Κατοχή στη Δυτική Μακεδονία και η δράση της «Οχράνα»

Την περίοδο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου η Μακεδονία βρέθηκε υπό τριπλή κατοχή: Γερμανική, Ιταλική και Βουλγαρική. Ειδικότερα, η Δυτική Μακεδονία, όπως οι Νομοί Κοζάνης, Καστοριάς και Φλώρινας ενώ βρισκόταν υπό ιταλική κατοχή, εμφανίστηκαν και οι Βούλγαροι, απαιτώντας συνδιοίκηση στην περιοχή.

Βουλγαρική Προπαγάνδα

Η Βουλγαρία διεξήγαγε έντονη προπαγάνδα στη Δυτική Μακεδονία. Συγκεκριμένα, με ορμητήριο τη βουλγαρική λέσχη Θεσσαλονίκης και τις εκεί βουλγαρικές στρατιωτικές αρχές, οι Βούλγαροι απέστειλαν αξιωματικούς στη Φλώρινα και στην Καστοριά, προσπαθώντας να δημιουργήσουν ένα φιλοβουλγαρικό κλίμα.

Οι Βούλγαροι αυτοί πράκτορες, εκμεταλλευόμενοι τη δυσαρέσκεια κάποιων σλαβόφωνων προς το ελληνικό κράτος, επιδίωξαν να διασπάσουν τη συνοχή του πληθυσμού και να στρέψουν τους σλαβόφωνους ενάντια στους συμπατριώτες τους.

Ειδικότερα, Βούλγαροι αξιωματικοί και ιδιαίτερα ο υπολοχαγός Άντον Κάλτσεφ, διαδίδοντας φήμες για προσάρτηση ολόκληρης της Μακεδονίας στη Βουλγαρία ή για ανακήρυξη αυτόνομου Βουλγαρομακεδονικού κράτους, επεδίωκαν να κάμψουν την πίστη των κατοίκων στην ελληνική ιδέα. Την περίοδο αυτή ένα τμήμα των σλαβόφωνων από τις επαρχίες αυτές, όπου είχαν διατηρηθεί εστίες βουλγαροφιλίας, ριζοσπαστικοποιήθηκε και αποδέχθηκε τη βουλγαρική προπαγάνδα. Είτε συνειδητά είτε από συμφέρον, αρκετοί σλαβόφωνοι έγιναν όργανα των Βουλγάρων κατακτητών.

Ποιος ήταν ο Άντον Κάλτσεφ

Ο Βούλγαρος υπολοχαγός Άντον Κάλτσεφ στη διάρκεια της Κατοχής διετέλεσε αξιωματικός σύνδεσμος στα γερμανικά Φρουραρχεία Εδέσσης και Φλώρινας, ως μέλος ομάδας Βουλγάρων αξιωματικών διαπιστευμένων στο αρχηγείο των γερμανικών δυνάμεων Θεσσαλονίκης-Αιγαίου. Σκοπός του ήταν η κατασκοπεία και η τρομοκρατία σε βάρος των Ελλήνων. Ο Κάλτσεφ καταγόταν από το χωριό Σπήλαιο της Καστοριάς, αλλά με την Συνθήκη του Νεϊγύ (1919) μετανάστευσε με τους γονείς του στη Βουλγαρία.

Στην περίοδο της Κατοχής ο Κάλτσεφ είχε αναλάβει τη σύσταση μιας βουλγαρικής προπαγανδιστικής οργάνωσης, η οποία ονομαζόταν Οχράνα, και δρούσε τόσο στην τέως Γιουγκοσλαβία όσο και στην Ελλάδα. Σκοπός της οργάνωσης αυτής ήταν η ενεργοποίηση των σλαβόφωνων για να υλοποιηθούν τα σχέδια της Βουλγαρίας στην περιοχή περί αυτονομίας. Μιας αυτονομίας η οποία ήταν ο προθάλαμος της μελλοντικής προσάρτησης στη Βουλγαρία. Οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνταν ήταν η άσκηση πίεσης στους σλαβόφωνους για την εκδήλωση βουλγαρικής εθνικής ταυτότητας και ο προσεταιρισμός βουλγαρόφιλων στελεχών του ΚΚΕ.

Επομένως, τόσο η μεταφορά των απόψεων των βουλγαριζόντων στους Γερμανούς, με στόχο τη συναπόφαση σε ζητήματα μείζονος σημασίας για τα βουλγαρικά συμφέροντα, όσο και η συνωμοτική δράση της Οχράνα καθιστούσαν τη δράση του Κάλτσεφ, ειδικά στην περιοχή της Φλώρινας, εξαιρετικά επικίνδυνη για τα ελληνικά συμφέροντα.

Η παρουσία των Ελλήνων ανταρτών

Προς τα τέλη του 1942, οι αντάρτες του ΕΛΑΣ άρχισαν να εμφανίζονται στις περιοχές της Πίνδου και του Βοΐου και από τις αρχές του 1943 στο χώρο της Δυτικής Μακεδονίας. Η εμφάνιση, λοιπόν, των Ελλήνων ανταρτών έδωσε την αφορμή για την εκ νέου διάδοση φημών σχετικά με την επικείμενη πρόσκληση του βουλγαρικού στρατού από τις αρχές Κατοχής για την καταστολή της ανταρτικής δράσης.

Οι Βούλγαροι αυτή τη φορά προσπάθησαν να πραγματοποιήσουν με κάθε μέσο την ελπίδα τους για κατάληψη της περιοχής από το βουλγαρικό στρατό. Τότε, άρχισαν να στέλνουν επιτροπές στα γερμανικά φρουραρχεία, οι οποίες εξέφραζαν τους φόβους τους για τη δράση των ανταρτών και την επιθυμία τους για ανάληψη της ασφάλειας της περιοχής από μια χωροφυλακήαποτελούμενη αποκλειστικά από τους ντόπιους βουλγαρίζοντες.

Όμως, και οι Ιταλοί τρομοκρατήθηκαν με την εμφάνιση των Ελλήνων ανταρτών καθώς κύριος στόχος των ανταρτών ήταν οι ιταλικές κατοχικές δυνάμεις και τα «βουλγαρίζοντα» χωριά. Τότε, οι Βούλγαροι κατέβαλαν κάθε δυνατή προσπάθεια να πείσουν τις ιταλικές αρχές για την ανάγκη εξοπλισμού και αυτοάμυνας των «Βουλγάρων» στις περιοχές της Μακεδονίας που βρίσκονταν υπό Ιταλική Κατοχή, κάνοντας λόγο για τον κίνδυνο της ελληνικής και αλβανικής «τρομοκρατίας».

Και ενώ η άποψη αυτή ευσταθούσε για τις αλβανόφωνες περιοχές της Γιουγκοσλαβίας, όπου το σλαβικό στοιχείο υπήρξε θύμα μιας πολιτικής βίαιου εξαλβανισμού, το ίδιο δεν ίσχυε για τη Δυτική Μακεδονία όπου η παρουσία των Βούλγαρων στρατιωτικών συνδέσμων και των Βούλγαρων διερμηνέων ενθάρρυνε τους βουλγαρίζοντες σλαβόφωνους να συμπεριφέρονται ως κυρίαρχοι της περιοχής έναντι του ελληνικού στοιχείου.

Επειδή οι Ιταλοί δεν είχαν τη δυνατότητα να ανταπεξέλθουν με τις δικές τους δυνάμεις έναντι των ανταρτών του ΕΛΑΣ, εξαναγκάστηκαν να ζητήσουν τη συνδρομή των ντόπιων σλαβόφωνων καθώς ο Κάλτσεφ είχε φροντίσει να πείσει τον υπολοχαγό Τζοβάνι Ραβάλι, Διευθυντή του Γραφείου Πληροφοριών στο Φρουραρχείο Καστοριάς, για την ανάγκη δημιουργίας σώματος ντόπιων οπλοφόρων για την τήρηση της τάξης, διαδίδοντας μέσω των έμπιστων οργάνων του ότι οι μονάδες των ανταρτών είχαν καταστεί παντοδύναμες και πως θα ήταν αδύνατον στον ιταλικό στρατό να τις αντιμετωπίσει, ιδιαίτερα στις ορεινές περιοχές της Δυτικής Μακεδονίας.

Έτσι, ορισμένοι ντόπιοι βουλγαρίζοντες αποτέλεσαν για τους Ιταλούς την καλύτερη δυνατή λύση ώστε να τους χρησιμοποιήσουν κατά του ελληνικού πληθυσμού, χωρίς όμως στην ουσία να παρεκκλίνουν από το στόχο τους που δεν ήταν άλλος από την επιθυμία τους για προσάρτηση της περιοχής της Καστοριάς στην Αλβανία.



Οι σλαβόφωνοι της «Οχράνα»

Οι Ιταλοί στην προσπάθειά τους να παρακινήσουν τους σλαβόφωνους για να συμπεριληφθούν κι αυτοί στον αγώνα τους κατά των Ελλήνων, τους υποσχέθηκαν αρχικά, πέρα από την παροχή εξοπλισμού, ελευθερία δράσης και το δικαίωμα να ορίσουν οι ίδιοι τους αρχηγούς τους. Από τα πρώτα μέτρα που λήφθηκαν από τους Ιταλούς ήταν επίσης ο αφοπλισμός της δύναμης της ελληνικής χωροφυλακής, προκειμένου να μη περιέλθουν τα όπλα τους στους αντάρτες.

Υπήρξαν, λοιπόν περίπου 600 εθελοντές που στελέχωναν τα ακίνητα αποσπάσματα του Κομιτάτου, και άλλοι 500 περίπου αποτελούσαν τα κινούμενα αποσπάσματα ενώ επιπροσθέτως, άλλοι περίπου 500 ένοπλοι χωρικοί αποτελούσαν ένα είδος πολιτοφυλακής στην ύπαιθρο, με αποτέλεσμα στην περιφέρεια ο συνολικός αριθμός των ενόπλων να φτάνει περίπου τα 1.600 άτομα. Οι 1.600 Βουλγαρίζοντες αποτέλεσαν έτσι ένα είδος αστυνομικής δύναμης, γνωστής με το λαϊκό όνομα «Οχράνα».

Όμως, σε σύντομο χρονικό διάστημα άρχισαν να διαφαίνονται τα πρώτα ρήγματα στις σχέσεις μεταξύ της βουλγαρικής διοίκησης και των ιταλικών κατοχικών δυνάμεων. Ένα από τα πρωταρχικά ζητήματα που απασχολούσαν τους Οχρανίτες της περιοχής ήταν και αυτό της παροχής οικονομικής και υλικής ενίσχυσης. Παρά τις αρχικές υποσχέσεις για οικονομική ενίσχυση των μελών των αποσπασμάτων από τις ιταλικές αρχές, υπήρχαν έντονες διαμαρτυρίες από την αθέτηση της συμφωνίας με αποτέλεσμα οι σλαβόφωνοι αστυνομικοί να καταφεύγουν σε λεηλασίες περιουσιών των «γραικομάνων» για να μπορούν να συντηρούν τις οικογένειές τους.

Τα σώματα της Οχράνα είχαν εξελιχθεί πλέον σε εφιάλτη όχι μόνο για τον άμαχο ελληνικό πληθυσμό αλλά και για το σλαβικό τμήμα, την προστασία του οποίου επικαλούνταν ότι είχαν αναλάβει. Με την εγκληματική τους πολιτική είχαν κατορθώσει να αποξενωθούν ακόμη και από το μέρος εκείνο του πληθυσμού που αρχικά είχε εκδηλώσει τα φιλοβουλγαρικά του αισθήματα.

Με πρόσχημα την έρευνα στα σπίτια των κατοίκων τους οποίους κατήγγειλαν για κατοχή όπλων και συνεργασία με τους αντάρτες, λεηλατούσαν κατά τη διάρκεια της νύχτας πολλά σπίτια τρομοκρατημένων Ελλήνων. Οι υπερβάσεις αυτές των Οχρανιτών τούς απομόνωσαν από μεγάλα τμήματα του πληθυσμού, την υποστήριξη και τη συμπάθεια των οποίων φρόντισαν να κερδίσουν οι αντάρτες. Το γεγονός αυτό οδήγησε και πολλούς πρώην συνεργάτες των Οχρανιτών να περάσουν στην πλευρά των ανταρτών, όπου αμνηστεύτηκαν και έγιναν δεκτοί ενισχύοντας έτσι τις δυνάμεις τους.

Πηγές:
Ο ιταλικός παράγοντας και η ίδρυση του «βουλγαρομακεδονικού κομιτάτου παρά τω άξωνι» στη Δυτική Μακεδονία (Μάρτιος-Οκτώβριος 1943)

Το αίτημα προβολής της ελληνικότητας στην κατεχόμενη Φλώρινα (1941-1943)

Φωτογραφία

 








Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο