Το ιταλικό Σχέδιο Πολέμου εναντίον της Ελλάδος: Emergenza G

Με την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οι Ιταλοί είχαν ήδη έτοιμο το σχέδιο της κατάληψης της Ελλάδας. Το Σχέδιο Πολέμου της Ιταλίας εναντίον της Ελλάδας απέβλεπε σε πρώτο στάδιο στην κατάληψη της Ηπείρου με αιφνιδιαστική επίθεση και στη συντριβή των εκεί αμυνόμενων δυνάμεων, ενώ συγχρόνως θα διεξήγαγαν επιχειρήσεις στα νησιά του Ιονίου. Σε δεύτερο στάδιο σχεδίαζαν την επίθεση για την κατάληψη της Δυτικής Μακεδονίας.

Βάσει αυτού του σχεδίου οι εισβολείς Ιταλοί σκόπευαν να προελάσουν γρήγορα προς τη Θεσσαλονίκη και την Αθήνα με νέες δυνάμεις, οι οποίες θα αποβιβάζονταν στα παράλια της Ηπείρου, ώστε να συντελεσθεί η κατάκτηση ολόκληρης της χώρας.

Το Σχέδιο Επιχειρήσεων καταρτίσθηκε από τον στρατηγό Βισκόντι Πράσκα, επικυρώθηκε από το ιταλικό Γενικό Επιτελείο και προέβλεπε κατά το πρώτο στάδιο την τήρηση αμυντικής στάσης στην περιοχή ανατολικά της Κορυτσάς, ενώ επίθεση θα εκτελούνταν στη γενική κατεύθυνση Καλπάκι-Ιωάννινα-Πρέβεζα.

Η κύρια αυτή ενέργεια θα υποστηριζόταν από δύο δευτερεύουσες επιθέσεις στην κατεύθυνση Λεσκοβίκι-Σαμαρίνα-Μέτσοβο και κατά μήκος της παραλιακής ζώνης βόρεια και νότια αντιστοίχως, με σκοπό να λειτουργήσουν ως λαβίδες, οι οποίες θα κύκλωναν και θα συνέτριβαν τις ελληνικές δυνάμεις, οι οποίες υπολογίζονταν περίπου σε 30.000. Ταυτόχρονα, οι Ιταλοί σκόπευαν να καταλάβουν την Κέρκυρα, ώστε να προστατευθεί το δεξιό πλευρό της επιθέσεως στον παραλιακό τομέα και να εκμηδενισθούν οι πιθανότητες για ενίσχυση των αμυνόμενων δυνάμεων από αλλού.

Συγκεκριμένα, για τον τομέα της Πίνδου το Σχέδιο Επιχειρήσεων ανέθετε στην 3η Μεραρχία Αλπινιστών Julia την εκτέλεση του κυκλωτικού ελιγμού. Οι Αλπινιστές θα κάλυπταν την κύρια επίθεση από τα βόρεια και με ενέργειά τους γύρω από τον Σμόλικα θα έπρεπε να κυριαρχήσουν κατά κράτος στην περιοχή του Μετσόβου, ώστε να παρεμβληθούν μεταξύ των ελληνικών δυνάμεων στη Θεσσαλία και στην Ήπειρο και να τις διαχωρίσουν για να καταστραφούν αυτές ξεχωριστά.

Η Μεραρχία θα εξορμούσε από τις περιοχές Ερσέκας και Λεσκοβικίου προς τη γενική κατεύθυνση του Μετσόβου με διπλή αποστολή: από τη μια μεριά θα εμπόδιζε τη διαφυγή των ελληνικών δυνάμεων του κεντρικού τομέα στην Ήπειρο και από την άλλη θα εμπόδιζε τη μεταφορά ελληνικών ενισχύσεων από Θεσσαλία και Μακεδονία προς την  Ήπειρο.



Ασφαλώς, για την επιτυχία του ιταλικού Σχεδίου Πολέμου απαραίτητη προϋπόθεση ήταν ο αιφνιδιασμός του Ελληνικού Στρατού, πριν ολοκληρώσει την επιστράτευση και τη συγκέντρωση των στρατευμάτων του. Η ιταλική στρατιωτική ηγεσία πίστευε πως το σχέδιο αυτό θα στεφόταν από απόλυτη επιτυχία καθώς η ιταλική αεροπορία θα υποστήριζε σε όλο το μήκος του μετώπου τον ελιγμό των πεζοπόρων τμημάτων με αναγνωρίσεις και με βομβαρδισμό στόχων, όχι μόνον στο πεδίο της μάχης, αλλά ακόμη και σε πολιτικό επίπεδο. Ο ανηλεής βομβαρδισμός των σημαντικότερων πόλεων του εσωτερικού και των συγκοινωνιακών κόμβων ήταν απαραίτητη προϋπόθεση, ώστε να παραλύσει το σχέδιο της επιστράτευσης και της συγκέντρωσης του ελληνικού στρατού.

Οι ιταλικές στρατιωτικές δυνάμεις

Τις παραμονές του πολέμου εναντίον της Ελλάδος, ιταλικές δυνάμεις που βρίσκονταν στην Αλβανία περιελάμβαναν μία Ανωτάτη Στρατιωτική Διοίκηση με έδρα τα Τίρανα υπό τη διοίκηση του αντιστρατήγου Σεμπαστιάνο Βισκόντι Πράσκα, η οποία είχε υπό τις διαταγές της δύο σώματα στρατού, το XXV (Τσαμουριάς) με διοικητή τον υποστράτηγο Κάρλο Ρόσι (Carlo Rossi) και τέσσερις Μεραρχίες (23η Ferrara, 51η Sienna, 131η Τεθωρακισμένη Centauri και Ιππικού) και το XXVI (Κορυτσάς) με διοικητή τον υποστράτηγο Γκαμπριέλε Νάσι (Gabrielle Nasci).

Είχε επίσης τέσσερις Μεραρχίες (49ηParma, 29η Piemonte, 19η Venezia, 53η Arezzo). Το πρώτο από αυτά ήταν προσανατολισμένο προς το Θέατρο Επιχειρήσεων Ηπείρου, δηλαδή στα ΝΑ, και το άλλο έναντι του Θεάτρου Επιχειρήσεων ΒΔ Μακεδονίας και έναντι της μεθορίου με την Γιουγκοσλαβία στα ΒΔ.

Ανάμεσα στα δύο σώματα και απέναντι από τον τομέα Πίνδου είχε συγκεντρωθεί στις περιοχές Ερσέκας και Λεσκοβικίου η 3η Μεραρχία Αλπινιστών Julia υπό τον υποστράτηγο Μάριο Τζιρότι, την οποία συγκροτούσαν τα συντάγματα 8ο και 9ο με τρία και δύο τάγματα αντίστοιχα, έξι ορειβατικές πυροβολαρχίες με 20 πυροβόλα συνολικά και ίλη ιππικού (υπό το 8ο Σύνταγμα, στο οποίο είχε διατεθεί επίσης και λόχος Αλβανών) με συνολική δύναμη 10.800 ανδρών. Η Μεραρχία αυτή θα δρούσε ανεξάρτητα στην Πίνδο και αυτό τελικά αποδείχθηκε τραγικό σφάλμα είτε από υπεραισιόδοξη εμπιστοσύνη προς τους επίλεκτους άνδρες της είτε από υπεροπτική υποτίμηση του αντιπάλου.

Η Ελληνική άμυνα και αντεπίθεση

Στο μέτωπο της Ηπείρου, η VIII Μεραρχία πέτυχε να συγκρατήσει τον αντίπαλο και να συντρίψει τις επανειλημμένες ισχυρές επιθέσεις του. Εξαίρεση αποτέλεσε ο τομέας Θεσπρωτίας, όπου οι εκεί ολιγάριθμες ελληνικές δυνάμεις εξαναγκάστηκαν μπροστά στη μεγάλη υπεροχή των Ιταλών να συμπτυχθούν νοτιότερα. Αφού όμως ενισχύθηκαν, αποκατέστησαν την τοποθεσία του Καλαμά ποταμού μέχρι την Ηγουμενίτσα.

Στον Τομέα Πίνδου, επίσης, οι ελληνικές δυνάμεις αναγκάστηκαν κάτω από τη συντριπτική υπεροχή του αντιπάλου, να συμπτυχθούν σε μεγάλο βάθος, με αποτέλεσμα οι Ιταλοί να διεισδύσουν γρήγορα σε αρκετό βάθος, απειλώντας να υπερκεράσουν από τα ανατολικά τις δυνάμεις στην Ήπειρο. Με την εσπευσμένη όμως συγκέντρωση των διαθέσιμων δυνάμεων, που βρίσκονταν κοντά στην Πίνδο, φράχτηκε το ρήγμα, εξασφαλίστηκε από τα βορειοανατολικά η τοποθεσία Ελαίας-Καλαμά και επιπλέον κατέστη δυνατό, ύστερα και από τον επιτυχή αμυντικό αγώνα στην Ήπειρο, οι ελληνικές δυνάμεις να αναλάβουν επιθετική ενέργεια για την εξάλειψη του ιταλικού θύλακα.

Η 13η Νοεμβρίου 1940 βρήκε τις ελληνικές δυνάμεις στην Ήπειρο και στην Πίνδο, να έχουν ανακαταλάβει το μεγαλύτερο τμήμα του εθνικού εδάφους. Στη βορειοδυτική Μακεδονία μάλιστα, να έχουν καταλάβει σημαντικά εδαφικά σημεία πέρα από τα σύνορα και έτοιμες να επιτεθούν για την κατάληψη του ορεινού όγκου της Μόροβας και του κόμβου συγκοινωνιών της Κορυτσάς. Το ιταλικό Σχέδιο Επιχειρήσεων είχε ήδη ανατραπεί. Η ιταλική διείσδυση στην Πίνδο δεν υποστηρίχτηκε με επαρκείς δυνάμεις τόσο κατά την έναρξη της εισβολής, όσο και μετά τις πρώτες επιτυχίες της, με αποτέλεσμα να ανακοπεί και τελικά να ματαιωθεί η απειλή της υπερκεράσεως και αποκοπής των δυνάμεων Ηπείρου.

Παντού ο Ιταλικός Στρατός μετέπεσε σε άμυνα. Η δράση της εχθρικής αεροπορίας δεν υπήρξε συγκεντρωτική αλλά γενικά κατά κύματα και ασυντόνιστη προς την ενέργεια του Ιταλικού Πεζικού, το οποίο δεν μπόρεσε να εκμεταλλευθεί τους αεροπορικούς βομβαρδισμούς. Το Ιταλικό Πυροβολικό έβαλε μεγάλο αριθμό βλημάτων κάθε διαμετρήματος, κατένειμε τα πυρά του σε όλα τα ορατά αμυντικά έργα και διέσπειρε την βολή του κατά πλάτος και βάθος ώστε σπάνια να επιτυγχάνει πυκνές συγκεντρώσεις επί των φίλιων θέσεων και δεν κατόρθωσε να προσβάλει τις θέσεις των ελληνικών Πυροβολαρχιών.

Η δράση των αρμάτων επί των οποίων ο αντίπαλος βασιζόταν κυρίως ότι θα διασπούσε την ελληνική τοποθεσία αμύνης, υπήρξε χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα, διότι συμμετείχαν στην επίθεση χωρίς να προηγηθεί η επιβεβλημένη αναγνώριση για την βατότητα του εδάφους και των υπαρχόντων φυσικών και τεχνητών κωλυμάτων και χωρίς την υποστήριξη του Πυροβολικού.

Για πρώτη φορά ο Ελληνικός Στρατός αντιμετώπισε Στρατό μεγάλης ευρωπαϊκής δύναμης, εφοδιασμένο με σύγχρονα μέσα και ιδιαίτερα με άρματα μάχης και ισχυρή αεροπορία. Παρά το γεγονός πως η ελληνική άμυνα διέθετε εντελώς περιορισμένα μέσα, ο Ελληνικός Στρατός υπεραμύνθηκε τα εδάφη του ελληνικού κράτους, ανατρέποντας τα σχέδια των Ιταλών για την κατάληψη της χώρας.

Πηγές:
ΠΙΝΔΟΣ 1940. ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΕΠΟΠΟΙΪΑ

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΟΥ 1940-41 Του Ανχου (ΤΘ) Λαλούση Χαράλαμπου

Φωτογραφία








Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο