Προβλήματα επικοινωνίας στον ελληνορωμαϊκό κόσμο

*του αείμνηστου καθηγητού Κλασικής Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Γεωργίου Σαββαντίδη

Στον ελληνορωμαϊκό κόσμο οι διαφορετικές γλώσσες των εθνοτήτων, όπως και τα διαφορετικά ήθη, οι νόμοι, το πολιτιστικό επίπεδο και το καθεστώς διοίκησής τους στάθηκαν μόνιμες πηγές προβλημάτων στην επικοινωνία των ανθρώπων. Στη χοάνη ανάμιξης των λαών της αυτοκρατορίας αλώβητος δεν έμεινε κανένας. Και στη μετακένωση πολιτισμικών στοιχείων κατά καιρούς επικράτησαν οι ισχυρότεροι στον αριθμό, στα όπλα ή στον πολιτισμό. Η αχανής αυτοκρατορία έχει παρουσιάσει πολλά ανάλογα με τη λεγόμενη παγκοσμιοποίηση της εποχής μας.

Για το πρόβλημα αυτό παρατηρεί χαρακτηριστικά ο Λίβιος: είναι τρέλα να πιστεύετε πως θα παραμείνετε στο ίδιο καθεστώς, αν κυριαρχήσουν αλλοεθνείς άνθρωποι, που σας χωρίζουν γλώσσες και ήθη και νόμοι πιο πολύ κι από τις στεριές και τις θάλασσες. Όσο για τη φυσική αντίδραση των ανθρώπων στις αφομοιωτικές τάσεις χαρακτηριστική είναι η περίπτωση με τους Κροτωνιάτες που αναφέρει: όταν τους πρότειναν να δεχθούν Βρέττιους εποίκους για συγκατοίκηση, δήλωσαν πως προτιμούν να πεθάνουν παρά να ζουν ανάκατοι με τους Βρεττίους, λαό με ξένα ήθη και έθιμα και νόμους, και με τον καιρό να αλλοιώσουν και τη γλώσσα τους.

Και ο Πλίνιος αργότερα, περιγράφοντας τούς (είκοσι πέντε και πλέον) λαούς της Iταλίας, σημειώνει: ξέρω ότι με το δίκιο του θα χαρακτήριζε κάποιος επιπολαιότητα το να λέγεται πως οι θεοί διάλεξαν μια χώρα, για να συγκεντρώσει τα σκόρπια βασίλεια, να εξημερώσει τα ήθη, να κάνει τις ανόμοιες και άγριες γλώσσες τόσων λαών να συγκλίνουν με διάλογο, να δώσει στον άνθρωπο την ανθρωπιά (humanitatem) και να ενώσει τους λαούς όλου του κόσμου σε μια πατρίδα.

Ο Στράβων όμως (Γ΄ 151, 15) διαπιστώνει πως υπάρχουν και λαοί που εκρωμαΐστηκαν, όπως π.χ. οι Τουρδητανοί (Ν.Δ. Ισπαν.) οι οποίοι «τελέως εἰς τόν Ῥωμαίων μεταβέβληνται τρόπον οὐδέ τῆς διαλέκτου τῆς σφετέρας ἔτι μεμνημένοι. Λατῖνοί τε οἱ πλεῖστοι γεγόνασι καί ἐποίκους εἰλήφασι Ῥωμαίους, ὥστε μικρόν ἀπέχουσι τοῦ πάντες εἶναι Ῥωμαῖοι…». Αυτό βέβαια μπορεί να το γενικεύσει κανείς για τους ευρωπαϊκούς λαούς, στους οποίους –με τον καιρό– η γλώσσα μεταλλάχθηκε σε νεολατινική.

Προβλήματα επικοινωνίας στον ελληνορωμαϊκό κόσμο υπήρχαν τόσο σε εποχή ειρήνης, όσο και σε πολεμικές περιόδους. Στην ειρήνη οι άνθρωποι, ταξιδεύοντας κατ΄ ἐμπορίαν καί θεωρίαν έρχονται σε επαφή με ξένους λαούς σαν έμποροι και ταξιδιώτες, επισκέπτες κυρίως ξακουστών χωρών, πόλεων, μαντείων, θεραπευτηρίων κτλ. και για σπουδές, ιδιαίτερα της γλώσσας και της φιλοσοφίας. Στον πόλεμο, αν τα σαλπίσματα σαν μορφή επικοινωνίας τα κατανοούν οι εξασκημένοι στρατιώτες (exercitus), τα incerta imperia προκαλούν clamores dissonos και ταραχή επικίνδυνη. Aς προστεθούν εδώ και τα θύματα του πολέμου και των πολιτικών ταραχών και ανωμαλιών, αιχμάλωτοι, δούλοι, μετανάστες, εξόριστοι κτλ. Στη σύγκρουση των Pωμαίων με τους Kαρχηδονίους (202 π.X.), ένας σημαντικός παράγων που υπογραμμίζεται από το Λίβιο, είναι ότι οι Ρωμαίοι προχώρησαν στη μάχη με συντονισμένες κραυγές: congruens clamor ab Romanis eoque maior et terribilior, ενώ στους Kαρχηδόνιους επικρατούσαν ασυντόνιστες φωνές λόγω των διαφορετικών γλωσσών τόσων λαών που συμμετείχαν στη μάχη: dissonae illis, ut gentium multarum discrepantibus linguis, uoces.

Τα πλεονεκτήματα που έχουν οι ομόγλωσσοι φαίνονται ιδιαίτερα στο λόγο (την adhortatio) που απευθύνει ο στρατηγός πριν από τη μάχη, καθώς γίνεται αντιληπτός από το στρατό του άμεσα. Αντίθετα, οι ετερόκλητοι στρατοί των αλλόγλωσσων συμμάχων υστερούν σημαντικά, γιατί η επικοινωνία μαζί τους γίνεται μόνο μέσω διερμηνέων και αξιωματικών που καταλαβαίνουν τη γλώσσα, για να μεταδώσουν μηνύματα και διαταγές την κρίσιμη ώρα της μάχης. Παράδειγμα, η adhortatio uaria στη σύγκρουση των Ρωμαίων με τους Καρχηδονίους και τους συμμάχους τους.

Ανάλογα προβλήματα θα έχουν και οι Pωμαίοι αργότερα, όταν στον αυτοκρατορικό στρατό υπηρετούν exercitus linguis moribusque dissoni. Έπρεπε λοιπόν να έχουν και εδώ μια κοινή γλώσσα επικοινωνίας και η λατινική ήταν απαραίτητα η γλώσσα επικοινωνίας στον αυτοκρατορικό στρατό.



Γλώσσα των κυρίαρχων και της διοίκησης

O Αυγουστίνος διαπιστώνει πως «η κυρίαρχη πολιτεία δεν επιβάλλει μόνο το ζυγό της στους υποταγμένους λαούς αλλά και τη γλώσσα της» και ακόμα, «η εξουσία του κυρίαρχου βρίσκεται στη γλώσσα» (dominatio imperantis in lingua est). Για τη γλώσσα επικοινωνίας του κυρίαρχου ο Valerius Maximus υπογραμμίζει ότι οι παλαιοί άρχοντες για να διαφυλάξουν το κύρος (maiestatem) του αξιώματός τους και της ρωμαϊκής πολιτείας, ανάμεσα στα άλλα, πρόσεχαν με ιδιαίτερη αυστηρότητα να μη δίνουν ποτέ επίσημες αποκρίσεις στους Έλληνες στα ελληνικά, αλλά μόνο στα λατινικά και υποχρέωναν τους Έλληνες να έχουν διερμηνέα, όχι μόνο όταν βρίσκονταν στη Pώμη, αλλά και στην Eλλάδα και στη M. Aσία. Έτσι θα επέβαλλαν, όπως πίστευαν, στους ξένους λαούς μεγαλύτερο σεβασμό για τη λατινική γλώσσα.

Kαι δεν τους έλειπε η γνώση της ελληνικής παιδείας. Πίστευαν όμως πως σε κανένα ζήτημα δεν πρέπει να φανούν κατώτεροι από τους Έλληνες. Νόμιζαν ότι είναι αναξιοπρεπές να προσφέρεται σα δώρο το κύρος της ρωμαϊκής εξουσίας στα θέλγητρα των ελληνικών γραμμάτων. Και ο Πλίνιος (N.H. 3.42) αναφέρεται σε λαούς που νικήθηκαν με τη γλώσσα και τα όπλα: neque ingenia ritusque ac viros et lingua manuque superatas commemoro gentes …

Oι Ρωμαίοι αξιωματούχοι (όσοι γνώριζαν ελληνικά από τις σπουδές τους) χρησιμοποίησαν τη γλώσσα στην επικοινωνία τους με τον ελληνικό κόσμο για προσεταιρισμό του είτε προτού διαλύσουν διάφορους αμυντικούς σχηματισμούς (όπως π.χ. η Aιτωλική συμπολιτεία) είτε και αργότερα μερικές φορές στη διοίκηση επαρχιών κατά την απονομή δικαιοσύνης. Xαρακτηριστική περίπτωση είναι του Tίτου Φλαμινίνου, που διεξάγει πολεμικές επιχειρήσεις στον ελληνικό χώρο: ἀκούοντες γάρ τῶν Μακεδόνων, ὡς ἄνθρωπος ἄρχων βαρβάρου στρατιᾶς ἔπεισι, δι’ ὅπλων πάντα καταστρεφόμενος καί δουλούμενος, εἶτ’ ἀπαντῶντες ἀνδρί την θ΄ ἡλικίαν νέῳ καί τήν ὄψιν φιλανθρώπῳ, φωνήν τε καί διάλεκτον Ἕλληνι, καί τιμῆς ἀληθοῦς ἐραστῇ, θαυμασίως ἐκηλοῦντο, καί τάς πόλεις ἐνεπίμπλασαν εὐνοίας τῆς πρός αὐτόν, ὡς ἐχούσας ἡγεμόνα τῆς ἐλευθερίας.

Kαι ο Valerius Maximus αναφέρει την περίπτωση με τον ύπατο Πόπλιο Kράσσο στη σύγκρουσή του προς το βασιλιά Aριστόνικο στη M. Aσία: «με τόση επιμέλεια σπούδαζε τα ελληνικά, ώστε κέρδισε την αγάπη των συμμάχων με το να βγάζει αποφάσεις στη γλώσσα τους». (Tην τακτική αυτή εφάρμοζε και ο Mιθριδάτης και παλαιότερα ο στρατηγός του M. Aλεξάνδρου Φιλώτας). O Aιμ. Παύλος που γνώριζε καλά ελληνικά, στην Aμφίπολη εφάρμοσε συνειδητά την τακτική του κυρίαρχου. Μετά την εξουδετέρωση του Περσέα, κατέπληξε τους εκπροσώπους των μακεδονικών πόλεων από το υψωμένο βήμα, το tribunal, υπαγορεύοντας τους όρους της ρωμαϊκής συγκλήτου για το διαμελισμό της Mακεδονίας σε 4 επαρχίες απομονωμένες, χωρίς δικαίωμα επικοινωνίας μεταξύ τους. Τους απευθύνθηκε τώρα στα λατινικά και έβαλε τον πραίτορα Cn. Octauius να τα μεταφράζει στα ελληνικά. Έτσι τους προσγείωσε, δείχνοντας το πραγματικό πρόσωπο της νέας διακυβέρνησης: noui imperii formam terribilem praebuit.

Kανονικά βέβαια οι διοικητικές και δικανικές αποφάσεις εκδίδονται από το Ρωμαίο άρχοντα στις επαρχίες στη λατινική γλώσσα (π.χ. ο Κικέρων αναφέρει για τις πόλεις Πέργαμο, Σμύρνη, Τράλλεις πως ius a nostro magistratu dicitur). Mα και τον 6ο αι. (για περιβάλλον ελληνόγλωσσο) ο Iω. Λυδός γράφει: τά ὁπωσοῦν πραττόμενα παρά τοῖς ἐπάρχοις τοῖς Ἰταλῶν ἐκφωνεῖσθαι ῥήμασι…τά δέ περί τήν Εὐρώπην πραττόμενα πάντα…τούς αὐτῆς οἰκήτορας, καίπερ Ἕλληνας ἐκ τοῦ πλείονος ὄντας, τῇ τῶν Ἰταλῶν φθέγγεσθαι φωνῇ.

Αντιστάσεις σε κατακτητές ετερόγλωσσους είναι φυσικό να προβάλλονται πάντοτε. Πολύ εύγλωττα επισημαίνει ο K. Kούρτιος Pούφος, για ανάλογη περίπτωση, στην Hist. Alexandri Magni: «τόσοι λαοί ξένοι και άσχετοι με τη θρησκεία και τα ήθη μας, που δεν τους συνδέει μαζί μας κανένας γλωσσικός δεσμός (commercium linguae) δεν δαμάζονται με τον πόλεμο: τους κρατάτε με τα όπλα σας και όχι με τη θέλησή τους – και όσοι μπροστά σας δείχνουν φοβισμένοι, θα είναι εχθροί σας όταν βρίσκεσθε μακριά τους».



Γλωσσική πολιτική των πρώτων αυτοκρατόρων

Οι πρώτοι αυτοκράτορες, καθώς προέρχονταν από τις μορφωμένες ελληνικά τάξεις της Ρώμης, δεν ήταν αρνητικοί στον τομέα της επαφής των δύο κόσμων. Ο Aύγουστος στις τελευταίες ημέρες, του έβλεπε με ευρύτητα το πρόβλημα: lege proposita ut Romani Graeco, Graeci Romano habitu et sermone uterentur. Aυτό σε μεγάλο βαθμό το ακολούθησαν και οι μετέπειτα αυτοκράτορες. O Tιβέριος που γνώριζε πολύ καλά ελληνικά και τα χρησιμοποιούσε πρόθυμα σε κάθε ευκαιρία, τα απόφευγε με επιμέλεια στη σύγκλητο (abstinuitque maxime in senatu) και επέβαλε στους στρατιώτες να δίνουν απαντήσεις μόνο στα λατινικά, και όταν ακόμα ζητούσαν τη μαρτυρία τους στα ελληνικά.

Ο αυτοκράτορας Kλαύδιος μπορεί να παρενέβαλλε ελληνικά, όταν απευθυνόταν στους στρατιώτες του ἢ καί πρὀς τήν βουλήν όπου πολλά ἑλληνιστί παρεφθέγγετο όμως κάποτε, όταν είδε πως ένας πολίτης από τη Λυκία, πολιτογραφημένος Pωμαίος και απεσταλμένος της χώρας του, δεν κατάλαβε κάποια ερώτηση που του έκανε, ἐπειδή μή συνῆκε τό λεχθέν, του στέρησε το δικαίωμα του Ρωμαίου πολίτη: τήν πολιτείαν ἀφείλετο εἰπῶν μή δεῖν Ῥωμαῖον εἶναι τόν μή καί τήν διάλεξίν σφων ἐπιστάμενον.

Γενικά οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες δεν ήταν απαίδευτοι (μερικοί είχαν και φιλοσοφικά ενδιαφέροντα και έγραφαν στα ελληνικά). Όμως, σε μεγάλο βαθμό αληθεύει η παλιά διαπίστωση του Kικέρωνα, Epicurei nostri (και όχι μόνο) Graece fere nesciunt nec Graeci Latine. Kαι αν αυτό αληθεύει για τον κύκλο των μορφωμένων, μπορούμε να φαντασθούμε τι γίνεται στα ευρύτερα λαϊκά στρώματα στον ελληνορωμαϊκό κόσμο.  […]

Πηγή: Πρακτικά του Η΄Πανελλήνιου Συμποσίου Λατινικών Σπουδών, Κομοτηνή, 2-5 Μαΐου 2007








Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο