Η παρουσία των Ελλήνων στην Ανατολική Γερμανία

Πριν τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ζούσαν στις παροικίες του Βερολίνου, της Λειψίας, της Δρέσης και του Chemnitz οι απόγονοι παλαιών και ιδιαίτερα οικονομικά εύρωστων ελληνικών οικογενειών. Προπολεμικά, οι Έλληνες έλεγχαν στις περιοχές αυτές τρεις μεγάλες καπνοβιομηχανίες και μεγάλο αριθμό μικρότερων επιχειρήσεων, ενώ ήταν κάτοχοι λοιπών κινητών και ακινήτων περιουσιακών στοιχείων. Οι περισσότεροι από αυτούς βέβαια εγκατέλειψαν το έδαφος της Γερμανίας κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Παρέμειναν όμως μερικές εκατοντάδες διασκορπισμένοι σε διάφορες πόλεις της Γερμανικής Λαοκρατικής Δημοκρατίας, δηλαδή της Ανατολικής Γερμανίας. Στη μεταπολεμική περίοδο ωστόσο, η ελληνική παρουσία στην Ανατολική Γερμανία οφειλόταν σχεδόν αποκλειστικά στις συνέπειες του Εμφυλίου Πολέμου.

Τα Eλληνόπουλα της Ανατολικής Γερμανίας

Η Ανατολική Γερμανία ήταν η μοναδική χώρα του πρώην Ανατολικού Μπλοκ που ανέλαβε να φιλοξενήσει «αποκλειστικά και μόνο» παιδιά χωρίς τους κηδεμόνες τους, στην περίπτωση, βέβαια, που αυτοί είχαν φύγει μαζί με τα παιδιά από την Ελλάδα. Η αποκλειστικότητα αυτή συνδέεται άμεσα με το γεγονός ότι η άφιξη των Ελληνόπουλων στη χώρα συνέπεσε με την απόπειρα για μία εκ βάθρων σύσταση ενός καινούργιου κράτους, «του πρώτου γερμανικού κράτους των εργατών και αγροτών στον κόσμο», και σε ένα πρωτόγνωρο πολιτικά και εθνικά διαμορφούμενο κοινωνικό πλαίσιο, όχι μόνο για τους ίδιους αλλά και για το σύνολο των δρώντων μελών αυτού του νέου κρατικού μορφώματος που συγκροτούνταν εκείνη την εποχή, σε μια εντελώς νέα κοινωνικοοικονομική βάση.

Ο αριθμός των Ελληνόπουλων ανερχόταν αρχικά σε περίπου 1.240 και αφίχθησαν στην Ανατολική Γερμανία σε δύο φάσεις, η πρώτη εκ των οποίων έλαβε χώρα όταν ακόμα αυτή τελούσε υπό σοβιετική κατοχή. Μαζί με τις οικογενειακές επανενώσεις, που έλαβαν χώρα στη δεκαετία του 1950 με τη φροντίδα της ΕΒΟΠ (Επιτροπή Βοήθειας για το Παιδί) και τις προσμίξεις, ο αριθμός των Ελλήνων προσφύγων έφτασε έως το 1960 τους 1.500 περίπου, από τους οποίους 1.317 ήταν νέοι και παιδιά.



Η εκπαίδευση

Τα πρώτα χρόνια παραμονής των μικρών προσφύγων στην Ανατολική Γερμανία ήταν εξαιρετικά δύσκολα, λόγω των δυσχερειών επικοινωνίας και της κολοσσιαίας διαφοράς νοοτροπίας. Πολλά παιδιά είχαν προσβληθεί, κατά την παραμονή τους στην Ελλάδα, από βαριές ασθένειες, που είχαν προκαλέσει ανήκεστη βλάβη στην υγεία τους. Η μεγάλη πλειονότητα των παιδιών, μετά από μια αρχική προσωρινή διαμονή σε διάφορες πόλεις, συγκεντρώθηκε στη μικρή πόλη Radebeul, κοντά στη βιομηχανική Δρέσδη.

Η επιλογή της πόλης αυτής σηματοδοτούσε και το εκπαιδευτικό μέλλον των Ελλήνων προσφύγων, καθώς προβλεπόταν ως επί το πλείστον τεχνολογική εκπαίδευση γι’ αυτούς, η οποία θα μπορούσε να συμβάλει στις γενικότερες ανάγκες του ανατολικογερμανικού κράτους, αλλά και ενός μετέπειτα σοσιαλιστικού ελληνικού, όπως φρόντιζε το ΚΚΕ να διατηρεί ως προοπτική μεταξύ των προσφύγων. Στην πόλη αυτή διατέθηκε ένα σύγχρονο συγκρότημα κτηρίων -10 τον αριθμό-, στο οποίο δημιουργήθηκαν χώροι για την εκπαιδευτική, πολιτιστική, αθλητική και ιατρική φροντίδα των παιδιών.

Αν και η ανατολικογερμανική κοινωνία είχε μια ιδιότυπη, σε πολλές περιπτώσεις εχθρική, σχέση με τους ξένους, το ανατολικογερμανικό κράτος, σύμφωνα με όλες τις μαρτυρίες, μερίμνησε κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο για την υλική φροντίδα και εκπαιδευτική εξέλιξη αυτών των βασανισμένων από τον πόλεμο παιδιών. Η εκπαιδευτική και επαγγελματική εξέλιξή τους ήταν απροσδόκητα επιτυχής, ακόμα και για τις προβλέψεις των ανθρώπων του ΚΚΕ, αν αναλογιστεί κανείς ότι τα περισσότερα από αυτά, πριν εγκαταλείψουν την Ελλάδα, δεν είχαν επισκεφθεί ποτέ σχολείο, δεν ήξεραν να γράφουν, να διαβάζουν, και έπρεπε να μάθουν ταυτόχρονα δύο γλώσσες, γερμανικά και ελληνικά, αλλά και μία τέχνη ή βιομηχανική ειδίκευση. Το ανατολικογερμανικό κράτος επωμίστηκε, επίσης, το κόστος έκδοσης ειδικών βιβλίων για τα Ελληνόπουλα.

Στην Ανατολική Γερμανία εκδιδόταν, πάλι με έξοδα του ανατολικογερμανικού κράτους, για τους Έλληνες πρόσφυγες το περιοδικό «Καινούργια Βάρδια». Αν και ο κομματικός μηχανισμός του ΚΚΕ προσπαθούσε να διατηρεί τον έλεγχο της εκπαίδευσης και της πολιτικής διαπαιδαγώγησης των παιδιών, τα περισσότερα αντιμετώπιζαν με σχετική απάθεια τις κατευθύνσεις αυτές, καθώς ανδρώθηκαν στην Ανατολική Γερμανία και δεν είχαν ζήσει την Κατοχή και τον Εμφύλιο. Σ’ αυτό συνέβαλε το γεγονός ότι μεγαλώνοντας, οι περισσότεροι εγκαταστάθηκαν σε άλλες πόλεις: το Chemnitz (από το 1953 μέχρι το 1990 Karl-MarxStadt), την Ερφούρτη, τη Λειψία, το Bautzen, το Neuruppin, το Zwickau, το Bernburg και το Dölkau, όπου επισκέφθηκαν διάφορες επαγγελματικές σχολές.

Η συντριπτική πλειονότητα των Ελληνόπουλων –κυρίως τα παιδιά μεγαλύτερης ηλικίας– απέκτησε τίτλους ειδικευμένων τεχνικών, ενώ κάποιοι μεταπήδησαν αργότερα σε πανεπιστήμια. Πολλά από τα παιδιά μικρότερης ηλικίας ακολούθησαν πιο ομαλή σχολική πορεία και μπόρεσαν να επιλέξουν από νωρίς τον επαγγελματικό ή επιστημονικό κλάδο της αρεσκείας τους, ένα δικαίωμα που –λόγω των ιδιαίτερων περιστάσεων– είχαν σε μικρότερο βαθμό τα μεγαλύτερα παιδιά. Εξαιρετικά μικρός ήταν ο αριθμός των κοριτσιών που έγιναν νοικοκυρές. Παρά την ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης στους περισσότερους τομείς, δεν απουσίαζαν οι μονομέρειες και τα νοσηρά φαινόμενα στην ανατροφή των παιδιών.

Συχνά έγιναν δέκτες της κομματικής προσωπολατρείας, που καλλιεργούσε το ΚΚΕ απέναντι στον Ζαχαριάδη και τον Στάλιν, της εχθρότητας απέναντι στη Γιουγκοσλαβία του «αποστάτη» Τίτο, ενώ συχνά ήταν και τα φαινόμενα ασφυκτικού ελέγχου της προσωπικής τους ζωής, παρακολούθηση της αλληλογραφίας και των δραστηριοτήτων του ελεύθερου χρόνου κ.λπ.

Ο επαναπατρισμός μετά το 1974

Η ομαλοποίηση των σχέσεων μεταξύ Ανατολικού Βερολίνου και Αθήνας το 1973 και η Ostpolitik του Κωνσταντίνου Καραμανλή επέτρεψαν το σταδιακό και διστακτικό, αρχικά, επαναπατρισμό των πολιτικών προσφύγων μετά το 1974. Το ίδιο το Βερολίνο άρχισε να διευκολύνει την τάση αυτή πολλών Ελλήνων, επιτρέποντας τη μετανάστευση ανατολικογερμανών υπηκόων που ήταν παντρεμένοι με Έλληνες και τη μετατροπή του ανατολικογερμανικού μάρκου σε δραχμές. Στο διάστημα 1974-1979 εγκρίθηκαν 319 αιτήσεις επιστροφής. Υπήρξαν βέβαια και αρκετοί που δεν επιθυμούσαν να επιστρέψουν στην Ελλάδα και στις προσωπικές τους μαρτυρίες εξέφραζαν συνήθως έντονη πικρία για τα όσα ακολούθησαν το τέλος του πολέμου στην Ελλάδα και τη στάση του ελληνικού κράτους απέναντί τους. Και παρά τα όσα τους πρόσφερε το ανατολικογερμανικό κράτος, δεν τους αναγνώρισε ποτέ πλήρη υπηκοότητα. Αυτό που υποδείκνυε την ταυτότητά τους ήταν ένα ειδικό κρατικό έγγραφο, στο οποίο αναγραφόταν μια φράση που συνόψιζε όλη τους την ιστορία: Έλληνας χωρίς Πατρίδα.

Αναφορικά με τους Έλληνες που κατοικούσαν στην Ανατολική Γερμανία πριν από τον πόλεμο, οι περιουσίες τους κρατικοποιήθηκαν από το μεταπολεμικό καθεστώς της Ανατολικής Γερμανίας, χωρίς μάλιστα να δοθεί στους δικαιούχους το δικαίωμα να τις επαναδιεκδικήσουν, καθώς δεν υπήρχαν επίσημες διπλωματικές επαφές μεταξύ Ελλάδας και Ανατολικής Γερμανίας. Μετά την ομαλοποίηση των σχέσεων μεταξύ των δύο κρατών, η ελληνική πλευρά έθεσε επιτακτικά το ζήτημα της επιστροφής των περιουσιών των Ελλήνων ως αναπόδραστης προϋπόθεσης για την αναβάθμιση της διμερούς συνεργασίας, χωρίς, ωστόσο, η κίνηση αυτή να αποφέρει ιδιαίτερα αποτελέσματα.

Η ραγδαία βελτίωση, στις αρχές της δεκαετίας του 1980, των σχέσεων μεταξύ Αθήνας και Βερολίνου σήμανε την άρση και των τελευταίων εμποδίων στην επιστροφή των Ελλήνων που βρίσκονταν ακόμα στην Ανατολική Γερμανία. Το 1984 Ανατολικό Βερολίνο και Αθήνα ρύθμισαν και το ζήτημα των συντάξεων, αίροντας και το τελευταίο εμπόδιο στη διαδικασία αυτή.

Πηγή: hellenicparliament.gr

Φωτογραφία 

 








Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο