Ο «λοιμός του Ιουστινιανού», η πρώτη πανδημία πανώλης στην Ευρώπη

Το έτος 541 μ.Χ., μια άγνωστη ασθένεια έκανε την εμφάνισή της στο Μεσογειακό λιμάνι της Αιγύπτου, Πηλούσιο, και εξαπλώθηκε σε όλες τις επαρχίες της Ανατολικής Ρωμαϊκής (Βυζαντινής) Αυτοκρατορίας. Η βουβωνική πανώλη είχε κάνει την πρώτη της εμφάνιση στην Ευρώπη και έμεινε γνωστή στην Ιστορία ως «Ιουστινιάνεια πανώλη», από το όνομα του Βυζαντινού Αυτοκράτορα Ιουστινιανού.

Η  εξάπλωσή της νόσου

Το 542 μ.Χ., η νόσος εμφανίστηκε και στην πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας, την Κωνσταντινούπολη, και άρχισε να εξαπλώνεται σταδιακά προς τη Δύση φθάνοντας μέχρι τη Βρετανία και την Ιρλανδία. Βασική πηγή πληροφόρησης σχετικά με τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στην Κωνσταντινούπολη εκείνη την περίοδο αποτελεί το έργο του Προκόπιου «Ιστορία των Πολέμων» και πιο συγκεκριμένα τα βιβλία του Περσικού Πολέμου.

Ο Προκόπιος διετέλεσε σύμβουλος και στρατιωτικός γραμματέας του στρατηγού Βελισάριου ακολουθώντας τον στις νικηφόρες εκστρατείες κατά των Περσών, των Βάνδαλων και των Γότθων. Είχε άμεση επαφή με το αυτοκρατορικό ζεύγος Ιουστινιανό και Θεοδώρα, γνώριζε τα μυστικά του παλατιού και τις κρατικές υποθέσεις και ήταν αυτόπτης μάρτυρας του λοιμού, καθώς ήδη είχε επιστρέψει στην πρωτεύουσα από την Ιταλία.



Σύμφωνα με την αφήγηση του Προκόπιου, η επιδημία ξεκίνησε από το Πηλούσιο της Αιγύπτου. Συγκεκριμένα, αναφέρει ότι ο λοιμός συνέβη τον τρίτο χρόνο του πολέμου κατά το δέκατο τρίτο έτος της βασιλείας του Ιουστινιανού και ότι η νόσος έφθασε στην Κωνσταντινούπολη τον δεύτερο χρόνο μετά την εμφάνισή της στο Πηλούσιο το 541, ίσως στα μέσα Ιουλίου.

Αναφέρει χαρακτηριστικά ότι η «νόσος απλώθηκε σε όλη τη γη» και φαινόταν να χαρακτηρίζεται από μια περιοδικότητα στην εμφάνισή της. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η άποψή του ότι, όπου κατέφθανε η νόσος, ενδημούσε εκεί για κάποιο διάστημα. Στη συνέχεια, μεταδιδόταν στις γειτονικές περιοχές ή επέστρεφε ξανά σε εκείνες που είχε ήδη πλήξει και μάλιστα με την ίδια ένταση.

Σύμφωνα με την περιγραφή του Προκόπιου, η επιδημία διήρκεσε τέσσερις μήνες, από τον Απρίλιο μέχρι τον Αύγουστο. Τα πρόδρομα συμπτώματα ήταν κοινά για όλους τους ασθενείς. Ο χαμηλός πυρετός ήταν ένα συνηθισμένο σύμπτωμα το οποίο δεν ενέπνεε ανησυχία ούτε στους ασθενείς αλλά ούτε και στους γιατρούς. Μέσα σε διάστημα 24 ωρών έως λίγων ημερών, εμφανιζόταν ραγδαία επιδείνωση της γενικής κατάστασης των ασθενών με την εμφάνιση λεμφαδενίτιδας στη μασχαλιαία και τη βουβωνική χώρα.

Τα συμπτώματα της νόσου και η θνησιμότητα

Κατά τον Προκόπιο, η νόσος είχε διαφορετική πορεία σε κάθε ασθενή. Μπορούσε να προκαλέσει κώμα ή μια μορφή παραφροσύνης συνοδευόμενη από αϋπνία, παρακρούσεις και παραισθήσεις. Οι δύο τελευταίες ευθύνονται για μεγάλο αριθμό θανάτων αφού πολλοί ασθενείς άκουγαν πνεύματα που τους καλούσαν και τα έβλεπαν να τους καταδιώκουν. Σ’ αυτήν την κατάσταση του ντελίριου που είχαν περιέλθει οι ασθενείς, πολλοί ήταν εκείνοι που έπεφταν σε πηγάδια για να κρυφτούν από τις οπτασίες ή γκρεμίζονταν από τα τείχη της πόλης.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η πληροφορία για τη μητρική και τη νεογνική θνησιμότητα την περίοδο της πανώλους. Φαίνεται ότι η θνησιμότητα άγγιζε το 100% και κατά τον Προκόπιο μόνο τρεις έγκυες έμειναν ζωντανές, αφού βέβαια απέβαλλαν το κύημα, καθώς και ένα μόνο νεογνό που επέζησε της γέννας.

Ο Προκόπιος παραθέτει επίσης την πληροφορία ότι η νόσος δεν ήταν μεταδοτική από άνθρωπο σε άνθρωπο, αφού όσοι έρχονταν σε στενή επαφή με τους ασθενείς (γιατροί και συγγενείς) δεν είχαν νοσήσει. Τα νέα κρούσματα που εμφανίζονταν, δεν ήταν αναγκαστικά στα μέλη της ίδιας οικογένειας, αλλά οποιοσδήποτε και οπουδήποτε μπορούσε να νοσήσει.

Ο Προκόπιος παρουσιάζει μια ζοφερή εικόνα σχετικά με τον αριθμό των θυμάτων, υποστηρίζοντας ότι στην ακμή της επιδημίας σημειώνονταν μέχρι και 5.000 θάνατοι ημερησίως. Ο Ιωάννης της Εφέσου ανεβάζει μάλιστα τους νεκρούς έως και 16.000 ημερησίως ενώ στη Χρονογραφία του Θεοδόσιου αναγιγνώσκουμε μια φράση, τυπική και για τους χρονικογράφους των κατοπινών αιώνων, «μένειν ατάφους τους τεθνεώτας δια το μην εξαρκείν τους κραββάτους των εκκλησιών και των οίκων, εκφέρειν αυτούς».



Ο Αυτοκράτορας Ιουστινιανός νοσεί από τον λοιμό

Ο Ιουστινιανός Α΄ (Φλάβιος Πέτρος Σαββάτιος) γνωστός και ως Μέγας Ιουστινιανός, ήταν βυζαντινός αυτοκράτορας κατά το χρονικό διάστημα 527–565, το διάστημα που είχε ξεσπάσει και η επιδημία πανώλης στην Αυτοκρατορία.

Ο ίδιος ο αυτοκράτορας προσβλήθηκε από πανώλη με αποτέλεσμα να νοσήσει πολύ σοβαρά. Η κατάσταση της υγείας του αυτοκράτορα επιδεινώθηκε τόσο ώστε σε όλους δινόταν η εντύπωση ότι θα πεθάνει γρήγορα. Η ασθένεια ήταν τόσο σοβαρή που τον έφερε στα πρόθυρα του θανάτου, γεγονός που είχε πολιτικές επιπτώσεις, θέτοντας θέμα διαδοχής, προκαλώντας την οργή και την αντίδραση της αυτοκράτειρας Θεοδώρας.

Ακόμη και οι γιατροί του στο Μέγα Παλάτιον τον είχαν εγκαταλείψει, θεωρώντας τον νεκρό. Λέγεται πως τότε παρουσιάστηκαν σε όραμα οι Άγιοι Ανάργυροι και έδωσαν την πολυπόθητη θεραπεία: «…ἔς ὄψιν ἐλθόντες ἐσώσαντο οἱ ἅγιοι οὗτοι, ἐκ τοῦ παραδόξου καί τοῦ παραλόγου, καί ὀρθόν ἔστησαν…».

Οι Βυζαντινοί, ασχέτως κοινωνικής τάξης, προσέφευγαν στη θεία Χάρη για να ικετεύσουν τη θεραπεία τους, καθώς θεωρούσαν ότι η επιστημονική Ιατρική της εποχής λίγη αποτελεσματικότητα είχε στη θεραπεία και την ίαση των ασθενειών.

Πηγές: 

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΕΠΙΔΗΜΙΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΗΣ ΠΑΝΩΛΟΥΣ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΥΣ ΧΡΟΝΟΥΣ (330-1453 μ.Χ.)

Οι θαυματουργικές θεραπείες των ασθενειών του αυτοκράτορα Ιουστινιανού Α΄ (482–565 μ.Χ.)
Φωτογραφία