Ο ελληνικός πληθυσμός της Κωνσταντινούπολης μέχρι το 1922

Με τη συνθήκη της Λωζάννης, οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης εξαιρέθηκαν από την ανταλλαγή πληθυσμών. Ενώ στους όρους της σύμβασης για τον ανταλλάξιμο πληθυσμό μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας χρησιμοποιήθηκε ως κριτήριο το θρήσκευμα, για την Κωνσταντινούπολη δεν γινόταν αναφορά απλά σε Χριστιανούς που υπάγονταν στο Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης, αλλά προβλεπόταν ξεκάθαρα πως απαλλάσσονταν από την ανταλλαγή μόνο οι Έλληνες.

Βέβαια, μέσα στους όρους της συνθήκης, εξαιρούνταν από την ανταλλαγή πληθυσμών όσοι Έλληνες κατοικούσαν στο Βιλαέτι της Κωνσταντινούπολης, συνεπώς αρκετοί Ρωμιοί που κατοικούσαν στα προάστια της Κωνσταντινούπολης κρίθηκαν ανταλλάξιμοι. Ακόμη, ανταλλάξιμοι θεωρήθηκαν όσοι εγκαταστάθηκαν στην Κωνσταντινούπολη μετά τις 30 Οκτωβρίου 1918, οι οποίοι υπολογίζεται να ήταν γύρω στις 38.000.

Ο ελληνικός πληθυσμός της Πόλης

Σύμφωνα με βρετανικές εκτιμήσεις, μέχρι το 1914 κατοικούσαν στην Κωνσταντινούπολη 300.000 Έλληνες, ενώ ταυτόχρονα αναγράφεται σε άλλες πηγές πως το διάστημα μεταξύ των ετών 1914-1922 ο αριθμός των Ελλήνων αυξήθηκε κατά 100.000. Συνεπώς, ο αριθμός των 400.000 Ελλήνων στην Πόλη δικαιολογούσε απόλυτα τον χαρακτηρισμό τους ως ελληνική μειονότητα της Τουρκίας, όσο κι αν σήμερα κάποιοι τύποι στην Ελλάδα διαδίδουν σε συνεντεύξεις τους πως η παρουσία 1.500 Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης είναι ασήμαντος αριθμός για να είναι μειονότητα, ψάχνοντας να βρουν σαθρά επιχειρήματα για να στηρίξουν τις ανιστόρητες θεωρίες τους περί δήθεν «Μακεδονικής» μειονότητας στη Μακεδονία (!).

Μέχρι το 1922, οι Ελληνορθόδοξοι της Κωνσταντινούπολης συνιστούσαν μια οικονομικά εύρωστη κοινότητα. Η παρουσία των Ελλήνων στην Πόλη είχε τονωθεί από τα μέσα και κυρίως τα τέλη του 19ου αιώνα, εποχή που εγκαταστάθηκαν στην Πόλη Έλληνες από πολλές περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Επίδοξοι επιχειρηματίες, έμποροι, εκπαιδευτικοί για τα περίφημα σχολεία, εργάτες και εργάτριες ήρθαν στην Κωνσταντινούπολη από τα νησιά, τον Πόντο, τη Μακεδονία, την Ήπειρο και τα μικρασιατικά παράλια.

Η προέλευση και η τοπικότητα συχνά καθόριζαν και τη γειτονιά που κατοικούσαν οι Έλληνες. Στον Γαλατά κατοικούσαν οι Χιώτες και μάλιστα είχαν και δική τους εκκλησία, τον Άγιο Ιωάννη των Χίων. Οι Ηπειρώτες πάλι κατοικούσαν στην ευρωπαϊκή ακτή του Βοσπόρου, στις συνοικίες Πασά-μπαξέ και στο Μπογιατζίκιοϊ. Στο Κοντοσκάλι υπήρχαν πολλές ταβέρνες που ανήκαν σε μετανάστες από το Λεωνίδιο, οι οποίοι μιλούσαν μάλιστα τσακώνικα.



Ακόμη, στο Κοντοσκάλι κατοικούσαν Θρακιώτες και Καππαδόκες, οι οποίοι είχαν και ξεχωριστές ενορίες: οι Θρακιώτες κατοικούσαν στην ενορία της Παναγίας Ελπίδος και οι Καραμανλήδες στην ενορία της Αγίας Κυριακής. Οι κάτοικοι αυτών των δύο ενοριών έρχονταν συχνά σε σύγκρουση σε σημείο να ζητήσουν οι Καππαδόκες το 1954 να διαχωριστούν διοικητικά από τους Θράκες, καθώς υποστήριζαν πως δεν μπορούσαν να συγχρωτίζονται Ανατολίτες με Θράκες.

Λόγω των πολιτικών συνθηκών μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, της εθνικοποίησης πολλών επαγγελμάτων αλλά και των σκληρών μέτρων που ακολούθησε η Τουρκία απέναντι στους Έλληνες της Κωνσταντινούπολης, αλλά κυρίως με τις συστηματικές διώξεις, ο αριθμός των Ρωμιών άρχισε να μειώνεται δραματικά. Η Κωνσταντινούπολη, που αποτέλεσε αιώνες την έδρα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, μετονομάστηκε επίσημα από την Τουρκική Δημοκρατία ως «Ινστάμπουλ» στις 28 Μαρτίου του 1930.

Σχετικά με τη μετονομασία σε Ινστάμπουλ

Η ετυμολογία του όρου δεν είναι γνωστή με βεβαιότητα. Περισσότερο αποδεκτή είναι η άποψη πως προέρχεται από τις ελληνικές λέξεις «εις την πόλη». Θεωρείται εξάλλου πιθανό πως με δεδομένα τη σπουδαιότητα και το μέγεθός της, οι κάτοικοί της την αποκαλούσαν απλά «Πόλη», όπως αποκαλείται συχνά μέχρι σήμερα από τους Έλληνες.

Η ονομασία Ιστάνμπουλ, μαζί με τις παραλλαγές Ιστινμπόλ [Istinbol] ή Ιστανμπόλ [Istanbol] χρησιμοποιήθηκαν κατά την περίοδο του σουλτανάτου των Σελτζούκων, καθώς και κατά την πρώιμη οθωμανική περίοδο, ενώ η προφορά της ονομασίας ως εις την πόλη [Istinboli] πιστοποιείται σύμφωνα με πηγές από τα τέλη του 14ου αιώνα.

Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, ο όρος Ισταμπούλ πηγάζει από τη λέξη Ισλαμπούλ [Islambul], δηλαδή πόλη του Ισλάμ, αν και αυτή η υπόθεση φαίνεται να προσκρούει στο γεγονός της χρήσης του ονόματος πριν ακόμα γίνει πρωτεύουσα της οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Το ελαφρά παραλλαγμένο όνομα Ισλαμπόλ [Islam-bol], που μεταφράζεται ως «εκεί που το Ισλάμ αφθονεί», φαίνεται πως δόθηκε στην πόλη από τον Μωάμεθ Β’ και συναντάται σε έγγραφα του 15ου αιώνα, καθώς και σε φιρμάνι του 1760/1 -που τελικά δεν εφαρμόστηκε- σύμφωνα με το οποίο θα έπρεπε να αποτελεί επίσημο όνομα της πόλης.

Η ονομασία Κωνσταντινούπολη [οθ. τουρκ. . قسطنطينيه, Konstantiniyye] βρισκόταν σε παράλληλη χρήση, κυρίως σε επίσημα οθωμανικά έγγραφα, λογοτεχνικά έργα, αλλά και νομισματικές κοπές. Ήταν σε χρήση περισσότερο σε κύκλους λογίων, ενώ στην καθημερινή επικοινωνία κυριαρχούσαν διάφορες παραλλαγές της ονομασίας Ιστανμπούλ.

Πηγές:

Η ρωμαϊκή μειονότητα της Κωνσταντινούπολης στον μεσοπόλεμο: κοινοτική συγκρότηση, ιδεολογία και η οριοθέτησή της στο τουρκικό εθνικό περιβάλλον

constantinoupoli.com
Φωτογραφία 

 








Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο