Οι Ληστές ή λησταρχοκαπεταναίοι του 19ου και 20ου αιώνα στην Ελλάδα



Μετά τη συγκρότηση του Ελληνικού Κράτους και του ερχομού του Όθωνα στην Ελλάδα, συγκροτήθηκε τακτικός στρατός από Βαυαρούς στρατιώτες, παραγκωνίζοντας τους παλαιούς αγωνιστές της Επανάστασης. Έτσι, λοιπόν, πολλοί αγωνιστές μην έχοντας άλλους πόρους ζωής, κατέφυγαν στα βουνά και έγιναν ληστές. Μάλιστα, πολλοί αγωνιστές από τη Θεσσαλία, την Ήπειρο και τη Μακεδονία, επειδή δεν μπορούσαν πια να επιστρέψουν στις τουρκοκρατούμενες πατρίδες τους και φυσικά δεν μπορούσαν να επιβιώσουν, έγιναν λήσταρχοι καπεταναίοι στη Στερεά Ελλάδα.

Λήσταρχοι τον 19ο αιώνα

Τα πρώτα χρόνια μετά τη δημιουργία του Ελληνικού κράτους, οι λήσταρχοι με τη μεγαλύτερη δράση ήταν οι: Παναγής Ρουπακιάς, Αθανάσιος Χοσιάδας, Γιάννης Γιαταγάνας, Αναστάσιος Καλαμάτας, Γεώργιος Πεσλής, Μέτσος Μαλισόβας, Αθανάσιος Μαλισόβας, Νικόλαος Μερεντίτης, Βασίλης Μπαϊρακτάρης, Δημήτριος Κορκόντζελος και ο Γιαμάς.

Γενικά, στις συμμορίες των ληστών δεν υπήρχαν παντρεμένοι και γυναίκες. Ωστόσο, υπήρξαν και γυναίκες λησταρχίνες, όπως η Αγγέλω Σεϊτζάνη και η Ελένη του Ντελή.

Ο τρόπος δράσης των ληστών

Οι ληστοκαπεταναίοι δρούσαν κυρίως στην ελληνοτουρκική μεθόριο. Συνήθως, οι ληστές έστηναν καρτέρι στους διαβάτες σε κλειστό τόπο ή σε μονοπεράσματα. Όταν εμφανιζόταν το θύμα, οι ληστές με την απειλή όπλων άρπαζαν από τον συλληφθέντα τιμαλφή, ρολόγια και χρήματα. Όλα αυτά έμεναν στην ομάδα που έκανε την επίθεση και δεν μοιράζονταν με τα υπόλοιπα μέλη της συμμορίας.

Στη συνέχεια, ο αιχμάλωτος οδηγούνταν στον αρχηγό της συμμορίας, ο οποίος όριζε το ποσό των λύτρων για την ανταλλαγή με τον αιχμάλωτο, όπως και τις λεπτομέρειες για τον τόπο και την ώρα της ανταλλαγής. Το καλό βέβαια στην όλη υπόθεση ήταν πως οι ληστές στόχευαν μόνο στα χρήματα. Τα μέλη της συμμορίας φρόντιζαν το θύμα καθ’ όλη τη διάρκεια της αιχμαλωσίας του και μόλις εισέπρατταν τα λύτρα, άφηναν τους ομήρους ελεύθερους. Στην περίπτωση όμως που είτε δεν δίνονταν τα λύτρα είτε ειδοποιούνταν η Χωροφυλακή, αμέσως εκτελούσαν τους ομήρους.

Οι ληστές δεν έμεναν πάντα κρυμμένοι στα βουνά, αλλά συχνά εισέρχονταν και στην Αθήνα. Μάλιστα, πολλές φορές στην Αθήνα συναντιούνταν με βουλευτές και υπουργούς, καθώς η πολιτική διαφθορά που υπήρχε τότε, οδήγησε στο σημείο η εκάστοτε αντιπολίτευση να χρησιμοποιεί τους ληστές για τις δικές της υποθέσεις.

Ομηρία ξένων περιηγητών που κατέληξε σε δολοφονία

Στις 31 Μαρτίου του 1870, η συμμορία του Τάκου και Χρήστου Αρβανιτάκη συνέλαβε στο Πικέρμι Αττικής μια παρέα ξένων περιηγητών. Η παρέα αποτελούνταν από το λόρδο και τη λαίδη Μάνκαστερ, το νεαρό φίλο τους Φρέντερικ Βάινερ, το δικηγόρο της Εταιρείας των Σιδηροδρόμων Έντουαρντ Λόιντ, τη σύζυγό του και την κόρη τους, το γραμματέα της βρετανικής πρεσβείας στην Αθήνα, Έντουαρντ Χέμπερτ και το γραμματέα της ιταλικής πρεσβείας στην Αθήνα, κόμη Αλμπέρτο ντε Μπόιλ. Ο Τάκος Αρβανιτάκης, αρχηγός της συμμορίας, έστειλε μήνυμα στην κυβέρνηση ζητώντας ως λύτρα 50.000 δρχ., και τη χορήγηση αμνηστίας.

Ενώ η αγγλική πρεσβεία δέχτηκε τους όρους των ληστών, η κυβέρνηση αρνήθηκε να υποκύψει στα αιτήματα των ληστών και έστειλε στρατιωτικό απόσπασμα για την ανακάλυψη και σύλληψη των απαγωγέων. Οι ληστές αρχικά απελευθέρωσαν τις γυναίκες και στη συνέχεια κατευθύνθηκαν προς τον Ωρωπό. Στις 9 Απριλίου οι άνδρες του αποσπάσματος συνάντησαν τους ληστές στο Δήλεσι, βόρεια του Ωρωπού, και οι ληστές προσπαθώντας να διαφύγουν σκότωσαν τους ομήρους.

Στη συμπλοκή που ακολούθησε, σκοτώθηκαν 10 στρατιώτες και 20 ληστές, ανάμεσά τους και ο Χρήστος Αρβανιτάκης, ενώ ο Τάκος Αρβανιτάκης κατάφερε να διαφύγει. Συνολικά συνελήφθησαν εννέα ληστές, οι οποίοι στη συνέχεια καταδικάστηκαν σε θάνατο και εκτελέστηκαν με λαιμητόμο.

Εξαιτίας της διεθνούς καταρράκωσης του κύρους της Ελλάδας, ο πρωθυπουργός Θ. Ζαΐμης παραιτήθηκε. Η Ελλάδα τότε εξέφρασε τη λύπη της στις κυβερνήσεις της Αγγλίας και της Ιταλίας και κατέβαλε σε κάθε μία από τις οικογένειες των θυμάτων το ποσό των 22.000 λιρών ως αποζημίωση.

Οι ληστές του 20ου αιώνα

Μετά την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας στο Ελληνικό Κράτος το 1881, ληστρικές ομάδες έδρασαν και στα Θεσσαλικά βουνά. Το φαινόμενο της ληστείας στη Θεσσαλία βρισκόταν σε άμεση σχέση και με το αγροτικό πρόβλημα, καθώς οι περισσότερες οικογένειες στο θεσσαλικό κάμπο δεν διέθεταν αγροτικές ιδιοκτησίες ούτε μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τις εθνικές γαίες ως βοσκοτόπια.

Γνωστοί λήσταρχοι που έδρασαν στη Θεσσαλία ήταν ο Γρηγόρης Γκάρτζος και ο Βασίλης Γκουντούφας ή Κουτσοβασίλης από τη Τζούρτζια Ασπροποτάμου. Επίσης, ο Μήτρος Τζάτζας είχε έντονη ληστρική δράση στη Θεσσαλία από το 1912 έως το 1930. Ο Μήτρος Τζάτζας μάλιστα απήγαγε και κράτησε όμηρο στα βουνά των Τρικάλων ακόμα και τον γερουσιαστή Σωτήριο Χατζηγάκη, παππού του πρώην αντιπροέδρου της Βουλής και υπουργού Σωτήρη Χατζηγάκη.

Μετά τους Βαλκανικούς πολέμους, η ληστεία μετατοπίστηκε στις Νέες Χώρες και ιδιαίτερα στην Ήπειρο. Μεγάλη αύξηση της ληστρικής δράσης παρατηρήθηκε κατά την περίοδο 1923 με 1928, και στην Ήπειρο δρούσαν δύο κυρίως ληστρικές ομάδες, αυτή των αδερφών Ρεντζαίων και αυτή των εξαδέλφων Κουμπαίων.



Οι ληστοσυμμορίες του Γιαγκούλα και του Μπαμπάνη

Την τριετία από το 1922 έως το 1925, οι συμμορίες ληστών του Γιαγκούλα και του Μαμπάνη έδρασαν στη βόρεια Θεσσαλία, στη δυτική Μακεδονία και στην Πιερία. Ο Γιαγκούλας την εποχή της ενεργούς δράσης του είχε σπείρει τον τρόμο σε ολόκληρη την επαρχία Ελασσόνας και στους νομούς της Κοζάνης και Πιερίας, όχι μόνο στους κατοίκους αλλά ακόμη και στη Χωροφυλακή.

Εκείνη την εποχή, ο λήσταρχος Γιαγκούλας ήταν γύρω στην ηλικία των 30 ετών και βάσει των περιγραφών των θυμάτων του υπήρξε ένας ευπαρουσίαστος νέος άντρας, με ξανθά μαλλιά, μέτρια γενειάδα και ευγενική συμπεριφορά.

Λέγεται πως ο Γιαγκούλας βγήκε στα βουνά ως ληστής από ασήμαντη αφορμή. Μετά την κατηγορία ζωοκλοπής, τον βασάνισαν και τον έκλεισαν σε φυλακή στην Αθήνα. Καθώς όμως τον μετέφεραν με τρένο στη Θεσσαλονίκη για να δικαστεί για κάποια άλλη υπόθεση, εκείνος δραπέτευσε στο σταθμό του Πυργετού και κατέφυγε ληστής στα βουνά.

Το καλοκαίρι του 1925 η συμμορία του Γιαγκούλα ενώθηκε με εκείνη του Μπαμπάνη και στις αρχές Σεπτεμβρίου πραγματοποίησαν την τελευταία απαγωγή τους στο Γκουνταμάνι Ολύμπου, παίρνοντας μάλιστα ως ομήρους δύο μικρά παιδιά.

Η επιστολή της απαγωγής

Κύριε Διονύση, κάποτε έγινες προδότης σε ένα παληκάρι μας και σκοτώθηκε στην αυλή του σπιτιού σου. Για τιμωρία σου παίρνομε το παιδί σου σκλάβο και για να το απελευθερώσης θα μας στείλης χαράτσι 20 χιλιάδες δολάρια ή άλλως θα σου στείλουμε το κεφάλι του στον τροβά. Τα θέλομεν δολάρια και όχι χρήματα.

Κύριε Μιλτιάδη, κάποτε με ένα φακό που έριξες από το σπίτι σου, θέλησες να μας προδόσης. Για τιμωρία σου παίρνομε το παιδί σκλάβο και για να το απελευθερώσεις, θα μας στείλης χαράτσι 10 χιλ. δολάρια ειδάλλως θα σου στείλωμεν το κεφάλι του εις τον τορβά. Το ξαναγράφω δολάρια όχι χρήματα.

Μετά από δύο εβδομάδες ομηρίας των παιδιών, το απόσπασμα της Χωροφυλακής έστησε ενέδρα στους απαγωγείς. Κατά τη συμπλοκή έπεσαν νεκροί πολλοί ληστές, ανάμεσά τους και ο Γιαγκούλας.

Έπειτα από την εξόντωση των ληστών, τα κεφάλια τους κρεμάστηκαν στα κάγκελα του σιδηροδρομικού σταθμού Kατερίνης, ενώ λέγεται ότι τη σκηνή είδε ιδίοις όμμασι και ο πρωθυπουργός Πάγκαλος.

Πηγές:
ΛΗΣΤΕΣ ΚΑΙ ΛΗΣΤΑΝΤΑΡΤΕΣ ΣΤΗΝ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΕΛΛΑΔΑ ΤΟ 1835-1836
Το Φαινόμενο της Ληστείας στην Ελλάδα ( 1833-1933)
Η ΑΠΑΓΩΓΗ

 








Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο