Η Λέσβος του ελαιολάδου και της σαπωνοποιίας

Η Λέσβος, το τρίτο σε μέγεθος ελληνικό νησί, κατοικείται από το 3.300 π.Χ. και στο διάβα της ιστορίας της δέχτηκε στους κόλπους της Αχαιούς, Αιολείς, Μακεδόνες, Ρωμαίους, Γενοβέζους, Τούρκους και πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία.

Το νησί της Λέσβου ήδη από την αρχαϊκή εποχή αποτέλεσε ένα σπουδαίο εμπορικό και πολιτιστικό κέντρο, ιδιαίτερα την εποχή της κυριαρχίας του Πιττακού (589-579 π.Χ.), με τους εκπροσώπους της Λυρική Ποίησης Σαπφώ και Αλκαίο να κατέχουν εξέχουσα θέση στην αρχαία ελληνική γραμματεία.

Από το 1463, η Λέσβος κυριαρχήθηκε από τους Οθωμανούς, οι οποίοι μετά την κατάληψη του νησιού κατέστρεψαν μέρος του νησιού και έσφαξαν μεγάλο μέρος του πληθυσμού. Όσοι χριστιανοί κάτοικοι της Λέσβου γλίτωσαν από τους αιμοσταγείς κατακτητές, μετακινήθηκαν στην ενδοχώρα για μεγαλύτερη ασφάλεια.



Η οικονομική άνθιση την εποχή της Τουρκοκρατίας

Η οικονομία της Λέσβου άρχισε να μεταστρέφεται από την καθαρά αγροτική στη μεταποίηση και στο εμπόριο μετά τις μεταρρυθμίσεις που τέθηκαν σε εφαρμογή µε τη διαταγή του Ροδόκηπου (1839) και του Χάττι Χουµαγιούν (1856). Με την κατάργηση των προνομίων του ναζίρη στο εμπόριο λαδιού και τη δικαιότερη κατανομή φόρων και με εγγυήσεις προστασίας της ιδιοκτησίας και της περιουσίας των ατόμων, οι κάτοικοι της Λέσβου στράφηκαν στο εμπόριο λαδιού και στη σαπωνοποιία, κατακτώντας τις διεθνείς αγορές.

Τα εργοστάσια παραγωγής που δημιουργήθηκαν εκείνη την περίοδο άνηκαν αποκλειστικά σε Χριστιανούς. Σύμφωνα µε το Β. Lewis, το γεγονός αυτό οφείλεται στο ότι οι Οθωμανοί έμειναν πιστοί στις ισλαμικές αρχές τους και αρνήθηκαν να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες. Έτσι, σιγά σιγά λόγω των νέων οικονομικών συνθηκών άρχισε και η συρρίκνωση του οθωμανικού στοιχείου της Λέσβου. Σύμφωνα πάλι µε την άποψη του στρατηγού Wilson, η συρρίκνωση οφειλόταν και στην ελλιπή μόρφωση, στις στρατολογήσεις, στις κακές συνθήκες διαβίωσης και στο γενικότερο ράθυμο χαρακτήρα των Οθωμανών.

Τα ελαιοτριβεία, τα σαπωνοποιεία και οι αλευρόμυλοι της Λέσβου

Μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα, η επεξεργασία της ελιάς γινόταν µε πρωτόγονο τρόπο. Το ελαιοτριβείο βρισκόταν εντός του κεντρικού πυρήνα του οικισμού και συχνά στο κέντρο του. Το κτήριο ήταν απλό, χωρίς περιβάλλοντα χώρο και όλες οι εργασίες, από την αποθήκευση του καρπού μέχρι την έκθλιψή του και τη συγκέντρωση του λαδιού, γίνονταν μέσα σ’ αυτόν το χώρο.

Από το 1870 και μετά, άρχισαν να κατασκευάζονται και να λειτουργούν στο νησί τα πρώτα ατμοκίνητα ελαιοτριβεία. Δίπλα ή στον ίδιο χώρο των ατμοκίνητων ελαιοτριβείων τοποθετούνταν αλευρόμυλοι, που λειτουργούσαν εκμεταλλευόμενοι τον ατμό των ελαιοτριβείων. Ταυτόχρονα, οι μεταπράτες και οι έμποροι, που είχαν απαιτήσεις από το λάδι, έφερναν συνεχώς καινούργια μηχανήματα στο νησί. Τα περισσότερα μηχανήματα τα έφερναν από τα παράλια της ελληνικής Μικράς Ασίας, κυρίως από τη Σμύρνη, όπου ταυτόχρονα γινόταν και πλούσιο διαμετακομιστικό εμπόριο.

Τα ελαιοτριβεία λειτουργούσαν ως σύνθετα βιομηχανικά συγκροτήματα που περιλάμβαναν και άλλες λειτουργίες, όπως η σαπωνοποιία. Επειδή από τα υποπροϊόντα του λαδιού παράγεται το σαπούνι, την εποχή εκείνη παραγόταν και σαπούνι σε μεγάλες ποσότητες, το οποίο εξαγόταν σε πολλά μέρη του κόσμου, στηρίζοντας την ανθηρή οικονομία του νησιού.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα ενός τέτοιου βιομηχανικού συγκροτήματος ήταν το βιομηχανικό συγκρότημα των Αφών Καψιμάλη, το οποίο περιλάμβανε τις λειτουργίες του ελαιοτριβείου, σαπωνοποιείου, αλευρόμυλου, αποθήκες λαδιού καθώς και ιδιόκτητη προβλήτα για την άμεση φόρτωση και εξαγωγή των προϊόντων του. Έτσι, με τους αλευρόμυλους και το σαπωνοποιείο απασχολούνταν οι εργάτες της ελιάς τους καλοκαιρινούς μήνες, τότε δηλαδή που τα λιοτρίβια ήταν κλειστά.

H βιομηχανική αυτή ανάπτυξη της Λέσβου συνδυάστηκε επίσης και µε ακμή της ναυτιλίας. Μόνο στο Πλωμάρι, το 1874, υπήρχαν 120 πλοία διαφόρων χωρητικοτήτων, που κατευθύνονταν στη Ρουμανία, στη Ρωσία, στη Μαύρη Θάλασσα, τον Πόντο, τη Σαμψούντα, την Τραπεζούντα αλλά και σε ολόκληρη τη Μεσόγειο.



Η οικονομία της Λέσβου τον 20ο αιώνα

Η Λέσβος ενσωματώθηκε τυπικά στο ελληνικό κράτος το 1914. Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, άλλαξε η πληθυσμιακή σύσταση του νησιού, καθώς έφυγαν οι εναπομείναντες Τούρκοι και εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία.

Το κύμα προσφύγων βοήθησε αφενός στην ανάπτυξη νέων καλλιεργειών και στην προσφορά φτηνών εργατών για τη βιομηχανία, αφετέρου δε η αποκοπή της Λέσβου με τα μικρασιατικά παράλια κλόνισε την οικονομία της. Τότε, η βιομηχανική παραγωγή του νησιού μειώθηκε αισθητά, καθώς η κύρια αγορά των παραγόμενων προϊόντων ήταν τα ισχυρά οικονομικά κέντρα της Μικράς Ασίας, της περιοχής δηλαδή που μετά το 1922 έπαψε να υφίσταται το ισχυρό κεφάλαιο των Ελλήνων.

Η οικονομία του νησιού συνέχισε να στηρίζεται στο λάδι και στα προϊόντα του και μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπως επίσης στην κτηνοτροφία και στη βυρσοδεψία. Η παραγωγή και το εμπόριο δημιούργησε μια πληθυσμιακή ευημερία στο νησί, στο οποίο από την απογραφή του 1961 φαίνεται πως ζούσαν περίπου 150.000 κάτοικοι.

Μέχρι το 1990, στη Λέσβο υπήρχαν 125 εργοστάσια, από τα οποία τα 57 ήταν ελαιοτριβεία, τα 35 σαπωνοποιεία, τα 17 βυρσοδεψεία, τα 8 αλευροποιεία, και τα υπόλοιπα 5 πυρηνελαιοεργοστάσια, νηµατουργεία, βαφεία, µακαρονοποιεία, υφαντουργεία, µηχανουργεία και ένα ορυχείο ταλκ.

Πηγές:

Αγροτικός Συνεταιρισµός Παλαιοχωρίου Λέσβου

ethnopharmacology.gr

Φωτογραφία 



Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο