Δημοσιογραφική έρευνα του 1903 για τον ελληνισμό του Μοναστηρίου

Την άνοιξη του 1903, απεσταλμένος δημοσιογράφος της εφημερίδας «ΣΚΡΙΠ» πραγματοποίησε ταξίδι στη Μακεδονία, προκειμένου να αποτυπώσει την κατάσταση που επικρατούσε σε σημαντικές πόλεις και χωριά της Μακεδονίας λίγο πριν ξεσπάσει επίσημα ο Μακεδονικός Αγώνας.

Έτσι, ο Ευστράτιος Ευστρατιάδης ταξίδεψε στη Θεσσαλονίκη, στις Σέρρες, στην Ημαθία και στο Μοναστήρι, προκειμένου να κάνει επιτόπια έρευνα και να προσφέρει την αλήθεια στον ελληνικό λαό για την κρίσιμη κατάσταση που αντιμετώπιζε τότε το μακεδονικό ζήτημα. Τελικός προορισμός αυτής της έρευνας ήταν το Μοναστήρι Πελαγονίας, μιας περιοχής όπου στις αρχές του 20ου αιώνα υπερίσχυαν οι Έλληνες και κυρίως οι βλαχόφωνοι.



Η άφιξη στο Μοναστήρι

Μόλις ο δημοσιογράφος έφτασε στο σιδηροδρομικό σταθμό του Μοναστηρίου, αντίκρισε έντονη παρουσία Τούρκων αξιωματικών, πράγμα που του έδωσε την εντύπωση στρατοκρατούμενης πόλης. Ουσιαστικά, στην πόλη του Μοναστηρίου επικρατούσε ατύπως στρατιωτικός νόμος, λόγω της δράσης των Εξαρχικών. Ταυτόχρονα, μεταξύ των επιβατών και των ντόπιων κυριαρχούσε ένα πνεύμα καχυποψίας. Συναντώντας τελικά τον Σταθμάρχη, κ. Ιωαννίδη, τον ρώτησε εάν υπήρχαν πολλοί Έλληνες στο Μοναστήρι και εκείνος με φυσικότητα του απάντησε: «Τι λέτε; Εισέρχεστε σε ελληνική πόλη».

Η συνάντηση με τον Δραγούμη

Στο Μοναστήρι, ο δημοσιογράφος του «ΣΚΡΙΠ» συνάντησε και τον Γραμματέα του ελληνικού προξενείου, τον Ίωνα Δραγούμη, ο οποίος του εξέθεσε με λεπτομέρειες τη δράση των Βουλγάρων Εξαρχικών και της ταυτόχρονης ρουμανικής προπαγάνδας. Ο Δραγούμης τού μετέφερε την πληροφορία πως ξένες εφημερίδες, έναντι αδράς αμοιβής, επιτελούσαν τη μεγαλύτερη προπαγάνδα υπέρ των Βουλγάρων στη Μακεδονία. Ακόμη, Αυστριακοί και Ιταλοί προπαγανδιστές προσπαθούσαν να πείσουν και τους Αλβανούς μπέηδες μεγαλοτσιφλικάδες πως οι Έλληνες θα τους κατέστρεφαν τη γλώσσα, θέλοντας να σπείρουν το μίσος των Αλβανών έναντι των Ελλήνων του Μοναστηρίου.

Στο Μοναστήρι τότε κυριαρχούσε η ελληνική παιδεία και η ελληνική γλώσσα. Ωστόσο, στην πόλη ζούσαν διάφορες εθνότητες, συνεπώς εκτός από τα Ελληνικά ομιλούνταν Αλβανικά, Τουρκικά, Εβραϊκά, Γύφτικα, Βουλγαρικά, Σερβικά και ασφαλώς Βλάχικα από τους βλαχόφωνους Έλληνες. Επισήμως, βέβαια, στο Μοναστήρι αναγνωρίζονταν μόνο δύο κοινότητες: η Ορθόδοξος και η Σχισματική, όχι Ελληνική και Βουλγαρική αντιστοίχως.

Η ρουμανική προπαγάνδα

Εκτός βέβαια από την προπαγάνδα των Βουλγάρων Σχισματικών που προσπαθούσαν με τη βία και τον εκφοβισμό να συμπεριλάβουν στους Σχισματικούς τους Ορθόδοξους που φυσικά δεν ήταν Βούλγαροι, οι βλαχόφωνοι Έλληνες είχαν να αντιμετωπίσουν και τη ρουμανική προπαγάνδα, που παρουσίαζε ως «Ρουμανίζοντες» τους Βλάχους, οι οποίοι ασφαλώς ήταν Έλληνες και όχι Ρουμάνοι.

Ο Ρουμάνος Πρόξενος της Θεσσαλονίκης θέλοντας να εμφανίσει ότι δήθεν υπήρχαν 300 χιλιάδες Ρουμάνοι στο Μοναστήρι, παρουσίαζε ως δικούς του τους βλαχόφωνους Έλληνες. Μάλιστα, είχαν φτιάξει ένα ρουμανικό οικοτροφείο στο Μοναστήρι, μάζεψαν εκεί περίπου 100 παιδιά φτωχών βλαχόφωνων και έτσι προέβαλαν αξιώσεις για ρουμανική εθνικότητα, πράγμα βέβαια που οι βλαχόφωνοι του Μοναστηρίου το αρνούνταν κατηγορηματικά.



Τα ελληνικά σχολεία και η πνευματική κίνηση

Αναμφισβήτητα, η πνευματική ελίτ του Μοναστηρίου ήταν οι Έλληνες. Στις αρχές του 20ου αιώνα στο Μοναστήρι υπήρχαν πολλά ελληνικά σχολεία. Συγκεκριμένα, λειτουργούσε εξατάξιο γυμνάσιο με 170 μαθητές, μια εξατάξια Αστική Σχολή με 400 μαθητές, 4 δημοτικές σχολές με 450 μαθητές, Παρθεναγωγείο με 450 μαθήτριες και 4 νηπιαγωγεία με 200 νήπια. Η ελληνική παιδεία ενισχυόταν ακόμη από τα δύο ελληνικά βιβλιοπωλεία και από το ελληνικό τυπογραφείο.

Βέβαια, στο Μοναστήρι υπήρχε και Βουλγαρικό Γυμνάσιο, για το οποίο αναφερόταν ότι οι μόνες μελέτες που γίνονταν εκεί ήταν τα σχέδια διάφορων δολοφονιών και εκβιάσεων υπό την προεδρία του Ρώσου προξένου της πόλης.

Η οικονομική υπεροχή των Ελλήνων

Εκτός από την πρωτοκαθεδρία των ελληνικών σχολείων, στα χέρια των Ελλήνων ήταν και το εμπόριο της πόλης. Τα περισσότερα εμπορικά καταστήματα της πόλης έφεραν ελληνικές επιγραφές, ενώ αντίθετα βουλγάρικα ήταν μόνο κάποια γαλακτοπωλεία και φούρνοι. Ακόμη, υπήρχαν ελληνικές βιοτεχνικές μονάδες υφασμάτων, βυρσοδεψεία, οινοποιεία και Ελληνικό Νοσοκομείο, το οποίο διέθετε ξεχωριστό τμήμα φυματιώντων και ξεχωριστό τμήμα για μολυσματικές ασθένειες.

Υπήρχαν ακόμη δύο γηροκομεία και ένα βρεφοκομείο, στο οποίο συγκεντρώνονταν εγκαταλελειμμένα βρέφη από διάφορες εθνότητες, και μία αστυκλινική. Στην Κλινική αυτή οι βλαχόφωνες μητέρες έφερναν για εξέταση τα ελληνόφωνα παιδιά τους και ο γιατρός συνεννοούνταν μαζί τους και στις δύο γλώσσες. Από τους 18 γιατρούς που διέθετε η πόλη, οι 15 ήταν Έλληνες, ενώ οι φαρμακοποιοί και οι δικηγόροι ήταν μόνο Έλληνες.

Ο Ευστρατιάδης κατά την παραμονή του στο Μοναστήρι συνάντησε τον Τούρκο Βαλή, που του εξέθεσε κι εκείνος, από τη δική του μεριά, την κατάσταση που επικρατούσε. Συνάντησε ακόμη Σχισματικούς, εξέχουσες μορφές της ελληνικής παροικίας αλλά και απλούς πολίτες, που του διηγήθηκαν τα προσωπικά τους πάθη από τις θηριωδίες των Βουλγάρων.

Πηγές:

 efimeris.nlg.gr

anemi.lib.uoc.gr

Φωτογραφία

 








Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο