Οι Ιωαννίτες Ιππότες υπερασπίζοντας τη Ρόδο από τους Τούρκους

Το Τάγμα των Ιπποτών του Αγίου Ιωάννη εγκαταστάθηκε στη Ρόδο γύρω στο 1309, δημιουργώντας ένα ισχυρό προπύργιο του Χριστιανισμού στα Δωδεκάνησα έναντι των τουρκικών επιθέσεων. Η ονομασία του Τάγματος ήταν αρχικά «Ordre de Saint Jean de Jérusalem» και οι μοναχοί του ήταν γνωστοί ως «Hospitallers» ή «Ιππότες του Αγίου Ιωάννου» (Chevaliers de Saint Jean de Jerusalem), και αργότερα ως «Ιππότες της Ρόδου» και «Ιππότες της Μάλτας».

Η ιστορία του Τάγματος

Το Τάγμα είχε ιδρυθεί στα τέλη του 6ου αιώνα, όμως αρχικά δεν είχε αναπτύξει κάποια ενεργό δράση. Ουσιαστικά, εμφανίστηκε πριν την πρώτη σταυροφορία (1096-1098) και εγκαταστάθηκε στους Αγίους Τόπους ως ένα μοναχικό Τάγμα υπό την προστασία του Αγίου Ιωάννη με αποστολή να περιθάλπει στα ιδρύματά του τους άρρωστους Ευρωπαίους προσκυνητές. Το Τάγμα αυτό βρισκόταν κάτω από την επίβλεψη και προστασία του Πάπα, ενισχύθηκε με πολλές δωρεές και κατατάσσονταν σ’ αυτό νέοι από τις πιο ευγενικές οικογένειες της Ευρώπης, κυρίως Ιταλοί, Γάλλοι και Ισπανοί.

Μετά την πρώτη σταυροφορία και την ίδρυση του φραγκικού βασιλείου της Παλαιστίνης, οι μοναχοί του Τάγματος έλαβαν την ιδιότητα του πολεμιστή, του «Ιππότη», αποτελώντας ταυτόχρονα εκκλησιαστικό και στρατιωτικό Τάγμα με μεγάλη πολεμική δύναμη και άριστη εσωτερική οργάνωση. Επικεφαλής του Τάγματος ήταν ο «Μέγας Μάγιστρος» (Magister) και δεύτερος σε αξίωμα ο «Ηγούμενος» (Prior).

Μετά την κατάλυση του χριστιανικού κράτους της Παλαιστίνης από τους Μαμελούκους της Αιγύπτου, κατά τα τέλη του 13ου αιώνα, οι Ιωαννίτες Ιππότες κατέφυγαν αρχικά στην Κύπρο και γύρω στο 1309 εγκαταστάθηκαν, χωρίς την έγκριση του Ανδρόνικου Β’ Παλαιολόγου, στη Ρόδο. Στη συνέχεια, κατέλαβαν τα υπόλοιπα Δωδεκάνησα, τη Σμύρνη για 70 περίπου χρόνια, και έκτισαν ένα ισχυρό φρούριο, του Αγίου Πέτρου (Petronium και τουρκικά Budrum), στην περιοχή της αρχαίας Αλικαρνασσού.

Οι Ιππότες της Ρόδου

Όταν έπεσε η Κωνσταντινούπολη στους Οθωμανούς το 1453, ο Μέγας Μάγιστρος της Ρόδου Jean de Lastiq ζήτησε από τη Δύση μια νέα Σταυροφορία, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Τα επόμενα χρόνια, στη διάρκεια των Βενετοτουρκικών Πολέμων, ο Μέγας Μάγιστρος διέβλεπε τον κίνδυνο που διέτρεχε η Ρόδος από τις επιθέσεις των Τούρκων και γι’ αυτό στις 31 Ιουλίου του 1477 έστειλε εγκύκλιο προς όλους τους διασκορπισμένους Ιππότες να συγκεντρωθούν στη Ρόδο.

Άλλωστε, ο Μεχμέτ Β’ είχε όντως στα σχέδιά του μια εκστρατεία εναντίον της Ρόδου, καθώς παρακινούνταν σ’ αυτά τα σχέδια από δύο Έλληνες, τον Δημήτριο Σοφιανό από τη Χαλκίδα και τον Αντώνιο Μελίγαλο από τη Ρόδο, ευνοούμενοι του μεγάλου βεζίρη Μεζίχ Παλαιολόγου, που ισχυριζόταν μάλιστα πως καταγόταν από τον ομώνυμο βυζαντινό αυτοκρατορικό οίκο.

Ο Σουλτάνος, θέλοντας να προετοιμαστεί για την εκστρατεία, έστειλε το 1478 τον Σοφιανό στη Ρόδο ως πρεσβευτή του στο Τάγμα των Ιωαννιτών Ιπποτών και έλαβε μέσω αυτού και ενός Γερμανού μηχανικού λεπτομερείς τοπογραφικές πληροφορίες για τη Ρόδο.

Η επίθεση των Τούρκων στη Ρόδο το 1480

Από την επόμενη κιόλας χρονιά, το 1479, ο τουρκικός στόλος ξεκίνησε επιθέσεις στη Ρόδο, τις οποίες απέκρουαν οι Ιππότες. Την άνοιξη του 1480 βγήκε όλος ο τουρκικός στόλος από τον Ελλήσποντο ενώ ταυτόχρονα ο στρατός βάδιζε από την ξηρά. Στα μικρασιατικά παράλια απέναντι ακριβώς από τη Ρόδο συγκεντρώθηκαν 160 πλοία και πολλές χιλιάδες άντρες υπό την εξουσία του Μεγάλου Βεζίρη Μεζίχ Παλαιολόγο. Ανάμεσα σ’ αυτούς ήταν ασφαλώς και οι δύο Έλληνες, ο Δημήτριος Σοφιανός και ο Αντώνιος Μελίγαλος, οι οποίοι πέθαναν και οι δύο: ο Μελίγαλος πέθανε στη διάρκεια της διαδρομής από κάποια ασθένεια και ο Σοφιανός σκοτώθηκε ήδη από τις πρώτες μάχες.

Παρά το γεγονός πως ο Πάπας Σίξτος Δ΄ είχε παρακινήσει να έρθουν ενισχύσεις στη Ρόδο, η Φρουρά της Ρόδου δεν ξεπερνούσε τους 7.000 στρατιώτες. Ο άμαχος πληθυσμός, δηλαδή τα γυναικόπαιδα και οι ηλικιωμένοι, είχαν σταλεί για ασφάλεια στο Φρούριο του Αγίου Πέτρου που βρισκόταν απέναντι στην Αλικαρνασσό.

Στις 23 Μαΐου του 1480, ο τουρκικός στόλος εμφανίστηκε μπροστά στη Ρόδο και αποβιβάστηκαν τα στρατεύματα δυτικά από την πόλη. Ο τουρκικός στρατός κυρίευσε τα υψώματα και στη συνέχεια άρχισαν σφοδρό κανονιοβολισμό εναντίον του πύργου του Αγίου Νικολάου. Στις 9 Ιουνίου, οι γενίτσαροι έκαναν ορμητική επίθεση, όμως οι Ιππότες με επικεφαλής τον ίδιο τον ηλικιωμένο Μεγάλο Μάγιστρο Pierre d ’Aubusson τους αντιμετώπισαν με γενναιότητα.

Το επόμενο διάστημα, οι Τούρκοι επέμεναν στις επιθέσεις εναντίον της Ρόδου, στρέφοντας όλο το πυροβολικό προς το πιο αδύναμο σημείο του τείχους, βομβαρδίζοντάς το αδιάκοπα. Μετά από 35 αδιάκοπους βομβαρδισμούς, ο Μεζίχ πασάς διέταξε ξαφνική έφοδο καθώς το τείχος είχε καταστραφεί σε ένα σημείο και οι γενίτσαροι κατόρθωσαν να ανέβουν στις επάλξεις.

Με μια γενναία όμως και απεγνωσμένη αντεπίθεση ο d’ Aubusson και οι Ιππότες, έπειτα από δύο ώρες, μπόρεσαν να ανατρέψουν τους Τούρκους. Ο Μεγάλος Μάγιστρος τραυματίσθηκε σοβαρά, σκοτώθηκε ο αδελφός του, αλλά και οι Τούρκοι έχασαν 3.500 άνδρες.

Έτσι, ο Μεζίχ πασάς αναγκάστηκε να λύσει την πολιορκία και να επιστρέψει στη μικρασιατική ακτή, προσπαθώντας ανεπιτυχώς να καταλάβει το Φρούριο του Αγίου Πέτρου. Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της Ρόδου οι Έλληνες κάτοικοι του νησιού, ιδίως στο εσωτερικό του νησιού και των άλλων νησιών της Δωδεκανήσου, υπέφεραν πολλά δεινά από τους Τούρκους και αγωνίστηκαν γενναία στο πλευρό των Ιωαννιτών Ιπποτών για να υπερασπιστούν το νησί τους.



Η άλωση της Ρόδου

Μετά την αποτυχημένη επίθεση του Μεχμέτ Β’ να καταλάβει τη Ρόδο, οι Τούρκοι συνέχισαν τις προσπάθειές του να καταλάβουν το νησί, αφού μετά την κατάληψη της Συρίας, της Παλαιστίνης και της Αιγύπτου η παρουσία του στόλου των Ιωαννιτών Ιπποτών εμπόδιζε την ελεύθερη ναυσιπλοΐα από την Κωνσταντινούπολη προς της νέες οθωμανικές επαρχίες.

Έτσι, ο νέος Σουλτάνος, ο Σουλεϊμάν, το 1522 στράφηκε εναντίον της Ρόδου, στέλνοντας 300 τουρκικά πλοία με αγήματα 10.000 στρατιωτών και ξεκινώντας ο ίδιος από το Σκούταρι με περισσότερους από 100.000 στρατιώτες.

Ο Μέγας Μάγιστρος Philippe de Villiers de PIsle-Adam ετοιμάσθηκε για μακρόχρονη πολιορκία, κάνοντας εκκλήσεις για βοήθεια προς όλους τους χριστιανούς ηγεμόνες, χωρίς όμως ανταπόκριση. Ακόμη και ο ίδιος ο Πάπας που ήταν αρχηγός του Τάγματος περιορίσθηκε μόνο σε υποσχέσεις.

Έτσι, 600 Ιππότες και 4.500 άλλοι στρατιώτες, κυρίως Έλληνες τοξότες και ναυτικοί, βρέθηκαν να υπερασπίζονται τη Ρόδο σε μια άνιση μάχη. Καθώς οι Ιππότες δεν μπορούσαν να εμποδίσουν την απόβαση των Τούρκων, πυρπόλησαν τα χωριά και τις αγροικίες και συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους μέσα στην πόλη, στέλνοντας ταυτόχρονα τα γυναικόπαιδα στο Φρούριο του Αγίου Πέτρου και στα μικρότερα νησιά της Δωδεκανήσου. Οι Έλληνες κάτοικοι του νησιού έμειναν πιστοί ξανά στο πλευρό του Τάγματος.

Στις 24 Ιουνίου του 1522, ο τούρκικος στόλος αποβίβασε τα αγήματά του στη Ρόδο και στις 28 Ιουλίου έφθασε και ο στρατός ξηράς με τον Σουλτάνο. Αρχές Αυγούστου, άρχισε η επίθεση εναντίον του προμαχώνα των Γερμανών Ιπποτών και όλο τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο συνεχίσθηκαν οι επιθέσεις εναντίον του γερμανικού και του αγγλικού τομέα, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Στις 24 Σεπτεμβρίου έγινε γενική έφοδος και οι γενίτσαροι κατόρθωσαν προς στιγμήν να καταλάβουν τον προμαχώνα των ισπανόφωνων. Τελικά όμως, οι Τούρκοι αποκρούσθηκαν παντού και υποχώρησαν αφήνοντας 15.000 νεκρούς. Στην ηρωική άμυνα πήρε μέρος και ολόκληρος ο πληθυσμός του νησιού, ακόμη και οι γυναίκες που δεν είχαν εγκαταλείψει το νησί.

Στους δύο επόμενους μήνες, τον Οκτώβριο και τον Νοέμβριο, συνεχίσθηκαν οι τουρκικές επιθέσεις εναντίον των προμαχώνων. Οι απώλειες των Τούρκων ήταν μεγάλες και πολλοί επίσης πέθαιναν στο στρατόπεδο από ασθένειες. Όμως, οι τουρκικές δυνάμεις ανανεώνονταν από νέες αφίξεις, ενώ οι πολιορκημένοι όχι μόνο λιγόστευαν, αλλά και όσοι απόμειναν ήταν πια εξαντλημένοι και δεν είχαν το σθένος να υπερασπιστούν το νησί.

Στις 10 Δεκεμβρίου, ο Σουλεϊμάν βλέποντας την κατάσταση που είχαν περιέλθει οι υπερασπιστές του νησιού, πρότεινε στους Ιππότες την παράδοση της Ρόδου επιβάλλοντας τους όρους του. Έτσι, τελικά, στις 20 Δεκεμβρίου έγινε η συνθηκολόγηση και η παρουσία του Σουλτάνου στο νησί επέτρεψε την ομαλή εφαρμογή των ορών της, εκτός από μια περίπτωση απειθαρχίας των γενιτσάρων.

Οι όροι της παράδοσης της Ρόδου στους Τούρκους

Οι Ιππότες υποχρεώνονταν να εκκενώσουν τη Ρόδο εντός 10 ημερών και είχαν δικαίωμα φεύγοντας να πάρουν μαζί τους τα όπλα τους, τα άγια λείψανα και τα ιερά σκεύη.

Όποιος ήθελε από τους κατοίκους, Έλληνες ή Φράγκους, μπορούσε να φύγει.

Η άσκηση της χριστιανικής λατρείας θα επιτρεπόταν ελεύθερα και δεν θα βεβηλώνονταν οι εκκλησίες.

Οι κάτοικοι απαλλάσσονταν για μια πενταετία από τους φόρους και επίσης απαλλάσσονταν από το παιδομάζωμα.

Έτσι, την 1η Ιανουαρίου 1523 αναχώρησαν από τη Ρόδο οι Ιππότες έπειτα από δύο αιώνες παραμονής στο νησί μαζί με 4.000 περίπου κατοίκους. Οι περισσότεροι Έλληνες προτίμησαν να παραμείνουν στο νησί. Μετά από λίγες ημέρες παραδόθηκαν και τα άλλα νησιά της Δωδεκανήσου καθώς και το Φρούριο του Αγίου Πέτρου στα μικρασιατικά παράλια.

Πηγή:

Απελευθερωτικοί αγώνες των Ελλήνων επί τουρκοκρατίας

Φωτογραφία