Η αγορά Ελληνίδων σκλάβων στη Μεθώνη την Τουρκοκρατία

Η Μεθώνη, κωμόπολη της Μεσσηνίας, έχει σπουδαία ιστορία και λόγω της στρατηγικής θέσης της αποτέλεσε το επίκεντρο ενδιαφέροντος κάθε κατακτητή που πέρασε από την Πελοπόννησο.

Το φημισμένο κάστρο της Μεθώνης, που ουσιαστικά αποτελεί καστροπολιτεία, αδιαμφισβήτητα είναι από τα σημαντικότερα και ωραιότερα του Ελλαδικού χώρου. Το κάστρο χτίστηκε από τους Βενετούς όταν έγιναν κύριοι της πόλης το 1209 στα χρόνια της Λατινοκρατίας. Βέβαια, υπάρχουν αναφορές πως στην ίδια περιοχή υπήρχε η οχυρωμένη αρχαία Πήδασος που ταυτίζεται με τη σημερινή Μεθώνη.

Συγκεκριμένα, στην Ιλιάδα του Ομήρου στη ραψωδία Ι, στ. 150 αναφέρεται η πολυκληματούσα Πήδασος μαζί με τις υπόλοιπες έξι πόλεις που προσέφερε ο Αγαμέμνονας στον Αχιλλέα, τον βασιλιά της Φθίας, για να κατευνάσει την οργή του.

Καρδαμύλην Ἐνόπην τε καί Ἱρήν ποιήεσσαν
Φηράς τε ζαθέας ἠδ᾽ Ἄνθειαν βαθύλειμον
καλήν τ᾽ Αἴπειαν καί Πήδασον ἀμπελόεσσαν.
πᾶσαι δ᾽ ἐγγύς ἁλός, νέαται Πύλου ἠμαθόεντος·
ἐν δ᾽ ἄνδρες ναίουσι πολύρρηνες πολυβοῦται.
Μετάφραση
την Καρδαμύλη, τον ολόχλωρην Ιρή και την Ενόπη,
την άγια τη Φηρά, την όμορφη την Αίπεια, και την Άνθεια
με τα λιβάδια, και την Πήδασο την πολυκληματούσα
κι είναι όλες στο γιαλό, στο σύνορο της αμμουδάτης Πύλος
και μέσα ζούνε πολυπρόβατοι και πολυγελαδάροι νοικοκυραίοι

Από τον Παυσανία αντλούμε την πληροφορία πως η ονομασία της Μεθώνης οφείλεται στο μικρό πετρόνησο που βρίσκεται μπροστά στο λιμάνι και ονομαζόταν «Μόθων λίθος». Σε άλλες πάλι πηγές αναφέρεται ότι το όνομα της πόλης οφείλεται στη Μεθώνη, την κόρη του Οινέα.



Η Μεθώνη ορμητήριο του Ιμπραήμ Πασά

Κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης, ο Ιμπραήμ Πασάς αποβιβάστηκε στη Μεθώνη τον χειμώνα του 1825. Για την κατάσταση που επικρατούσε στη Μεθώνη την εποχή αυτή αντλούμε πληροφορίες από ξένους περιηγητές και κυρίως από το ταξιδιωτικό βιβλίο ενός Γάλλου με τα αρχικά C. Ρ. και με τον τίτλο: «Δυο χρόνια στην Κωνσταντινούπολη και στο Μοριά». Συγκεκριμένα, για τη Μεθώνη ο Γάλλος περιηγητής C. Ρ. αφιέρωσε τα τέσσερα τελευταία κεφάλαια του βιβλίου του (XIV, XV, XVI, II).

Γράφει χαρακτηριστικά για τους Έλληνες στη Μεθώνη: «Οι σημερινοί Έλληνες είναι το ίδιο γενναίοι όπως και οι παλιοί Μεσσήνιοι. Η ίδια αιτία τους φλογίζει και τους σπρώχνει στον αγώνα, θέλουν να είναι ελεύθεροι. Αλλά ο θάνατος δεν είναι συχνά το μόνο κέρδος του θάρρους. Είναι σχεδόν όλοι χαμένοι γιατί όσοι ξέφυγαν το ξίφος του τυράννου στενάζουν μέσα στις σκοτεινές φυλακές της Μεθώνης».

Την εποχή που ο Ιμπραήμ έκαιγε, κατάστρεφε και έσπερνε τον θάνατο στην Πελοπόννησο, έγραφε ο C.P: «Η φρικιαστική θέα των καταστροφών αυτών και η ιδέα των αναρίθμητων σφαγών που ακολούθησαν, κάνουν θλιβερή την περιγραφή μου. Αλλά ένα θέαμα ακόμη πιο θλιβερό έρχεται να παρουσιαστεί μπροστά μας. Θα ήταν καμιά εικοσαριά γυναίκες που τις οδηγούσε ένας Τούρκος μ’ ένα μαστίγιο όπως ένα κοπάδι ζώα. Όταν αργούσαν λίγο το βήμα τους το μαστίγιο έπεφτε απάνω τους χωρίς λύπηση. Οι δυστυχισμένες αυτές γυναίκες, όλες πολύ ηλικιωμένες ήταν καταδικασμένες να μαζεύουν ξύλα στο βουνό και να τα κουβαλούν στην πόλη.
-Από ποια επαρχία είσαστε κυρά μου; Ρώτησα μια απ’ αυτές.
Ξένη, μου αποκρίθηκε αναστενάζοντας. Μας πιάσανε στο Μεσολόγγι κι’ από τότε είμαστε στη χειρότερη, στη φοβερότερη σκλαβιά. Κλεισμένες τη νύχτα μέσα σε μια βρωμερή τρώγλη όπου κοιμόμαστε απάνω στην πέτρα, μας τραβούν πριν ξημερώσει και μας φέρνουν σ’ αυτά εδώ τα βουνά σε μια καταθλιπτική δουλειά εκτεθειμένες σ’ όλους τους ανέμους και τους καιρούς και στις κτηνωδίες ενός απαίσιου φύλακα.
Την ρώτησα ποια ήταν η τροφή τους.
— Χόρτα, μου είπε και κάποτε μαύρο ψωμί. Αντίο παλικάρι μου και παρακάλεσε το θεό να γλυκαίνει τη δυστυχία μας. Αντίο.
Έλλειψη απ’ όλα και τα πιο αναγκαία όπως τα σιτάρι, υπήρχε στη Μεθώνη, το ίδιο και στο Ναβαρίνο γιατί οι Τούρκοι προτιμούσαν να πεθαίνουν της πείνας παρά να καλλιεργούν τα χωράφια. Μόνο ο πασάς και οι αρχηγοί του στρατού δεν υπόφεραν από τη γενική σιτοδεία και το τραπέζι τους ήταν πάντα πλούσιο στρωμένο. Η έλλειψη χρημάτων πρόσθετε ακόμη στο λιμό που μάστιζε τον τόπο».

Η αγορά των σκλάβων

Στην περιήγησή του στη Μεθώνη, ο Γάλλος περιηγητής αντίκρισε μια θλιβερή σκηνή που του προκάλεσε ελεεινή εντύπωση: την αγορά των σκλάβων. Γι’ αυτό το θέμα έγραψε στο βιβλίο του τις εντυπώσεις του:

«Οι σκλάβοι που πουλιόντουσαν ήταν κατά το μεγαλύτερο μέρος γυναίκες κάθε ηλικίας. Έβλεπες ακόμη εκεί μερικά παιδιά κάτω των δεκαέξι χρόνων, γιατί τους μεγαλύτερους στην ηλικία αιχμαλώτους ή τους είχαν σφάξει ή βρίσκονταν κλεισμένοι στα μπουντρούμια. Οι σκλάβες αυτές, νέες και γριές. Είχαν πέσει στα χέρια των Αράβων στο Μεσολόγγι και τις είχαν κουβαλήσει εδώ να τις γλεντήσουν και να τις εμπορευτούν. Τι όμορφες γυναίκες Ελληνίδες, τι αγγελόμορφα παιδιά! Αλλά μ’ έπιασε τρεμούλα όταν συλλογίστηκα πόσες απ’ αυτές τις γυναίκες και τα παιδιά τα είχαν ατιμάσει οι νικητές τους όπως τα κτήνη.

Είδα ακόμη εκεί μερικές γυναίκες ηλικιωμένες. Αυτές πουλιόντουσαν σ’ εξευτελιστικές τιμές και κείνοι που τις αγόραζαν τις μεταχειρίζονταν σαν κτήνη. Οι περισσότερες από τις νέες γυναίκες ήταν σκεπασμένες και οι έμποροι στους οποίους άνηκαν τις παρουσίαζαν φωνάζοντας: Πουλάω αυτή εδώ οκτακόσια γρόσα. Εκείνη εκεί πεντακόσια. Αυτή είναι δεκάξι χρονών παρθένος ακόμη. Πλησιάστε ελάτε (υπήρχαν όλες οι τιμές ανάλογες πάντα με την ποιότητα του εμπορεύματος).

— Καπετάνιε, σας αρέσει αυτή η νέα Σουλιώτισσα; μου είπε ένας απ’ αυτούς πλησιάζοντας, θ’ αποχτήσεις ένα ωραίο πράμα. Θα σ’ ευχαριστήσει…
Έδειξα πως είχα την πρόθεση να την αγοράσω:

— θέλω να ιδώ, του είπα, αν μου αρέσει. Αμέσως της τράβηξε το βέλο που σκέπαζε τη μορφή της και είδα μια νέα κοπέλα που τα χαρακτηριστικά της αν και μαραμένα από τον πόνο που ήταν αποτυπωμένος στο χλωμό της πρόσωπο, είχαν μια γοητευτική ομορφιά. Το δυστυχισμένο κορίτσι έκλαιγε… Έσπευσα να ξαναδέσω το βέλο της για να μη βλέπω τα δάκρυα της κι’ απομακρύνθηκα.

Δεν άργησα να εγκαταλείψω έναν τόπο όπου όλα ερέθιζαν τον πόνο και την αγανάκτησή μου και γύρισα μαζί με τους συντρόφους μου στην ακροθαλασσιά. Η ευαισθησία μου ήταν μοιραίο να δοκιμαστεί με νέες συγκινήσεις. Μόλις φτάσαμε εκεί είκοσι και πλέον ανθρώπινα κεφάλια, φρεσκοκομμένα πασυρμένα από τα κύματα έφταναν μέχρι τα πόδια μας. Ένας διαβάτης μας είπε ψυχρά πως ήταν τα κεφάλια μερικών αιχμαλώτων που τους είχαν σφάξει μέσα στη φυλακή…

Λίγο πιο υστέρα περνούσε μια συνοδεία από εκατό σκλάβους με Νέγρους φρουρούς. Το πρόσωπο τους ήταν μπλάβο, στη ράχη τους και στα μπράτσα τους έβλεπες τ’ αποτυπώματα του καμτσικιού. Ένας άγριος φρουρός τους τρόμαζε κάθε τόσο όταν λίγος ύπνος που έφερνε λίγο ξαλάφρωμα στα βασανισμένα μέλη τους, τους εμπόδιζε ν’ ακούσουν τη φωνή του δεσμοφύλακα. Είχαν πάνω στους ώμους τους χοντρά ξύλα, δοκούς που τα κουβάλαγαν δεν ξέρω σε ποιο μέρος. Όταν περνούσαν μπροστά από τα κομμένα κεφάλια που κύλαγαν στην αμμουδιά, γύριζαν τα μάτια για να ιδούν, τα γούρλωναν σε μια στιγμή, κλονίζονταν από τον τρόμο και γίνονταν αμέσως χλωμοί. Μια ίδια τύχη τους περίμενε ίσως. Αλλά πώς να πιστέψει κανείς πως όλοι οι αιχμάλωτοι είχαν πάρει τα όπλα.

Ήταν κατά το πλείστον απλοϊκοί τσοπάνηδες που έβοσκαν τα πρόβατά τους στα βουνά και οι Άραβες τους τα είχαν αρπάξει. Επισκέφτηκα με δύο γρόσα τον πύργο των αιχμαλώτων. Ήταν εκεί ξαπλωμένοι όχι πάνω σε σανίδες αλλά μέσα στη λάσπη που σχημάτιζε το νερό της θάλασσας διαπερνώντας μέσα στη φυλακή από τις χαραμάδες του τείχους. Αυτός ο τόπος ήταν όλο βρώμα, μαύρος από το σκοτάδι και στο αμυδρό φως μιας λάμπας δεν μπόρεσα να ξεχωρίσω τα χαρακτηριστικά τους όπως ήταν στοιβαγμένοι ο ένας απάνω στον άλλο. Τέτοιες υπήρξαν οι θλιβερές ενασχολήσεις που γέμισαν τη δεύτερη μέρα μου στη Μεθώνη […].

Πηγές:

aristomenismessinios.blogspot.com
users.uoa.gr
Φωτογραφία 

 








Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο