Οι Ρομά που δεν είναι ούτε «Ρομανόβλαχοι» ούτε Βλάχοι

Πρόσφατα, με αφορμή την επιβολή καραντίνας λόγω κρουσμάτων Κορονοϊού σε συνοικία της Λάρισας που κατοικούν Ρομά, ακούσαμε όλοι από το κανάλι της κρατικής τηλεόρασης τη διαμαρτυρία κατοίκου της συνοικίας που έμπαινε σε καραντίνα να διαμαρτύρεται πως αυτοί δεν είναι Ρομά αλλά Ρομανόβλαχοι. Αλήθεια, λοιπόν, υπάρχουν Βλάχοι Ρομά ή όπως αυτοαποκαλούνται κάποιοι «Ρομανόβλαχοι»;

Σε παλιότερες δημοσιεύσεις έχουμε αναφερθεί διεξοδικά τόσο στην ελληνικότητα των Βλάχων της Ελλάδας όσο και στη δράση της Ρουμανικής προπαγάνδας. Πάντως, από τις πληροφορίες και τις πηγές που ανατρέξαμε, η πεποίθηση των Ρομά πως είναι «Ρομανόβλαχοι» δεν προκύπτει να σχετίζεται με τη ρουμάνικη προπαγάνδα ή όποια άλλη ξενόφερτη προπαγάνδα.

Οι πρώτες μελέτες για τους Ρομά και τη γλώσσα τους

Λίγα χρόνια πριν τη δημιουργία του Ελληνικού Κράτος, ο Θεσσαλός λόγιος Δανιήλ Φιλιππίδης εξέδωσε στη Λειψία, στα ελληνικά, ένα ιστορικό και ένα γεωγραφικό εγχειρίδιο για τις παραδουνάβιες ηγεμονίες όπου ζούσε διδάσκοντας θετικές επιστήμες και φιλοσοφία. Ένα από τα «ξένα» αυτά έθνη που είχαν αποτελέσει αντικείμενο μελέτης του Φιλιππίδη ήταν και «οι Αιγύπτιοι, ους τζιγγάνους οι μολδοβάνοι ονομάζουσιν […] ους γύφτους καλείν ειώθαμεν».

Ο Φιλιππίδης αφιέρωσε μάλιστα ένα κεφάλαιο του «Γεωγραφικού της Ρουμουνίας» για να εξετάσει το «ουτιδανόν τούτο έθνος», όπως χαρακτήριζε τότε τους Ρομά ο ανώνυμος συντάκτης της δεύτερης βιβλιοκρισίας. Στο συγκεκριμένο κεφάλαιο, ο γεωγράφος αναφέρεται, με αρκετές λεπτομέρειες, στην προέλευση και στις μετακινήσεις των «Αιγυπτίων», στον τρόπο ζωής τους –στον «πλανήτην και σκηνιτικόν» ή «εδραίον» βίο τους–, διακρίνοντάς τους αντίστοιχα σε «άγριους» και σε «ήμερους», στις επαγγελματικές ασχολίες τους, στην κοινωνική θέση τους και στη γλώσσα τους.

Σχετικά με τη γλώσσα των Ρομά, ο Φιλιππίδης αναφέρει μόνο ότι μερικοί σκηνίτες των ρουμανικών χωρών μιλούσαν μια ιδιαίτερη διάλεκτο, η οποία μάλιστα περιλάμβανε και πολλές ελληνικές λέξεις: «ελληνικαί πολλαί λέξεις ακούονται».

Περισσότερες παρατηρήσεις για τη γλώσσα των Ρομά διατύπωσε λίγα χρόνια αργότερα ένας άλλος λόγιος, ο δάσκαλος Κωνσταντίνος Πολυχρονιάδης, ο οποίος καταγόταν από το Ζαγόρι της Ηπείρου. Ο Πολυχρονιάδης, ο οποίος ανήκε στον κύκλο του Κοραή, δημοσίευσε ανώνυμα στο Παρίσι, κατά τα έτη 1820-1821, ένα υπόμνημα για τους λαούς που κατοικούσαν στις ευρωπαϊκές επαρχίες της οθωμανικής αυτοκρατορίας, και στο πλαίσιο αυτό εξέτασε σύντομα και τους «Zingaris, ou Bohémiens».



Όσον αφορά τη γλώσσα των Ρομά, ο Πολυχρονιάδης γράφει ότι στην «κυρίως Ελλάδα» δεν συνάντησε Ρομά να μιλούν άλλη γλώσσα πέρα από τις ελληνικές τοπικές διαλέκτους, ωστόσο στις ανατολικές οθωμανικές επαρχίες παρατήρησε ότι μιλούσαν συνήθως, πέρα από την τουρκική, και «μια ιδιαίτερη ακατάληπτη γλώσσα». Τέλος, στις παραδουνάβιες ηγεμονίες διαπίστωσε ότι η γλώσσα ήταν ανάλογη του τρόπου ζωής: οι εδραίοι Ρομά μιλούσαν τη βλάχικη, ενώ οι σκηνίτες τη δική τους γλώσσα.

Βλέπουμε, λοιπόν, πως ήδη από τον 19ο αιώνα ήταν γνωστό πως οι Ρομά μιλούσαν και τη βλαχική, χωρίς αυτό να σημαίνει πως ήταν Βλάχοι, Αρωμούνοι, ούτε πως η υιοθέτηση ενός γλωσσικού τύπου αποτελούσε στοιχείο καταγωγής ή ακόμη και εθνοτικής ομάδας. Άλλωστε, οι Ρομά συνηθίζουν να εμπλουτίζουν τη γλώσσα τους, τη Ρομανί ή Ρομανές, με λέξεις της κυρίαρχης γλώσσας της περιοχής που κατοικούν.

Πώς όμως σήμερα οι Ρομά έχουν την πεποίθηση πως είναι Βλάχοι;

Το γεγονός πως υπάρχουν σήμερα Ρομά που ζουν σε αστικά κέντρα και ισχυρίζονται πως είναι Βλάχοι, «Ρομανόβλαχοι» δεν σημαίνει απαραίτητα πως ψεύδονται, ίσως απλά βρίσκονται σε σύγχυση ή οι οικογένειές τους δεν τους φανέρωσαν ποτέ ποια είναι η πραγματική καταγωγή τους.

Μέσα στη διδακτορική διατριβή του Θεόδωρου Σπύρου με τίτλο: «Οι Βλάχοι και οι Τόποι τους: Kοινωνικός μετασχηματισμός και “μεταμορφώσεις” της ταυτότητας σε μια βλαχόφωνη κοινότητα της Πίνδου» μπορεί κανείς να λάβει σημαντικές πληροφορίες για την εγκατάσταση Ρομά στα βλαχόφωνα χωριά της Πίνδου, κυρίως στα ορεινά χωριά στα όρια των νομών Ιωαννίνων, Γρεβενών και Τρικάλων, όπου σιγά σιγά με το πέρασμα του χρόνου υιοθέτησαν στοιχεία της βλαχικής στη γλώσσα τους.

Ως ένα παράδειγμα εγκατάστασης Ρομά σε χωριό με βλαχόφωνους Έλληνες αναφέρεται το Νεοχώρι, στα ορεινά της δυτικής Θεσσαλίας, που γινόταν σαφής διάκριση μεταξύ των ντόπιων και των «ξένων». Με βάση την τοπική μυθιστορία, ένα τμήμα του πληθυσμού του Παλαιοχωρίου, του «παλιού χωριού» προήλθε από την Μοσχόπολη κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 18ου αιώνα. Έτσι, όλες οι οικογένειες με «ρίζες» στο «Παλιό Χωριό», ανεξάρτητα από το χρονικό βάθος αυτών των «ριζών», εγγράφονται στην κατηγορία του «ντόπιου». Οι ντόπιοι, λοιπόν, Νεοχωρίτες ήταν οι γνήσιοι Βλάχοι και ως «ξένοι» θεωρούνται οι Αρόμ, οι οποίοι αποκαλούνταν «γύφτοι».

Σύμφωνα με τις αφηγήσεις ορισμένων ντόπιων Νεοχωριτών, οι πρώτες οικογένειες Αρόμ εγκαταστάθηκαν στο Νεοχώρι κατά τα τέλη του 19ου αιώνα ή στις αρχές του 20ού αιώνα από την Τούργια-Κρανιά των Γρεβενών. Ήρθαν, λοιπόν ως σιδεράδες δύο Αρόμ, οι οικογένειές των οποίων θα αποτελέσουν τον αρχικό πυρήνα για την μετέπειτα συγκρότηση της ομάδας.

Εκτός από το Νεοχώρι, Αρόμ φαίνεται πως εγκαταστάθηκαν και σε χωριά του Ασπροποτάμου, στους Καλαρρύτες και αλλού, και κυρίως ζούσαν σε καλύβες στις παρυφές των χωριών, οι οποίοι παντού και πάντα θεωρούνταν ως ξένοι και ουδέποτε σημειώθηκαν επιγαμίες. Καθώς, λοιπόν, οι Αρόμ, οι λεγόμενοι «γύφτοι», κατοίκησαν σε βλαχόφωνα χωριά, ήταν λογικό να υιοθετήσουν και τύπους του βλαχικού ιδιώματος.

Σε ό,τι αφορά στην πολιτισμική διαφοροποίηση, από την πλευρά τόσο των Βλάχων όσο και των Αρόμ Νεοχωριτών αν και οι δύο ομάδες ήταν Βλαχόφωνοι, ωστόσο τονιζόταν η «διαφορετική νοοτροπία» τους. Σε ό,τι αφορά στα «φυσικά χαρακτηριστικά», ως βασικό στοιχείο διαφοροποίησης αναφέρεται συχνά το «χρώμα του δέρματος». Στην προοπτική αυτή, οι Αρόμ περιγράφονται από τους Βλάχους ως «μελαχρινοί», σε αντιδιαστολή με τους ίδιους που η κυρίαρχη εικόνα τούς θέλει «καστανόξανθους».



Από τους Αρόμ στους «Ρομανόβλαχους»

Όσο οι Αρόμ ζούσαν στα βλαχόφωνα χωριά της Πίνδου, ο διαχωρισμός τους από τους ντόπιους Βλάχους θεωρούνταν δεδομένος. Όμως, μετά την αστικοποίηση και την εγκατάσταση των Αρόμ σε μεγάλα αστικά κέντρα, για τους νεώτερους που γεννήθηκαν στην πόλη έπαψε πια να υπάρχει εκείνη η παλιά διαφοροποίηση του χωριού. Η συνεχιζόμενη απαξίωση των «γύφτων» στα πλαίσια του αστικού χώρου και της εθνικής ιδεολογίας, οδήγησε τους βλαχόφωνους Αρόμ στην υιοθέτηση της βλάχικης ταυτότητας. Κάτι τέτοιο ήταν πλέον δυνατό στον αστικό χώρο, αφενός λόγω της αποκλειστικής πια χρήσης της βλάχικης γλώσσας και, αφετέρου, λόγω της άγνοιας των νέων γειτόνων τους για το «στιγματισμένο» παρελθόν τους.

Με την πάροδο, λοιπόν, του χρόνου η υιοθέτηση της βλάχικης ταυτότητας πήρε τέτοιες διαστάσεις, ώστε τα νεαρότερα μέλη της ομάδας να αγνοούν στην πλειοψηφία τους για μεγάλο διάστημα της ζωής τους την όποια «ιδιαιτερότητα» από τους υπόλοιπους «συγχωριανούς» τους, ότι δηλαδή δεν είχαν ρίζες από βλάχικες οικογένειες αλλά από Ρομά.

Πηγές:
Θεόδωρος Σπύρου με τίτλο: «Οι Βλάχοι και οι Τόποι τους: Kοινωνικός μετασχηματισμός και “μεταμορφώσεις” της ταυτότητας σε μια βλαχόφωνη κοινότητα της Πίνδου»

ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ ΤΩΝ POMA ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΟΓΛΩΣΣΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΟΙ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΛΟΓΙΟΥΣ ΤΟΥ 19ου ΑΙΩΝΑ

Φωτογραφία 

 








Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο