Η πυρπόληση της Σμύρνης και ο ξεριζωμός των Ελλήνων

Η Βουλή των Ελλήνων ανακήρυξε ομόφωνα την 14η Σεπτεμβρίου ως «Ημέρα εθνικής μνήμης της γενοκτονίας των Ελλήνων της Μικράς Ασίας από το Τουρκικό Κράτος», με το Ν. 2645/1998. Επίσης, η ημέρα αυτή αναγνωρίστηκε επίσημα ως ημέρα γενοκτονίας των Ελλήνων και από τη Διεθνή Ένωση Μελετητών Γενοκτονιών (International Association of Genocide Scholars).

Η Γενοκτονία των Ελλήνων είναι η σκόπιμη και συστηματική εξόντωση των Ελληνικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας της Ανατολικής Θράκης και του Πόντου, αρχής γενομένης από τον Ιανουάριο του 1913 μέχρι το 1923. Θεωρείται μια από τις πρώτες σύγχρονες γενοκτονίες. Η γενοκτονία ήταν ένα προμελετημένο έγκλημα, το οποίο η κυβέρνηση των Νεότουρκων έφερε σε πέρας με σφαγές, εξαναγκαστικό ξεριζωμό και πορείες στην έρημο, με βασανιστήρια, πείνα και δίψα, και τα στρατόπεδα θανάτου στην έρημο. Ο φόρος αίματος της Μικρασιατικής Καταστροφής ήταν πολύ βαρύς, με 500.000 περίπου νεκρούς και 1.500.00 πρόσφυγες.

Η πυρπόληση της Σμύρνης

Μετά από έναν αιώνα από την καταστροφή της Σμύρνης δεν υπάρχει πια αμφιβολία για το ποιος έκαψε τη Σμύρνη. Ο Sir Valentine Chirol, Υφηγητής της Harris Foundation στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου στα 1924, έκανε την έξης αφήγηση: «Αφού οι Τούρκοι συνέτριψαν τον Ελληνικό Στρατό, μετέβαλαν την ουσιαστικά Ελληνική πόλη (Σμύρνη) σε ένα σωρό στάχτης σαν απόδειξη της νίκης τους». Επίσης, ο ιστορικός William Stearns Davis έχει δηλώσει ότι οι Τούρκοι κατευθύνθηκαν κατ’ ευθείαν προς τη Σμύρνη την οποία κατέλαβαν (Σεπτέμβριος 1922) και υστέρα την πυρπόλησαν.

Ασφαλώς, το σχέδιο του Μουσταφά Κεμάλ ήταν τότε να επιφέρει μια πλήρη και ανεπανόρθωτη καταστροφή του Χριστιανισμού στη Μικρά Ασία. Το σχέδιο, όπως αποκαλύφθηκε από την εκτέλεσή του, ήταν να παραδοθεί η πόλη για μερικές μέρες στη σφαγή και στην ακολασία. Να σφαγιαστούν οι Αρμένιοι, πράγμα που ανέκαθεν προξενούσε ιδιαίτερη ευχαρίστηση στους Τούρκους, και στη συνέχεια να κάψουν την πόλη και να οδηγήσουν τον ελληνικό ανδρικό πληθυσμό στην αιχμαλωσία.



Το χρονικό της καταστροφής

Λίγο πριν την πυρπόληση της Σμύρνης, οι δρόμοι που οδηγούσαν στην αρμενική συνοικία φυλάγονταν από Τούρκους στρατιώτες φρουρούς και δεν επιτρεπόταν σε κανέναν να μπει σ’ αυτούς όσο διαρκούσε η σφαγή.

Ένοπλοι Τούρκοι, και ανάμεσα σ’ αυτούς πολλοί στρατιώτες, μπήκαν στη συνοικία αυτή και τη διέσχιζαν πέρα ως πέρα λεηλατώντας, σφάζοντας και καταστρέφοντας οτιδήποτε βρισκόταν στο πέρασμά τους. Προέβησαν δηλαδή σε ένα συστηματικό και τρομερό «ξεκαθάρισμα» και στη συνέχεια έβαλαν φωτιά σε διάφορα σημεία της συνοικίας, τοποθετώντας δοχεία πετρελαίου ή άλλα καύσιμα μέσα στα σπίτια ή μουσκεύοντας δέματα από κουρέλια με πετρέλαιο και ρίχνοντας τα δέματα αυτά μέσα στα σπίτια από τα παράθυρα.

Ταυτόχρονα, βέβαια, τοποθέτησαν μικρές βόμβες κάτω από το λιθόστρωτο σε διάφορα σημεία του ευρωπαϊκού τμήματος της πόλεως για να εκραγούν και να αποτελέσουν έναν συμπληρωματικό παράγοντα στο έργο της καταστροφής που θα επέφερε το αναμμένο πετρέλαιο, με το όποιο Τούρκοι στρατιώτες είχαν ραντίσει τους δρόμους. Έτσι, το πετρέλαιο μετέδωσε τη φωτιά και την εξάπλωσε πέρα για πέρα μέσα στην ευρωπαϊκή συνοικία, αλλά και οι βόμβες γκρέμιζαν τους τοίχους που κλονίζονταν. Μια τέτοια βόμβα είχε τοποθετηθεί κοντά στο Αρμενικό Παρθεναγωγείο και μια άλλη κοντά στο Αμερικανικό Προξενείο.

Οι Τούρκοι κυρίαρχοι της Σμύρνης

Στις 13 Σεπτεμβρίου 1922 έβαλαν φωτιά στην αρμενική συνοικία. Οι τελευταίοι Έλληνες στρατιώτες είχαν περάσει από τη Σμύρνη το βράδυ της 8ης Σεπτεμβρίου, συνεπώς οι Τούρκοι είχαν στην πλήρη και αναμφισβήτητη κατοχή τους την πόλη επί πέντε μέρες, προτού να ξεσπάσει η φωτιά και κατά το μεγαλύτερο μέρος αυτού του διαστήματος είχαν αποκλείσει στρατιωτικά την αρμενική συνοικία, ενώ ενεργούσαν μέσα σ’ αυτή συστηματική και ολοκληρωτική σφαγή.

Όσοι Αρμένιοι ήταν ακόμα ζωντανοί στις περιοχές όπου οι Τούρκοι είχαν βάλει φωτιά, ήταν κρυμμένοι στα υπόγεια κατατρομαγμένοι τόσο ώστε να μην μπορούν να μετακινηθούν, γιατί όλη η πόλη είχε κατακλυστεί από Τούρκους στρατιώτες.

Γενικά, όλοι οι Χριστιανοί της Σμύρνης ήταν κρυμμένοι στα σπίτια τους σε μια κατάσταση μέγιστου και δικαιολογημένου τρόμου για τον εαυτό τους και για τις οικογένειές τους, γιατί οι Τούρκοι είχαν στην κατοχή τους την πόλη επί πέντε μέρες κατά τις όποιες λεηλατούσαν, άρπαζαν και σκότωναν. Το κάψιμο όμως των σπιτιών ανάγκασε τους κρυμμένους να βγουν έξω στους δρόμους και προκάλεσε τις τρομερές σκηνές βασανισμών.

Η φωτιά είχε ξεσπάσει στην άκρη της αρμενικής συνοικίας την ώρα που ένας δυνατός άνεμος φυσούσε προς την κατεύθυνση του Χριστιανικού τμήματος της πόλεως, και μακριά από την τουρκική συνοικία. Ασφαλώς, η τουρκική συνοικία δεν είχε ανακατευτεί καθόλου στην καταστροφή και καθ’ όλη τη διάρκεια των απαίσιων σκηνών που επακολούθησαν και των απερίγραπτων βασανισμών των Χριστιανών, η συνοικία των μουσουλμάνων ήταν φωταγωγημένη και οι κάτοικοι διασκέδαζαν χορεύοντας, τραγουδώντας και γιορτάζοντας χαρούμενα.

Καθώς ο Ελληνικός Στρατός είχε υποστεί μια τρομερή και ανεπανόρθωτη ήττα, τίποτε δεν εμπόδιζε πλέον τους Τούρκους να κατέβουν στην παραλία. Ο πληθυσμός άρχισε να φεύγει, στην αρχή λίγοι, υστέρα όλο και περισσότεροι, ωσότου η φυγή εξελίχθηκε σε πραγματικό πανικό.

Οι πρόσφυγες

Η πόλη είχε γεμίσει σχεδόν από πρόσφυγες από το εσωτερικό της Μικράς Ασίας. Οι περισσότεροι από τους πρόσφυγες αυτούς ήταν μικροί αγροκτηματίες που είχαν ζήσει στα αγροκτήματα που είχαν κληρονομήσει από τους προγόνους τους από πολλές γενεές.

Έφθαναν κατά χιλιάδες στη Σμύρνη και σε όλο το μήκος της παραλίας. Γέμιζαν όλες τις εκκλησίες και τα σχολεία και τις αυλές της «Χριστιανικής Ενώσεως Νέων και Νεανίδων» καθώς και τα σχολεία της Αμερικανικής Ιεραποστολής. Κοιμούνταν ακόμα και στους δρόμους. Πολλοί έφευγαν κατά τις πρώτες εκείνες μέρες επάνω σε ατμόπλοια και ιστιοφόρα. Τα καΐκια, στο λιμάνι φορτωμένα με τους πρόσφυγες και τις αποσκευές τους, αποτελούσαν ένα λυπηρό θέαμα.

Και υστέρα άρχισαν να φτάνουν οι ηττημένοι, σκονισμένοι και ρακένδυτοι Έλληνες στρατιώτες. Πολλοί από αυτούς -οι πιο τυχεροί- κάθονταν επάνω σε ασυρριακά κάρα. Σε ένα ατέλειωτο ρεύμα διέσχιζαν την πόλη και τραβούσαν για το σημείο της παραλίας όπου είχε αποσυρθεί ο ελληνικός στόλος. Βέβαια, μερικοί στρατιώτες εξαντλημένοι ολότελα, έπεφταν χάμω δίπλα στο δρόμο ή μπροστά στις πόρτες των σπιτιών.

Μερικοί έλεγαν ότι τα ελληνικά στρατεύματα, μπαίνοντας στην Σμύρνη θα την έκαιγαν, αλλά το φέρσιμό τους διέλυσε γρήγορα αυτές τις διαδόσεις. Στην πραγματικότητα, οι διπλωματικοί αντιπρόσωποι της Αμερικής, της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ιταλίας είχαν επισκεφτεί το Στρατηγό Χατζηανέστη, τον Έλληνα Αρχιστράτηγο, για να τον ρωτήσουν ποια μέτρα θα μπορούσε να λάβει για να παρεμποδίσει βιαιοπραγίες εκ μέρους των διαλυμένων ελληνικών δυνάμεων.

Ο Χατζηανέστης τούς είπε για ένα καλά οργανωμένο σύνταγμα από τη Θράκη το όποιο περίμενε να έρθει για να το διαθέσει μέσα στην πόλη σαν προφυλακτικό φράγμα και να εμποδίσει έτσι μεμονωμένα αποσπάσματα στρατιωτών να μπουν στην πόλη ή και να οργανώσουν νέα αντίσταση κατά των Τούρκων. Σίγουρα όμως δεν μπορούσε να δώσει καμιά οριστική διαβεβαίωση στους διπλωματικούς αντιπροσώπους.

Έγινε γνωστό με βεβαιότητα ότι το Τουρκικό ιππικό θα έμπαινε στην πόλη το πρωινό της 9ης Σεπτεμβρίου 1922. Το Ελληνικό Γενικό Επιτελείο και ο Ύπατος Αρμοστής μαζί με όλους τους διοικητικούς υπαλλήλους ετοιμάζονταν να φύγουν. Οι Έλληνες χωροφύλακες περιπολούσαν ακόμα μέσα στην πόλη και τηρούσαν την τάξη. Οι άνδρες αυτοί είχαν κερδίσει την εμπιστοσύνη όλων μέσα στη Σμύρνη και όλης της κατεχόμενης περιοχής με την εν γένει δραστηριότητα τους και την καλή συμπεριφορά τους.

Μερικοί από τους διπλωματικούς αντιπροσώπους ξένων κυβερνήσεων πήγαν στον Ύπατο Αρμοστή και του ζήτησαν ν’ αφήσει στην πόλη τους χωροφύλακες, ωσότου θ’ αναλάμβαναν την εξουσία οι Τούρκοι, υπό τον όρο βέβαια ότι οι τελευταίοι αυτοί θα έδιδαν την διαβεβαίωση ότι θα επιτρεπόταν στους Έλληνες χωροφύλακες να φύγουν ανενόχλητοι. Ο Ύπατος Αρμοστής δεν δέχθηκε την αίτηση αυτή. Όλοι οι Έλληνες υπάλληλοι έφυγαν.

Ο αριθμός των θυμάτων

Ασφαλώς και είναι αδύνατο να προσδιοριστεί ο ακριβής αριθμός των θυμάτων που σφαγιάστηκαν από τους Τούρκους. Ωστόσο, επίσημες στατιστικές αναβιβάζουν τους Αρμένιους κατοίκους της Σμύρνης σε 25.000 και είναι βέβαιο ότι το μεγαλύτερο μέρος των ανδρών της Κοινότητας αυτής σκοτώθηκαν, χωρίς να υπολογίσουμε τις γυναίκες και τα κορίτσια, καθώς και πολυάριθμους Έλληνες.

Μια έκθεση ανταποκριτού προς την «London Daily Chronicle» από 18 Σεπτεμβρίου 1922 ανέφερε: «Ο χαμηλότερος υπολογισμός των ψυχών πού χάθηκαν και που ανακοίνωσαν οι πρόσφυγες καθορίζει το σύνολο των σε εκατόν είκοσι χιλιάδες».

Το Πρακτορείο Reuter, σε μια ανταπόκριση της ίδιας ημέρας, έκανε την εξής διαπίστωση: «Από καμιά από τις εκθέσεις δεν είναι δυνατό να δώσει κανείς ακριβείς αριθμούς για τα θύματα, κατά πάσαν όμως πιθανότητα πρέπει αυτά να υπερβαίνουν τις εκατό χιλιάδες».

Ο Roy Treloar, ανταποκριτής της εφημερίδας, είχε τηλεγραφήσει τα εξής: «Ο Νουρεδδήν Πασάς άρχισε ένα συστηματικό ανθρωποκυνήγι εναντίον των Αρμενίων, οι όποιοι συγκεντρώθηκαν σε ομάδες ανά εκατό, οδηγήθηκαν στο Διοικητήριο (Konak) και εφονεύθηκαν».

Ο ανταποκριτής των Τάιμς του Λονδίνου τηλεγραφούσε: «Οι σκοτωμοί γίνονταν συστηματικά. Τούρκοι τακτικοί στρατιώτες και άτακτοι, όπως μας διηγήθηκαν, μάζευαν απ’ τους δρόμους ανθρώπους που φαίνονταν πλούσιοι και αφού τους ξεγύμνωναν, τους εσκότωναν κατά ομάδες. Πολλοί Χριστιανοί, που είχαν καταφύγει στις εκκλησίες, κάηκαν μέσα σ’ αυτές, στις όποιες έβαλαν οι Τούρκοι φωτιά».

Ο Otis Swift, ανταποκριτής του «Βήματος του Σικάγου», επισκέφθηκε τα Ελληνικά νησιά, στα όποια είχαν μεταφερθεί πρόσφυγες με ατμόπλοια που είχαν πάει για τη διάσωσή τους και είδε πολλά θύματα της τραγωδίας, που οι διηγήσεις τους και το είδος των τραυμάτων τους παρείχαν πρόσθετη μαρτυρία για τη θηριωδία των Τούρκων. Ανέφερε χαρακτηριστικά: «Τα Νοσοκομεία των Ελληνικών νησιών είναι γεμάτα από ανθρώπους που είχαν ξυλοκοπηθεί απ’ τους Τούρκους. Σε ένα Νοσοκομείο της Χίου είδα ένα παιδί που ζούσε ακόμα, αν και είχε πυροβοληθεί στο πρόσωπο από έναν στρατιώτη, που είχε σκοτώσει τον πατέρα του και βιάσει τη μητέρα του. Στο ίδιο Νοσοκομείο υπήρχε μια οικογένεια έξι ορφανών Αρμενίων. Ένα νήπιο τεσσάρων ετών της οικογενείας αυτής είχε ξυλοκοπηθεί με τον υποκόπανο τουφεκιού, γιατί δεν είχαν βρεθεί χρήματα ραμμένα μέσα στα ρούχα του».

Γενικά, αποτελεί αναμφισβήτητο γεγονός πως πολλές χιλιάδες από τους ανυπεράσπιστους κατοίκους της Σμύρνης και της περιοχής της σκοτώθηκαν από τους Τούρκους στα γεγονότα αυτής της περιόδου.

Στον αριθμό εκείνων που σκοτώθηκαν κατά τις ήμερες της σφαγής πρέπει ασφαλώς να προστεθούν οι Έλληνες που χάθηκαν μετά τον εκτοπισμό τους, οι άνθρωποι που πέθαναν μέσα στις φλόγες ή σκοτώθηκαν από την κατάρρευση τοίχων, εκείνοι πού εξέπνευσαν πάνω στην προκυμαία και όλοι εκείνοι πού υπέκυψαν έκτοτε από στερήσεις ή κακώσεις ή από θλίψη. Η έκταση της καταστροφής μπορεί να διαπιστωθεί από το μέγεθος του έργου περιθάλψεως που διενεργήθηκε από τότε και από τα τεράστια ποσά που μαζεύτηκαν, ιδιαίτερα στην Αμερική, για τη συντήρηση των χήρων και των ορφανών παιδιών.

Πηγές:

Η ΚΑΤΑΡΑ ΤΗΣ ΑΣΙΑΣ

«Η παρουσία του Ελληνισμού στη Μικρά Ασία (1919-1922) μέσα από το Ιστορικό Αρχείο του Αριστείδη Στεργιάδη (1861-1949)»

iup.ionio.gr

Φωτογραφία

 








Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο