Το Ρουμλούκι Ημαθίας και το έθιμο «Λαζαρίνες»

Ρουμλούκι ονομαζόταν στο παρελθόν η περιοχή της Μακεδονίας που διασχίζει ο ποταμός Αλιάκμονας. Συγκεκριμένα, το Ρουμλούκι απλωνόταν κάτω απ’ τις βόρειες παρυφές των Πιέριων μέχρι τα όρια του Βάλτου (λίμνη Γιαννιτσών) και κάτω από τα υψώματα της Βέροιας μέχρι το Καρασμάκι (Λουδίας) και τις εκβολές του Αλιάκμονα.

Στην αρχαιότητα η περιοχή αυτή αποτελούσε τμήμα της ομηρικής «Ημαθίης», άλλοτε της «πολυμήλου Βοττιαίας», άλλοτε πάλι της «Μακεδονικής γης», και αργότερα αποτέλεσε ρωμαϊκή επαρχία και στη βυζαντινή εποχή συμπεριλαμβανόταν στο δεύτερο Θέμα Μακεδονίας.

Η υποδούλωση της περιοχής στους Οθωμανούς

Η περιοχή του Ρουμλουκιού πέρασε στην κυριαρχία των Οθωμανών τον 14ο αιώνα. Οι Οθωμανοί φτάνοντας στην περιοχή του Βάλτου των Γιαννιτσών ονόμασαν αυτή την περιοχή Ρουμλούκι, καθώς εκεί κατοικούσαν μόνο Έλληνες, δηλαδή Ρωμιοί. Η λέξη, λοιπόν, Ρουμλούκι προέρχεται από τη σύνθεση δύο τουρκικών λέξεων 1. Ρουμ (Rum), που σημαίνει Έλληνας-Ρωμιός και 2. Λουκ (Luc), κτητική κατάληξη ή επιθετικός προσδιορισμός. Δηλαδή, «Ρουμλούκι» σημαίνει χώρα ή τόπος που κατοικείται, έχει Έλληνες Χριστιανούς Ορθόδοξους κατοίκους, όπως και η Ρούμελη, Ρωμυλία.

Στην σκοτεινή περίοδο της Τουρκοκρατίας το Ρουμλούκι αισθάνθηκε με έντονο τρόπο την καταπίεση του κατακτητή και τα δεινά της δουλείας. Οι κάτοικοί του παρά τις δυσκολίες κατάφεραν να διατηρήσουν την ελληνικότητά τους και να δεχτούν ελάχιστες γλωσσικές και πολιτισμικές επιρροές από τους Τούρκους κατακτητές.

Στις παραμονές της Ελληνικής Επανάστασης η περιοχή ήταν έτοιμη ψυχικά για την συμμετοχή της στον αγώνα. Επειδή όμως ήταν κοντά στα μεγάλα τουρκικά κέντρα, δέχθηκε πρώτη την επίθεση των τουρκικών στρατευμάτων, όπως το 1822, όποτε μετά την καταστροφή της Νάουσας, γνώρισαν και τα χωριά του Ρουμλουκιού το ολοκαύτωμα και την πυρπόληση. Το ίδιο συνέβη και το 1878 κατά την επανάσταση στα Πιέρια. Έτσι, ενώ στη Νότια Ελλάδα ιδρύθηκε από το 1830 ανεξάρτητο Ελληνικό Βασίλειο, το Ρουμλούκι μαζί με την υπόλοιπη Μακεδονία παρέμεινε άλλα ογδόντα περίπου χρόνια κάτω από τον τουρκικό ζυγό.

Το 1912-13 με τους Βαλκανικούς πολέμους έγινε δυνατή η απελευθέρωση της Μακεδονίας. Στις 17 Οκτωβρίου του 1912 εισήλθαν τα ελληνικά στρατεύματα στο Γιδά και το Ρουμλούκι ενσωματώθηκε επίσημα πλέον στην Ελλάδα.



Τα χωριά στην περιοχή Ρουμλούκι

Τα χωριά που αποτελούσαν το Ρουμλούκι ήταν τα ακόλουθα: Γήδας, Σχοινάς, Νιχώρι, Ρέσινα, Νησί Καταφύ(γι), Τριχοβίστα, Σκυλίτσι, Καβάσιλα, Σταυρός, Ξεχασμένη, Ραψομανίκι, Πουζαρίτες, Επισκοπή, Λουτρός, Καψόχωρα, Παλιόχωρα, Νησελούδι, Κορυφή, Τρίκαλα, Καρυά, Αηδονοχώρι, Πλατύ, Λιανοβέργι, Παλιοχώρι, Νησέλι, Γκριτζάλι, Νιοχωρόπουλο, Μελίκη, Πρόδρομος, Νιόκαστρο, Μέλοβο, Αλάμπορο μικρό, Αλάμπορο μεγάλο, Κουλούρα, Διαβατός, Μικρογούζι, Μέτσι, Άμμος, Σάντενα, Γεράκι, Μαυραγγέλι, Μπάρμπες, Κούτλες, Παλατίτσια, Βούλτιστα, Τρίχλεβο, Σφήνιτσα, Κλειδί, Κάλιανη, Τσινάφορο. Από αυτά τα μεγαλύτερα ήταν ο Γήδας, η Μελίκη και η Κορυφή.

Ο αριθμός των χωριών δεν ήταν πάντα σταθερός, γιατί από τις συχνές πλημμύρες του Αλιάκμονα πολλά χωριά εγκαταλείπονταν ακατοίκητα ή δημιουργούνταν καινούρια σε άλλες θέσεις. Το κύριο γνώρισμα των 50 περίπου μικρών και μεγάλων ελληνικών χωριών του Ρουμλουκιού ήταν η ίδια λαλιά, η ίδια ενδυμασία και τα ίδια ήθη και έθιμα.

Οι Λαζαρίνες

Πρόκειται για ολιγομελείς και αλλού πολυπληθείς ομάδες νεαρών κοριτσιών, που περιδιάβαιναν τα χωριά, επισκεπτόμενες με τη σειρά όλα τα σπίτια και τραγουδούσαν κατά παραλλαγές ένα είδος καλάντων που αναφέρονται στον Λάζαρο, τον επιστήθιο φίλο του Ιησού, στην κάθοδό του στον Άδη και στη νεκρανάστασή του.

Είναι διαδεδομένη η παράδοση ότι ο Λάζαρος γνωρίζοντας τα συναισθήματα του τρόμου και του φόβου στο ζοφερό Άδη μετά την ανάσταση και την επάνοδό του στην γη, δεν γέλασε ποτέ ξανά κατά τη διάρκεια της δεύτερης ζωής του, μένοντας πάντοτε σκυθρωπός, καθώς γνώριζε τη ματαιότητα του επίγειου κόσμου. Γι’ αυτό και σε ορισμένες μάλιστα περιοχές έχει μείνει παροιμιώδης η φράση «αγέλαστος Λάζαρος».

Στις Λαζαρίνες, λοιπόν, του Ρουμλουκιού, που διαρκούσαν από το απόγευμα της παραμονής του Σαββάτου του Λαζάρου έως και την Κυριακή των Βαΐων, συμμετείχαν οι ελεύθερες κοπέλες ηλικίας 14-19 ετών, που είχαν εισέλθει σε ηλικία γάμου και είχαν φορέσει τον άσπρο σαγιά και στο κεφάλι τους έδεναν το τσεμπέρι, καθώς το έθιμο προσέφερε μία ευκαιρία να τις δουν, να τις «λουϊάσουν» όπως έλεγαν τα ανύπαντρα παλικάρια του χωριού και οι προξενητές. Το μπουλούκι τους αποτελούνταν από 4 κοπέλες και ένα κοριτσάκι έως 12 ετών, την «καλαθάρο», που θα ακολουθούσε την ομάδα και θα συγκέντρωνε στο καλάθι της τις προσφορές που θα έδιναν οι νοικοκυρές στα σπίτια που επισκέπτονταν, που ήταν συνήθως χρήματα και αυγά.

Το Λαζαριάτικο τραγούδι ήταν το παρακάτω:

Ήρθην η Λάζαρους, ήρθαν τα Βάϊα,
ήρθιν η Κυριακή, που τρών’ τα ψάρια.
Πού’σι Λάζαρι σαβανουμένους κι μι του κιρί ζουμένους;
Σήκου Λάζαρι κι μην κοιμάσι, ήρθι η μάνα σου απού την Πόλη,
σούφιρι χαρτί κι κουμπουλόϊ.
Γράφτι Θόδουρι, γράφτι Δημήτρη, γράφτι Λιμουνιά κι Κυπαρίσσι.
Τώρα λάλησιν πουλί κι αηδόνι, τώρα λάλισιν κι χιλιδόνι, κι τ’χρόν.

Τελειώνοντας το τραγούδι τους, η νοικοκυρά τις φιλοδωρούσε με χρήματα ή συνήθως με 2-3 αυγά και τις εύχονταν να έχουν υγεία και να καλοπαντρευτούν.

Πηγές:
atheo.gr
culture.alexandria.gr
Φωτογραφία 

 








Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο