Τα Ιωάννινα του 1812 μέσα από τα μάτια του Χένρι Χόλλαντ

Ο Άγγλος περιηγητής Χένρι Χόλλαντ (Henry Holland) μετά το τέλος των σπουδών του στην Ιατρική ξεκίνησε ένα περιηγητικό ταξίδι σε χώρες της Μεσογείου και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Μεταξύ των περιοχών που επισκέφτηκε ήταν και τα Ιωάννινα το 1812, εποχή που διαφέντευε στο πασαλίκι των Ιωαννίνων ο περίφημος Αλή Πασάς. Στη διάρκεια του ταξιδιού κατέγραφε τις εντυπώσεις του από την Ήπειρο και την υπόλοιπη Ελλάδα, οι οποίες στη συνέχεια εκδόθηκαν σε βιβλίο με την επιστροφή του στο Λονδίνο το 1815.

Η τοποθεσία της πόλης των Ιωαννίνων και η λίμνη

«Η πόλη βρίσκεται σε μια κοιλάδα ή όπως θα έλεγε κανείς από την εμφάνισή της, σε ένα μεγάλο λεκανοπέδιο περιτριγυρισμένο από βουνά, με την ίδια την πόλη απλωμένη, κατά μήκος των δυτικών ακτών μιας λίμνης, που με την απέναντι όχθη της βρέχει τους πρόποδες ενός απ’ αυτά τα ορεινά όρια.

Το μήκος της λίμνης αυτής ίσως να είναι γύρω στα έξι μίλια ενώ το πλάτος της πουθενά δεν ξεπερνά τα δύο μίλια. Κοντά στο κεντρικό τμήμα της πόλεως το σχήμα της στενεύει απ’ την χερσόνησο που προεξέχει και σχηματίζει το φρούριο των Ιωαννίνων και απ’ το μικρό νησάκι που βρίσκεται απέναντί του, στην άλλη ακτή. Αυτά τα δύο χαρακτηριστικά σημεία συμβάλλουν πολύ στην ομορφιά της σκηνογραφίας, από κάθε άποψη.

Η χερσόνησος του κάστρου, φαρδαίνοντας καθώς χώνεται στη λίμνη, τελειώνει σε δύο βραχώδη ακρωτήρια, πάνω σ’ ένα απ’ τα όποια βρίσκεται ένα μεγάλο τουρκικό τζαμί, με τον ψηλό του μιναρέ και τις ευρύχωρες πλατείες ισκιωμένες απ’ τα κυπαρίσσια που το περικυκλώνουν.

Στο άλλο ακρωτήριο βρίσκεται το παλιό Σεράι των Πασάδων των Ιωαννίνων, ένα μεγάλο κτίριο μ’ όλη εκείνη την ακανόνιστη και ατέλειωτη μεγαλοπρέπεια που ανήκει στην τουρκική αρχιτεκτονική, με τον μιναρέ και τα κυπαρίσσια να υψώνονται πάνω απ’ τις προεξέχουσες σκεπές του και τους ζωγραφισμένους τοίχους. Η περιοχή του κάστρου, που αποτελεί ιδιαίτερη πόλη, είναι απομονωμένη απ’ την υπόλοιπη πόλη με ένα ψηλό πέτρινο τείχος κι από μια φαρδιά τάφρο που δέχεται τα νερά της λίμνης» […]



Η οικιστική δομή της πόλης

«Η έκταση της πόλεως, όπως απλώνεται προς τα πίσω και προς την πλευρά του κάστρου, είναι μεγαλύτερη απ’ ό,τι ο ίδιος πληθυσμός θα καταλάμβανε σε άλλα μέρη της Ευρώπης.

Έκτος από τους κενούς χώρους των τζαμιών και των τουρκικών νεκροταφείων, όλα τα καλύτερα σπίτια και των Τούρκων και των Ελλήνων έχουν γύρω γύρω χώρους στους οποίους είναι φυτεμένα μερικά δένδρα που δίνουν στη γενική άποψη της πόλης εκείνη τη μοναδική ανάμειξη κτιρίων και δέντρων.

Το κεντρικό τμήμα της πόλης που καλύπτεται κατά μέγα μέρος από τους δρόμους όπου γίνονται τα παζάρια, είναι το μόνο μέρος όπου τα σπίτια είναι το ένα κοντά στο άλλο. Εδώ τα σπίτια είναι γενικώς κατά πολύ χαμηλότερα και μικρότερα απ’ ό,τι είναι άλλου. Το πλάτος της πόλης, που πουθενά δεν ξεπερνά το ενάμισι μίλι, ορίζεται από μια γραμμή χαμηλών υψωμάτων, που βρίσκονται παράλληλα με την ακτή της λίμνης και προσδίδουν από τις κορυφές τους μια απ’ τις πιο εντυπωσιακές απόψεις της πόλεως, της λίμνης και των μακρινών υψωμάτων της οροσειράς της Πίνδου.

Η εξωτερική άποψη των Ιωαννίνων, έκτος όπου υπάρχει κάποιο άνοιγμα προς το τοπίο που το περιβάλλει, είναι μελαγχολική και χωρίς λαμπρότητα. Λίγοι από τους δρόμους διατηρούν κανονική γραμμή, γεγονός που κάνει τη γεωγραφία του τόπου πολύ δύσκολη στον ξένο. Εκεί που συχνάζουν οι κατώτερες τάξεις, τα σπίτια, κατά μέγα μέρος, είναι χτισμένα με άθλιους πλίνθους και κυρίως βρίσκονται στις άκρες της πόλεως.

Η μέση τάξη κατοικεί σε καλύτερα κτίρια, των οποίων το επάνω πάτωμα είναι κατασκευασμένο από σανίδια, με μια μικρή ανοικτή κρεβάτα κάτω από την προεξέχουσα οροφή. Οι ανώτερες τάξεις και των Ελλήνων και των Τούρκων έχουν γενικώς πολύ μεγάλα σπίτια και συχνά έχουν από τις δύο ή τις τρεις πλευρές χώρους που τους ανήκουν και με φαρδιά χαγιάτια κατά μήκος όλης της προσόψεως του κτιρίου με σκεπή από πάνω τους.

Σ’ αυτό το σχέδιο των κτιρίων, που είναι πολύ κοινό στις τουρκικές πόλεις, υπάρχει κάτι το γραφικό, όταν το βλέπει κανείς από μακριά και το οποίο όμως χάνεται όταν το παρατηρείς από κοντά. Στους καλύτερους δρόμους των Ιωαννίνων επικρατεί μια βαριά ατμόσφαιρα και τα πιο αρχοντικά σπίτια έχουν την όψη φυλακής παρουσιάζοντας εξωτερικώς τίποτε άλλο παρά ψηλούς τοίχους με βαριές διπλές εξώπορτες και με τα παράθυρα, αν φαίνονται καθόλου, στην κορυφή του κτιρίου».

Τα παζάρια

«Τα παζάρια αποτελούν το πιο ενδιαφέρον τμήμα της πόλης. Καταλαμβάνουν δέκα ως δώδεκα δρόμους που τέμνουν ο ένας τον άλλο σε ακανόνιστες γωνίες. Οι δρόμοι είναι αρκετά στενοί και γίνονται σκοτεινότεροι εξαιτίας των οροφών που προεξέχουν χαμηλά.

Υπάρχουν μεγάλοι ξύλινοι πάγκοι που εκτίθενται τα εμπορεύματα προς πώληση. Όπως συνηθίζεται σε μεγάλες πόλεις της Τουρκίας, κάθε παζάρι έχει και το είδος του. Το ένα είναι πιασμένο από κείνους που ασχολούνται με τα κοσμήματα και τα άλλα διακοσμητικά αντικείμενα, στο άλλο πωλούν γυναικεία παλτά, τουρκικές εσάρπες και άλλα είδη ρουχισμού, στο τρίτο ρετάλια βαμβακερών ειδών, στο τέταρτο υπάρχουν μαγαζιά με τρόφιμα, καπνοπωλεία, ξηρούς καρπούς κ.λπ., στο πέμπτο πωλούν ναργιλέδες, κομπολόγια, πίπες και ξύλινα διακοσμητικά αντικείμενα και σ’ ένα άλλο πάλι πωλούν χρωματιστά δέρματα και τουρκικές παντόφλες.

Επειδή στα Ιωάννινα μένουν πολλοί πλούσιοι άνθρωποι και η πόλη αποτελεί συγχρόνως το κέντρο εφοδιασμού για ένα μεγάλο τμήμα της χώρας, μερικά μέρη των παζαριών είναι πλουσιοπάροχα και άφθονα εφοδιασμένα και ιδιαίτερα το παζάρι όπου πωλούν κοσμήματα και άλλα διακοσμητικά αντικείμενα της ενδυμασίας» […]

Ο πληθυσμός της πόλης

«Δεν μπορώ να μιλήσω μετά βεβαιότητος για τον πληθυσμό της πόλεως αυτής, που από πολλούς άκουσα να υπολογίζεται σε είκοσι πέντε μέχρι σαράντα ή πενήντα χιλιάδες, θα υπέθετα, από τις καλύτερες πληροφορίες που μπόρεσα να συγκεντρώσω, πως ο πραγματικός αριθμός των κατοίκων ανέρχεται γύρω στις 30.000, χωρίς τους Αλβανούς στρατιώτες που παραμένουν στην πόλη.

Ο πληθυσμός αποτελείται από Έλληνες, Τούρκους, Αλβανούς και Εβραίους. Οι Έλληνες πιθανώς αποτελούν το μεγαλύτερο ποσοστό και ασφαλώς είναι οι πιο αξιοσέβαστοι σε πλούτο και προσόντα. Αυτοί επίσης είναι και οι παλιότεροι κάτοικοι της πόλεως. Πολλές απ’ τις οικογένειές τους, όπως λέγεται, έχουν τις ρίζες τους εδώ από αιώνων. Οι Έλληνες αποτελούν το μεγάλο σώμα των εμπόρων στα Ιωάννινα. Μερικοί είναι διορισμένοι επίσημα στην αυλή του Βεζίρη ως πράκτορες και γραμματείς, ενώ άλλοι, που ανήκουν στην κατώτερη τάξη, διατηρούν μαγαζιά ή είναι τεχνίτες στην πόλη.

Οι Τούρκοι των Ιωαννίνων αποτελούν ένα πολυάριθμο σύνολο, χωρίς όμως να διακρίνονται σε τίποτε το βασικό από τους συμπατριώτες τους σ’ άλλα μέρη. Εκείνοι που εργάζονται για τον Βεζίρη αναπτύσσουν μεγαλύτερη δραστηριότητα λόγω της φύσεως της κυβερνήσεώς του, αλλά οι υπόλοιποι δείχνουν την ίδια νωθρότητα, απάθεια και προκατάληψη, τις ίδιες συνήθειες και ασχήμιες της κοινωνικής ζωής, απ’ τις οποίες έχουν από καιρό χαρακτηρισθεί ως σύνολο. Η εθνική τους υπεροψία, όμως, δεν είναι το ίδιο χτυπητή εδώ, όπως είναι σε άλλα μέρη της Τουρκίας. Ο δεσποτισμός κάτω απ’ τον οποίο ζουν τους έχει καθυποτάξει και τους έχει φέρει πιο κοντά στο επίπεδο των Ελλήνων και των Αλβανών που βρίσκονται γύρω τους.

Οι Εβραίοι των Ιωαννίνων είναι πωλητές στα παζάρια, τεχνίτες και μερικοί με δουλειές στο Σεράι. Ωφελούνται κι αυτοί απ’ τη γενική ανεκτικότητα μαζί με τους Έλληνες και πιστεύω πως δεν υφίστανται οποιαδήποτε ιδιαίτερη στέρηση. Το νεκροταφείο τους, για το οποίο πλήρωναν ετήσιο όρο, σχηματίζει μια ευρύχωρη περιοχή στο κέντρο της πόλεως.

Οι Αλβανοί κάτοικοι των Ιωαννίνων ανήκουν στην κατώτερη τάξη. Εκείνοι που είναι στη στρατιωτική υπηρεσία του Βεζίρη στρατωνίζονται μέσα στις ελληνικές οικογένειες, οι οποίες το αισθάνονται ως πολύ φορτικό και καταπιεστικό φόρο. Υπάρχουν Έλληνες έμποροι στην πόλη απ’ τους οποίους συχνά απαιτείται να δώσουν κατάλυμα είτε στα σπίτια τους είτε άλλου, σε σαράντα ή πενήντα άνδρες που είναι άτακτοι και λίγο συγκροτημένοι απ’ τους περιορισμούς της πειθαρχίας.

Πολύ λίγοι Ευρωπαίοι βρίσκονται στα Ιωάννινα. Ο κ. Γ. Φορέστι, ο Άγγλος επίσημος αντιπρόσωπος εδώ, απουσίαζε για υπηρεσία στα Ιόνια νησιά τον καιρό που για πρώτη φορά επισκεφθήκαμε την πόλη. Ο κ. Πουκεβίλ, ο Γάλλος αντιπρόσωπος στην αυλή του Αλή Πασά, με τον τίτλο του Γενικού Προξένου στην Αλβανία είχε περάσει επτά χρόνια σ’ αυτή τη θέση, πράγμα που με την παρουσία του αδελφού του ήταν κάπως ανακουφιστικό γι’ αυτόν, που έχει το αξίωμα του προξένου στην Πρέβεζα» […]

Οι γυναίκες

«Γυναίκες λίγες, εκτός από εκείνες της κατωτέρας τάξεως, μπορεί να δει κανείς στους δημόσιους δρόμους κι αυτές οι λίγες είναι τόσο καλυμμένες από τον τρόπο του ντυσίματος που φαίνονται σαν κινούμενες μορφές.
Οι Τουρκάλες της ανωτέρας τάξεως σπάνια βρίσκονται έξω στους δρόμους. Οποιαδήποτε γυναίκα αυτού του έθνους βγει στο δρόμο, είναι καλυμμένη με μαύρο φόρεμα, εκτός απ’ το πρόσωπο που κι αυτό είναι έτσι σκεπασμένο με λωρίδες που αφήνουν απλώς ένα στενό πλάγιο άνοιγμα για τα μάτια.

Οι συνήθειες των Ελληνίδων όσον άφορα τις δημόσιες εμφανίσεις, πλησιάζουν σε κάποιο βαθμό τις Τουρκάλες, πράγμα που γίνεται είτε απ’ τις ίδιες είτε απ’ την ανάγκη να συμμορφωθούν με τα τουρκικά έθιμα. Σπάνια βγαίνουν στους δρόμους κι όταν βγουν από το σπίτι είναι ντυμένες κατά τον ίδιο τρόπο.

Οι Ελληνίδες και οι Αλβανίδες της κατωτέρας τάξεως δεν υπόκεινται σ’ αυτούς τους περιορισμούς και μπορούν να θεωρηθούν οι μόνες γυναίκες που μπορεί να δει κανείς στους δρόμους της πόλεως» […]

Πηγές:

Ηπειρωτική Εστία: μηνιαία επιθεώρησις εν Ιωαννίνοις, τεύχος 245-246 (1972) (Βιβλίο/Μονογραφία)

el.wikipedia.org
Φωτογραφία 








Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο