Η Κορυφώ, από τους Βυζαντινούς στους Λατίνους

Από την αρχαιότητα το νησί των Φαιάκων αναφέρεται στις γραπτές πηγές ως Κέρκυρα. Στη βυζαντινή όμως εποχή, όταν η Άννα Κομνηνή γράφει για την επιδρομή του Ροβέρτου Γυισκάρδου και των Νορμανδών στην Κέρκυρα, αναφέρει το νησί ως Κορυφώ: «Μεταξύ του προς το Δυρράχιον κατάπλου την τε Κορυφώ πόλιν όχυρωτάτην καί άλλα τά ημέτερα φρούρια έξ αποστολής κατέσχε».

Το Βυζαντινό όνομα Κορυφώ παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 968 μ.Χ., όταν ο επίσκοπος Κρεμώνας Λιουτπράνδος έγραψε στην έκθεσή του: «ad Coryphus parvenimus» (φθάσαμε στην Κορυφώ). Κατά την εποχή αυτή, που στην Κωνσταντινούπολη βασίλευε η Μακεδονική Δυναστεία, η Κέρκυρα απολάμβανε συνθήκες σχετικής ασφάλειας. Αυτό προκύπτει από την κατασκευή εκτός των οχυρώσεων, στην Παλαιόπολη και του μνημειακού ναού των Αγίων Ιάσονος και Σωσιπάτρου κατά τα τέλη του 10ου αιώνα.

Οι Νορμανδοί

Οι Νορμανδοί έγιναν τέσσερις φορές κυρίαρχοι του νησιού σε διάστημα ενός αιώνα, από το 1081 έως το 1185 μ.Χ. Ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας Μανουήλ Α΄ Κομνηνός ανακατέλαβε την Κορυφώ μετά από πολλές προσπάθειες το 1149 μ.Χ., «πόλη οχυρωτάτη» όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η Άννα Κομνηνή. Όταν τελικά αποχώρησαν οι Νορμανδοί από την «Κορυφώ», οι Αυτοκράτορες παραχώρησαν πολλά και σημαντικά φορολογικά προνόμια στον κλήρο και τους κατοίκους του κάστρου.



Πώς όμως προέκυψε το μεσαιωνικό όνομα Κορυφώ;

Καθοριστικής σημασίας για την μετέπειτα ζωή και την ονομασία της πόλης της Κέρκυρας υπήρξε η κατάληψη και λεηλασία του νησιού από το βασιλιά των Ερούλων Γότθων Τοτίλα το 551 μ.Χ. Τότε ερειπώθηκε η Χερσούπολη, που βρισκόταν στο Κανόνι και οι κάτοικοί της άρχισαν σταδιακά να την εγκαταλείπουν και δημιούργησαν μια άλλη, βορειότερα σε θέση εκ φύσεως πιο οχυρή, ανάμεσα στους βράχους της κοντινής δίκορφης χερσονήσου, η οποία σταδιακά οχυρώθηκε και από εκεί προέκυψε το μεσαιωνικό όνομα Κορυφώ ή Κορφοί. Χτίστηκε τότε το Παλαιό φρούριο, όπως ονομάζεται σήμερα, για να περιβάλει τη νέα πόλη που έχτισαν οι επιζήσαντες Κερκυραίοι στο ανατολικό άκρο της σημερινής Παλιάς Πόλης, σε μια απόκρημνη χερσόνησο.

Συνεπώς, η χρήση του όρου Κορυφώ σχετίζεται με τον οικισμό της χερσονήσου, διαφορετικά η απλή αναφορά του ονόματος Κέρκυρα θα μπορούσε να αναφέρεται, εκτός από το νησί, στη θέση της Παλαιόπολης. Την ίδια εποχή με την Άννα Κομνηνή ο Γουλιέλμος της Απουλίας, στο επικό του ποίημα για τα κατορθώματα του Γυισκάρδου, την αναφέρει και αυτός “Corifi urbs”.

Από τους Βυζαντινούς στους Βενετούς

Με την κατάλυση του Βυζαντινού κράτους από τους Σταυροφόρους της Δ΄ Σταυροφορίας το 1204, η Κέρκυρα περιήλθε στους Βενετούς.

Οι Βενετοί στην πρώτη παρουσία τους στην Κέρκυρα (1204- 1214), διαίρεσαν τη γη σε δέκα φέουδα και την μοίρασαν σε ισάριθμους συμπατριώτες τους ευγενείς. Οι Βενετοί αποκαλούσαν το νησί της Κέρκυρας «πύλη προς τον Κόλπο», καθώς έλεγχε τη θαλάσσια διαδρομή που παρέχει πρόσβαση στην Αδριατική Θάλασσα.

Η Βενετία διατηρούσε τα δικά της δικαιώματα κυριαρχίας σε όλη την θάλασσα, η οποία επίσης ονομαζόταν κόλπος της Βενετίας. Για να αναβαθμίσουν τα οχυρωματικά έργα για την ανάπτυξη των κανονιών, οι Βενετοί έχτισαν κυκλικούς προμαχώνες.

Το νησί στο Δεσποτάτο της Ηπείρου

Το 1214 το νησί πέρασε στην κυριαρχία του Μιχαήλ Α΄ Άγγελου Κομνηνού, Δεσπότη της Ηπείρου. Ο νέος ομόφυλος και ομόθρησκος όπως και οι διάδοχοί του, ανανέωσαν τα παλαιότερα προνόμια και ενίσχυσαν την άμυνα του νησιού, βελτιώνοντας τις οχυρώσεις της μεσαιωνικής πόλης. Στα δυτικά του νησιού, σύμφωνα με την παράδοση, κατασκευάστηκαν τα κάστρα Γαρδίκι και Αγγελόκαστρο.

Τελικά, η κυριαρχία των Δεσποτών της Ηπείρου έληξε το 1258, όταν ο Δεσπότης Μιχαήλ Β΄ Δούκας παραχώρησε την Κέρκυρα ως προίκα στο γαμπρό του Μανφρέδο, βασιλέα των Δύο Σικελιών. Μετά τη μάχη του Μπενεβέντο και σύμφωνα με την συνθήκη του Βιτέρμπο, η Κέρκυρα πέρασε στο νικητή αυτής της μάχης, τον Κάρολο Α΄ τον Ανδηγαυό και για τα επόμενα 120 περίπου χρόνια (1267-1386), βίωσε την ανδηγαυϊκή κυριαρχία.

Οι Βενετοί ξανά κυρίαρχοι το β΄μισό του 14ου αιώνα

Οι Ανδηγαυοί της Νότιας Ιταλίας, ευρισκόμενοι σε βαθιά δυναστική κρίση, δεν ενδιαφέρονταν πλέον για την ανακατάληψη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και έτσι η κατοχή της Κέρκυρας, που θα χρησίμευε ως βάση, δεν είχε πια ιδιαίτερο νόημα.

Οι Κερκυραίοι αντιλαμβανόμενοι ότι δεν είχαν τίποτε πλέον να περιμένουν από το Βυζάντιο, αναζητώντας έναν ισχυρό προστάτη, στράφηκαν στη Βενετία. Στα τέλη του 14ου αιώνα, το αναθερμασμένο ενδιαφέρον της Βενετίας για το νησί πέτυχε τη δημιουργία μιας φιλοβενετικής κίνησης στις τάξεις των αρχόντων, με αποτέλεσμα να αποσταλούν τον Μάιο του 1386 πέντε εκλεγμένοι πληρεξούσιοι του Κερκυραϊκού Συμβουλίου στη Βενετία για να ζητήσουν την έγκριση της Συγκλήτου για την οικειοθελή υποταγή της Κέρκυρας και να δώσουν όρκο πίστης, υπό τον όρο να υπερασπίζεται αιωνίως την πόλη και το νησί.

Οι Βενετικές δυνάμεις με επικεφαλής τον Ιωάννη Μιάνι, Καπιτάνο του Κόλπου, κατέλαβαν το νησί και η παραχώρηση του χρυσόβουλου τον Ιανουάριο του 1387 επιβεβαίωσε όλα τα προγενέστερα προνόμια που είχαν παραχωρηθεί και ρύθμισε τις σχέσεις του νησιού με τη «Γαληνοτάτη Δημοκρατία», διασφαλίζοντας ως αντάλλαγμα την πιστότητα και την αφοσίωση των νέων υπηκόων στη μόνη δημοκρατία του καιρού της, όπως ήθελε να αυτοαποκαλείται η βενετική ολιγαρχία. Αργότερα, το 1402, η Βενετική Σύγκλητος αγόρασε από το Βασίλειο της Νεαπόλεως αντί 30.000 χρυσών δουκάτων την Κέρκυρα, εδραιώνοντας και επίσημα την κατοχή του νησιού, που κράτησε 411 χρόνια, 11 μήνες και 11 μέρες (1386-1797).

Πηγές:

«Οι Ενετικές οχυρώσεις της Κέρκυρας σε σχέση με την σύγχρονη τοπογραφία της»

corfuhistory.eu

 








Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο