Η εγκατάσταση των βλαχόφωνων στην Κατερίνη

Πριν τον ερχομό προσφύγων από τη Μικρά Ασία και τον Πόντο το 1922, οι περισσότεροι κάτοικοι της Κατερίνης ήταν Βλάχοι, οι οποίοι κυρίως προέρχονταν από το Λιβάδι Ολύμπου. Η παρουσία των Βλάχων στην πόλη της Κατερίνης ανάγεται στην περίοδο πριν από τα τέλη του 18ου αιώνα και με την παρουσία τους συνέβαλαν στη σημαντική αύξηση του πληθυσμού της πόλης που παρατηρήθηκε από τα μέσα του 19ου αιώνα έως τις αρχές του 20ου αιώνα.

Και ενώ κατά τον 17ο και 18ο αιώνα ο πληθυσμός της Κατερίνης κυμαινόταν κατά καιρούς από 100 έως 300 οικίες, κυρίως Ελλήνων και ελάχιστων μουσουλμάνων, σε μια ελληνική προξενική έκθεση του 1879 μαρτυρείται πως εκείνη την εποχή ζούσαν στην Κατερίνη 50 αρβανιτοβλάχικες οικογένειες και άλλες 150 βλάχικες οικογένειες από την Πίνδο, κυρίως από τη Σαμαρίνα.

Βλάχοι από την κεντρική και βόρεια Πίνδο, από το Βέρμιο, από τα Γρεβενά και κυρίως από τον Όλυμπο εγκαταστάθηκαν στην πεδιάδα της Πιερίας και κυρίως στην Κατερίνη την εποχή της Τουρκοκρατίας, καθώς ήταν ευνοϊκές οι εμπορικές, κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες για τις κτηνοτροφικές και βιοτεχνικές δραστηριότητες. Οι βλαχόφωνοι της Κατερίνης ανάλογα με την καταγωγή τους διακρίνονταν σε Λιβαδιώτες, που άλλωστε ήταν και οι πολυπληθέστεροι, σε Κοκκινοπλίτες, σε Ζαγορίσιους, σε Σαμαρινιώτες, σε Αβδελιώτες, σε Νιζοπολίτες, σε Βεργιάνους και σε Αρβανιτόβλαχους.



Οι Λιβαδιώτες

Σίγουρα, πολύ πριν τα τέλη του 18ου αιώνα οι Λιβαδιώτες παραδοσιακά πήγαιναν στην πεδιάδα της Κατερίνης για να ξεχειμωνιάσουν τα κοπάδια τους. Βέβαια, μόνιμη πια εγκατάσταση στην Κατερίνη εντοπίζεται από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και μετά.

Το Λιβάδι Ολύμπου γνώρισε οικονομική ανάπτυξη κατά τον 19ο αιώνα και έτσι δημιουργήθηκε μια νέα τάξη εμποροβιοτεχνών και πραματευτάδων, οι οποίοι αναζήτησαν αγορές για τα προϊόντα τους. Ξένοι περιηγητές μαρτυρούν πως στο Λιβάδι παράγονταν σκουτιά, δηλαδή μάλλινα σκληρά υφάσματα τα οποία τα μεταποιούσαν σε κάπες.

Μάλιστα, η ετήσια παραγωγή μάλλινων σκουτιών στο Λιβάδι στις αρχές του 19ου αιώνα έφτανε τα 200 φορτώματα, ενώ το κάθε φόρτωμα υπολογιζόταν σε 140 ξύλα-δέματα. Ταυτόχρονα, η Κατερίνη αποτελούσε για τους Βλάχους του Λιβαδίου ένα αστικό κέντρο που παρείχε ασφάλεια από ληστρικές επιδρομές και μπορούσαν να ασχολούνται απρόσκοπτα με τις εμπορικές τους επιχειρήσεις, σε μια εποχή όπου τα χωριά του Ολύμπου βρίσκονταν συχνά αντιμέτωπα με τις ληστρικές επιδρομές Τουρκοαλβανών.

Κομβική εποχή για την μετακίνηση των βλαχόφωνων από το Λιβάδι στην Κατερίνη αποτέλεσε η επαναστατική εξέγερση του 1878, εποχή που η δράση των ληστών παρέλυσε την οικονομική ζωή του χωριού. Οι Τουρκαλβανοί ληστές έκλεψαν σχεδόν όλα τα βόδια, άλογα και μουλάρια του χωριού, τα μέσα δηλαδή που χρησιμοποιούσαν τότε για τις αγροτικές εργασίες και για τις μεταφορές.

Οι Κοκκινοπλίτες

Ένα ακόμη σημαντικό βλαχοχώρι του Ολύμπου είναι ο Κοκκινοπλός ή Κοκκινοπηλός, που οι κάτοικοί του επίσης έφυγαν κατά τον 19ο αιώνα για την πόλη της Κατερίνης εξαιτίας κυρίως της τυραννικής εξουσίας του Αλί Πασά και των ληστρικών επιδρομών των Τουρκαλβανών.

Οι Ζαγορίσιοι

Όταν το 1868 καταργήθηκαν τα προνόμια που απολάμβαναν οι Ζαγορίσιοι στην Τουρκοκρατία, οι αρχοντικές κυρίως οικογένειες έγιναν στόχος ληστρικών επιδρομών. Έτσι, 500-600 οικογένειες αρχόντων από το Ζαγόρι εγκατέλειψαν τις εστίες τους και αναζήτησαν νέες περιοχές εγκατάστασης.

Ανάμεσα σ’ αυτούς που εγκατέλειψαν τα χωριά του Ζαγορίου ήταν και μια ομάδα 32 οικογενειών που εγκαταστάθηκαν στην Κατερίνη, που οι περισσότεροι ήταν από το Φλαμπουράρι και λιγότεροι από το Μονοδέντρι.

Οι Γρεβενιώτες

Βλαχόφωνοι από τη Σαμαρίνα, τη Σμίξη, την Αβδέλα και το Περιβόλι μετοίκησαν στην Κατερίνη την ίδια περίπου περίοδο με τις υπόλοιπες ομάδες Βλάχων, πιθανότατα κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, και ίσως η μετακίνησή τους σχετίζεται και με την καταστροφή της Μοσχόπολης.

Βέβαια, μαζική μετακίνηση Σαμαρινιωτών στην Κατερίνη μαρτυρείται το 1856 και συνδέεται με μια εμφύλια διαμάχη που ξέσπασε στη Σαμαρίνα. Τότε, όλο το χωριό μοιράστηκε σε δύο αντίπαλες παρατάξεις γύρω από το ποιος θα ασκούσε τον κοινοτικό έλεγχο και θα διαχειριζόταν την κοινοτική περιουσία. Η ομάδα των κατοίκων που ηττήθηκε τελικά, οι Μπατούτς (=ηττημένοι) υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τη Σαμαρίνα κι έτσι αναζήτησαν νέα πατρίδα. Φαίνεται πως από αυτούς 100 περίπου οικογένειες επέλεξαν να εγκατασταθούν στην Κατερίνη και 100 περίπου οικογένειες εγκαταστάθηκαν σε χωριά κοντά στην Κατερίνη.

Οι Νιζοπολίτες

Μια ακόμη σημαντική εστία της βλαχικής διασποράς ήταν οι βλαχόφωνοι της Νιζόπολης, δυτικά της Γευγελής και του Μοναστηρίου. Οι Νιζοπολίτες συνήθιζαν να κατεβαίνουν με τα κοπάδια τους για ξεχειμώνιασμα στην πεδιάδα της Πιερίας ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα και κατά την εποχική παραμονή τους στην περιοχή είχαν αναπτύξει σχέσεις με άλλους Βλάχους που έμεναν μόνιμα στην Κατερίνη.

Στα χρόνια όμως του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και τις καταστροφές που σημειώθηκαν στη Νιζόπολη οι κάτοικοι αναζήτησαν καταφύγιο σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας, έτσι μια μεγάλη ομάδα Νιζοπολιτών εγκαταστάθηκε στην Κατερίνη.

Οι Βεργιάνοι και οι Αρβανιτόβλαχοι

Μετά την κήρυξη της Ελληνικής Επανάστασης το 1821 πολλά βλάχικα φαλκλάρια από το Άνω και Κάτω Σέλι, από το Βέρμιο, από το Μορίχοβο και το Καϊμακτσαλάν κατέβαιναν εποχικά με τα κοπάδια τους στις πεδιάδες της Κατερίνης. Από τα μέσα του 19ου αιώνα αρβανιτοβλάχικα φαλκλάρια άρχισαν να κατεβαίνουν από το Βέρμιο για μόνιμη πια εγκατάσταση στα χειμαδιά της Πιερίας.

Πηγή: Καζταρίδης,Ιωάννης (2009, Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας), Το πέρασμα από την τουρκοκρατία στην αστικοποίηση στην περίπτωση της Κατερίνης (1870-1940): η συμβολή των επήλυδων βλάχων και των προσφύγων
Φωτογραφία 

 

Επιμέλεια: Ε. Μακρή

 








Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο