Η οικονομική και πνευματική άνθιση της Μοσχόπολης μέχρι την καταστροφή της

Μια από τις σημαντικότερες πόλεις της Ηπείρου που γνώρισε σπουδαία οικονομική και πνευματική άνθιση την εποχή της Τουρκοκρατίας ήταν η Μοσχόπολη. Από μια κτηνοτροφική πόλη, η Μοσχόπολη κατόρθωσε να μετασχηματιστεί τον 17ο αιώνα σε ένα ισχυρό κέντρο παραγωγής υφασμάτων και νημάτων, να αποτελέσει δηλαδή ένα βιοτεχνικό κέντρο του τουρκοκρατούμενου ελληνισμού και τα προϊόντα του να «ταξιδέψουν» στις καλύτερες αγορές της Κεντρικής Ευρώπης και της Ιταλίας.



Η οικονομική δραστηριότητα των Μοσχοπολιτών

Η νηματουργία και η παραγωγή μάλλινων ειδών αποτέλεσαν τις πρώτες βιοτεχνικές δραστηριότητες, στις οποίες προστέθηκε αργότερα και η νημοβαφία. Η σταδιακή στροφή στο εμπόριο των Μοσχοπολιτών προέκυψε ως διέξοδος για το πλεονάζον πληθυσμιακό δυναμικό της κοινότητας, το οποίο μετατράπηκε έτσι σε ένα πολυάριθμο μεταναστευτικό δυναμικό.

Σύμφωνα με τον Μαρτινιανό, στη Μοσχόπολη είχε αναπτυχθεί μια ιδιαίτερη βιομηχανία κατεργασίας ερίων, η οποία εξελίχθηκε μέχρι το σημείο να διαθέτει η κάθε οικογένεια το δικό της οικοτεχνικό εργαστήριο. Από την πόλη εξάγονταν σακάκια, φανέλες, τάπητες, μαλλί κατεργασμένο, αλλά και ακατέργαστο ή μόνο πλυμένο και λαναρισμένο, κλωστές, βελέντζες, κάπες, δέρματα, επίσης κατεργασμένα ή ακατέργαστα, κερί, καπνός και έλαια, τα οποία προορίζονταν για τις αγορές του εξωτερικού.

Η γλώσσα που χρησιμοποιούσαν στις εμπορικές τους επαφές οι έμποροι της Μοσχόπολης ήταν η ελληνική. Η χρήση της ελληνικής και στις οικονομικές, αλλά και στις διαπροσωπικές επαφές των βλαχοφώνων Ελλήνων υπαγορευόταν τόσο από επαγγελματικούς όσο και από κοινωνικούς λόγους. Άλλωστε, τα ελληνικά είχαν καθιερωθεί ως επίσημη γλώσσα του εμπορίου σε ολόκληρη την περιοχή της Βαλκανικής Χερσονήσου και τα ελληνικά ήταν η γλώσσα που αποδείκνυε παράλληλα την ανώτερη καταγωγή και μόρφωση αυτών που την μιλούσαν.

Η Μοσχόπολη κέντρο του Νεοελληνικού Διαφωτισμού

Η οικονομική ευμάρεια της Μοσχόπολης που οφειλόταν στο εμπόριο νημάτων και υφασμάτων προκάλεσε και τη συνακόλουθη πνευματική αφύπνιση. Το διάστημα μεταξύ των ετών 1715-1760 χτίστηκαν στη Μοσχόπολη εννέα λαμπρές εκκλησίες, πολλές από τις οποίες διασώζονται έως τις μέρες μας.



Ακόμη, από το 1700 υπήρχε οργανωμένο ελληνικό σχολείο, στο οποίο δίδαξαν πεφωτισμένοι δάσκαλοι και λόγιοι από διάφορες περιοχές του ελληνισμού. Μάλιστα, από το 1744 το σχολείο της Μοσχόπολης εξελίχθηκε στην περίφημη «Νέα Ακαδημία», « …ο άκρος στολισμός της πολιτείας, η ευκοσμία των ηθών…».

Στα πλαίσια της «Νέας Ακαδημίας» δημιουργήθηκε ορφανοδιοικητήριο και απλό ορφανοτροφείο για τη στέγαση και τη σίτιση των μαθητών, οι οποίοι έρχονταν να σπουδάσουν στα σχολεία της Μοσχόπολης από όλα σχεδόν τα Βαλκάνια. Ο ρόλος της Ακαδημίας στόχευε στη διάσωση της ορθόδοξης χριστιανικής πίστης και τη διατήρηση του ελληνικού φρονήματος. Στη συνέχεια, το 1750 η Ακαδημία μεταφέρθηκε σε νέο κτήριο με την ονομασία «Ελληνικό Φροντιστήριο».

Ταυτόχρονα, η Μοσχόπολη διέθετε μια από τις μεγαλύτερες και πλουσιότερες βιβλιοθήκες των Βαλκανίων, αλλά σίγουρα το σημαντικότερο επίτευγμα υπήρξε το τυπογραφείο της πόλης, το οποίο πρωτολειτούργησε το 1720 ή το 1735. Το τυπογραφείο της Μοσχόπολης ήταν το δεύτερο ελληνικό τυπογραφείο που λειτούργησε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, μετά το τυπογραφείο της Κωνσταντινούπολης. Τα τυπογραφικά στοιχεία του ήταν στα ελληνικά και εκείνη την εποχή τυπώθηκαν και κυκλοφόρησαν σημαντικά βιβλία, που προώθησαν τον Νεοελληνικό Διαφωτισμό και διέδωσαν την ελληνική παιδεία. Δεν είναι, λοιπόν, τυχαίο το γεγονός πως στη Μοσχόπολη δόθηκε ο τίτλος της «Νέας Αθήνας», λόγω ασφαλώς της σημαντικής πνευματικής κίνησης που σημειώθηκε εκείνη την εποχή.

Ο πληθυσμός της Μοσχόπολης

Η Μοσχόπολη ή Βοσκόπολη (αλβ. Voskopojë) βρίσκεται στο οροπέδιο που εκτείνεται ανάμεσα στα βουνά της Όπαρης και της Οστροβίτσας, στα δυτικά των λιμνών Πρεσπών και Αχρίδας. Παλιότερα μάλιστα υπήρχαν διχογνωμίες μεταξύ των γεωγράφων για το αν η Μοσχόπολη ανήκε στην Ήπειρο ή στη Μακεδονία.

Η Μοσχόπολη ήταν μια νέα πόλη που δημιουργήθηκε σίγουρα μετά το 1300 μ.Χ. από βλαχόφωνους Έλληνες και την εποχή της οθωμανικής κυριαρχίας ήταν ένας συνοικισμός αμιγής χριστιανικός, αποκλείοντας το ενδεχόμενο παρουσίας Αλβανών ή σλαβόφωνων μουσουλμάνων.

Την εποχή της ακμής της, διάφοροι λόγιοι και περιηγητές ανέφεραν πως ο πληθυσμός της πόλης κυμαινόταν από 20.000 έως και 200.000 κατοίκους. Ο Ιωακείμ Μαρτινιανός υπολόγισε ότι στην πόλη το 1760 υπήρχαν περίπου 12.000 οικίες που θα φιλοξενούσαν περίπου 60.000 άτομα.

Η καταστροφή της Μοσχόπολης

Η ανεξέλεγκτη δράση των μουσουλμάνων Αλβανών, οι οποίοι οργανωμένοι σε συμμορίες καταδυνάστευαν τους χριστιανικούς πληθυσμούς της περιοχής, οδήγησε σε καταστροφές, δηώσεις, πυρκαγιές και φόνους από τις αρχές του 18ου αιώνα και έπειτα στην Κορυτσά και τους γειτονικούς από αυτήν οικισμούς.

Το κλίμα αναστάτωσης και ανασφάλειας που επικρατούσε και στη Μοσχόπολη έγινε ακόμη πιο δραματικό μετά τα Ορλωφικά. Ομάδες Αλβανών απαιτούσαν χρήματα και αξιώματα από την κεντρική εξουσία, η οποία αδυνατούσε πλήρως να ελέγξει τις απαιτήσεις τους. Έτσι προέκυψαν οι διάφοροι ισχυροί Αλβανοί τοπάρχες, οι οποίοι άρχισαν να διεκδικούν μερίδιο από τον πλούτο της Μοσχόπολης.

Οι Μοσχοπολίτες άρχοντες, προκειμένου να προστατεύσουν την πόλη τους από τα σώματα των μουσουλμάνων Αλβανών, αναγκάζονταν να ζητούν τη βοήθεια ισχυρών μπέηδων έναντι ενός χρηματικού ποσού, με την υπόσχεση ότι αυτοί θα προστάτευαν την πόλη από τις επιδρομές και τους κατοίκους στην ελεύθερη διεξαγωγή των εμπορικών τους δραστηριοτήτων. Στο μεταξύ πολλοί πλούσιοι Μοσχοπολίτες που είχαν αναπτύξει εμπορικές επαφές με το εξωτερικό άρχισαν να εγκαταλείπουν την πόλη ήδη από το 1750 και να εγκαθίστανται στη Βαλκανική και την Κεντρική Ευρώπη, ενώ οι πιο αδύναμοι οικονομικά οδηγήθηκαν σε περιοχές της Δυτικής και Κεντρικής Μακεδονίας, της Ηπείρου και της Θεσσαλίας, διαβλέποντας τους κινδύνους που επέρχονταν.

Η απομάκρυνση των Μοσχοπολιτών επέτρεψε στους μπορτζαλήδες να μπουν μέσα στην πόλη και να αποσπάσουν ανενόχλητοι ό,τι επιθυμούσαν. Τον Μάρτιο του 1770 περίπου 200 οικογένειες Μοσχοπολιτών επανήλθαν, καθώς δεν μπορούσαν να επιβιώσουν στα μέρη που είχαν πάει. Μέχρι το 1779 στη Μοσχόπολη έφθασαν άλλες 300 περίπου οικογένειες. Τότε, όλες οι οικογένειες για λόγους ασφαλείας συγκεντρώθηκαν στο κέντρο της πόλης, μιας πόλης που δεν θύμιζε σε τίποτα το αλλοτινό της μεγαλείο. Άδειες γειτονιές, ερειπωμένα και κατεστραμμένα σπίτια, άνθρωποι που βρέθηκαν για λόγους ανάγκης να κατοικούν σε σπίτια άλλων ανθρώπων, συνέθεταν το σκηνικό μιας εξαθλιωμένης πόλης.



Το 1794 ο Αλή πασάς έγινε πλέον κύριος ολόκληρος της περιοχής της Αχρίδας, ενώ ο γιος του Muhtar έλεγχε την περιοχή της Κορυτσάς. Για 30 περίπου χρόνια, όσο δηλαδή διήρκεσε η παραμονή του Αλή στο αξίωμά του, η Μοσχόπολη διήγαγε μια από τις ήσυχες περιόδους της ιστορίας της. Βεβαίως υπήρχε πάντα ο φόβος των ληστών και πολλοί Μοσχοπολίτες έφυγαν οριστικά από την πόλη τους, οι εντάσεις, όμως και το κλίμα τρομοκρατίας των προηγουμένων χρόνων είχε κάπως καταλαγιάσει.

Φυσικά, η Μοσχόπολη δεν επανήλθε ποτέ στην αλλοτινή της δόξα και μεγαλείο, κατάφερε όμως να είναι περισσότερο ασφαλής, χωρίς τον καθημερινό φόβο των επιδρομών και των δηώσεων.

Πηγές:

ΜΟΣΧΟΠΟΛΙΤΩΝ ΤΥΧΑΙ,Η ΑΚΜΗ, Η ΠΑΡΑΚΜΗ ΚΑΙ Η ΔΙΑΣΠΟΡΑ ΤΩΝ ΜΟΣΧΟΠΟΛΙΤΩΝ
Η ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΤΟΥ MISKOLC

himara.gr

Φωτογραφία 

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο