλά η απροσδόκητη αντίδραση του επιτελείου του τον επανέφερε σε μία παλιότερη αξίωση, να αφήσει δηλαδή τους Ιταλούς και τους Έλληνες μόνους τους και οι ίδιοι να κλείσουν το σύνορο στη γραμμή Πίνδου-Αχελώου. Οι Ιταλοί προσπάθησαν να οριστικοποιήσουν τις καταστάσεις, αλλά βρέθηκαν αντιμέτωποι από τη σθεναρή αντίσταση των Ελλήνων, οι οποίοι αρνήθηκαν κατηγορηματικά να αναγνωρίσουν ως νικητές και τους Ιταλούς.

Λίγο αργότερα ο Χίτλερ συνηγόρησε για την ικανοποίηση των ιταλικών αξιώσεων, ενώ στην ελληνική πλευρά τα πράγματα ήταν ακόμα ρευστά, καθώς ο Τσολάκογλου αρνήθηκε την παράδοση στους Ιταλούς, ωστόσο, τελικά υποχώρησε με την πρόφαση ότι ως αιχμάλωτος πολέμου υποχρεούνταν να υποταχθεί σε γερμανικές διαταγές.

Έτσι, στις 23 Απριλίου 1941 υπογράφηκε ένα τρίτο πρωτόκολλο συνθηκολόγησης, μέσα από το οποίο άρχισε να διαφαίνεται η γενική αντιπαλότητα όλων με όλους, στοιχείο που αποτέλεσε άλλωστε και το βασικό χαρακτηριστικό της Κατοχής.

Πηγές:

ert.gr
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΠΟΛΕΜΟΥ  ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΑΒΒΟΣ

«Ιστορική συγκυρία, εκπαιδευτική και δικαστική πραγματικότητα στη βόρεια και δυτική Πελοπόννησο την περίοδο 1941-1949 μέσα από αρχειακά (εκπαιδευτικά και δικαστικά) έγγραφα», ΚΟΚΚΙΝΑΚΗ ΔΗΜΗΤΡΑ

Φωτογραφία

 








Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο