Επιδημίες στην Ήπειρο στις αρχές του 19ου αιώνα

Οι επιδημίες κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας ήταν αρκετά συχνές. Κύρια εστία μεταδοτικών νοσημάτων ήταν οι πόλεις καθώς ήταν πυκνοκατοικημένες, με στενούς δρόμους, ανήλιαγα σπίτια, υποτυπώδη ύδρευση και δεν διέθεταν αποχετευτικό σύστημα. Όλα αυτά αποτελούσαν τον κατάλληλο χώρο για την ανάπτυξη παθογόνων μικροοργανισμών.

Η έλλειψη αποχετευτικού συστήματος οδηγούσε στη συγκέντρωση των βρόμικων νερών και λυμάτων από τα σπίτια και τις βροχοπτώσεις, που λίμναζαν μέσα στις κατοικημένες περιοχές, δημιουργώντας εστίες μόλυνσης. Επίσης, σημαντικά προβλήματα δημιουργούσε και το σύστημα ύδρευσης. Τα σπίτια υδρεύονταν με κανάλια, πηγάδια ή σωλήνες. Η χρήση των πηγαδιών είχε σοβαρά μειονεκτήματα, γιατί ανάλογη με την κατασκευή και τη θέση τους ήταν και η ποιότητα του νερού, το οποίο μάλιστα συχνά λιγόστευε ή εξαφανιζόταν λόγω της καλοκαιρινής ξηρασίας.

Στα Ιωάννινα ο βασικός κορμός ύδρευσης ήταν τα πηγάδια, τα οποία ξεπερνούσαν σε αριθμό τις 3.000. Παράλληλα με τα πηγάδια, στην πόλη υπήρχαν κεντρικές βρύσες, κοντά στα τζαμιά και στο κέντρο κάθε αγοράς, καθώς και σωλήνες.



Οι επιδημίες

Οι επιδημίες ευλογιάς ήταν συχνό φαινόμενο την εποχή εκείνη. Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα η ευλογιά έπληξε την περιοχή των Ιωαννίνων, με πρώτη αυτή του 1805. Όμως, σαφώς η καταστρεπτικότερη επιδημία που εμφανίστηκε στην Ήπειρο στις αρχές του 19ου αιώνα ήταν η επιδημία πανώλης, η οποία έλαβε διαστάσεις πανδημίας και εξαπλώθηκε σχεδόν σε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο, έχοντας εστία την Αίγυπτο και την Κωνσταντινούπολη.

Αν και η επιδημία εμφανίστηκε το 1812, η Ήπειρος δεν προσβλήθηκε αμέσως χάρη στα μέτρα που έλαβε ο Αλή Πασάς για την προστασία της περιοχής. Τα πρώτα κρούσματα σημειώθηκαν το 1814 στο βόρειο τμήμα της, ενώ ως τις αρχές του 1816 η πανώλη είχε εξαπλωθεί σε ολόκληρο τον Ηπειρωτικό χώρο, εκτός από την Πρέβεζα, την Άρτα και τα Ιωάννινα. Οι πόλεις αυτές ήταν ακόμη καθαρές εξαιτίας των συστηματικών μέτρων που είχαν ληφθεί για την προστασία τους, μεταξύ των οποίων ήταν η απολύμανση των ταχυδρόμων και των αντικειμένων των ταχυδρομείων, η δημιουργία λοιμοκαθαρτηρίων και η περίθαλψη των ασθενών όχι από τους συγγενείς τους αλλά από τους υπόλοιπους, από άτομα δηλαδή που ενώ είχαν νοσήσει από πανώλη επέζησαν.

Από τις τρεις αυτές πόλεις, η Πρέβεζα έμεινε αλώβητη ως το τέλος της επιδημίας, στα Ιωάννινα, παρουσιάστηκαν λίγα κρούσματα, ενώ η Άρτα πλήρωσε το πιο βαρύ τίμημα. Για τον τρόπο με τον οποίο μεταδόθηκε η επιδημία στην πόλη αυτή αναπτύχθηκαν πολλές θεωρίες, μερικές από τις οποίες είναι αλληλοσυγκρουόμενες.

Η έναρξη της επιδημίας έγινε στις 2 Μαΐου 1816, όταν ο Ιταλός γιατρός που εξέτασε τα πτώματα δύο νεκρών αποφάνθηκε ότι επρόκειτο για πανωλόβλητους. Τα πρόσθετα μέτρα προστασίας που ελήφθησαν δεν βοήθησαν καθόλου, με αποτέλεσμα η επιδημία να εξαπλωθεί ταχύτατα σε όλη την περιοχή της Άρτας ερημώνοντάς την.

Ανάλογη ήταν η πορεία της νόσου και στο βόρειο τμήμα της Ηπείρου, όπου εξόντωσε τα δύο τρίτα του πληθυσμού. Διανύοντας περιόδους εξάρσεων και υφέσεων η πανώλη εξαλείφθηκε το 1823 αφού προκάλεσε τεράστιες καταστροφές.

Ο αριθμός των θυμάτων, που μας παραδίδονται από ιστορικούς και από ανθρώπους που έζησαν την εποχή της επιδημίας, όπως ο Σεραφείμ ο Βυζάντιος, ο Κλων Στέφανος, οι αδελφοί Pouqueville και ο Π. Αραβαντινός, ποικίλλει. Όμως παρόλα αυτά είναι φανερή η δημογραφική καθίζηση που προκλήθηκε από την ασθένεια. Την αρρώστια και τον θάνατο ακολούθησαν η νέκρωση των εμπορικών συναλλαγών σε όλα τα επίπεδα, καθώς και η εγκατάλειψη της γεωργίας και της κτηνοτροφίας, με αποτέλεσμα αυτοί που επέζησαν να βασανίζονται από τη φτώχεια και την πείνα.

Οι γιατροί της εποχής

Μια πολυτέλεια, απρόσιτη για πολλούς, ήταν η συντήρηση προσωπικών γιατρών. Ο Αλή Πασάς, ο οποίος διακρινόταν από κάποια φοβία όσον αφορά τα θέματα της υγείας του, είχε πάντοτε στην αυλή του διαπρεπείς γιατρούς. Μεταξύ αυτών ήταν ο μετέπειτα πρωθυπουργός I. Κωλέττης, ο ποιητής και γνωστός δημοτικιστής I. Βηλαράς, ο Κ. Καραγιάννης ή Χατζηπολύζος, ο Λ. Βάγιας, ο Ραζής, ο Ε. Μέξης και οι αλλοδαποί Tosoni, Jerome de la Lance, Louis Frank και Velani. Άλλοι επώνυμοι που είχαν προσωπικούς γιατρούς ήταν ο Ιμπραήμ Πασάς, φεουδάρχης του Βερατίου και της Αυλώνας, που το 1808 είχε κοντά του το γιατρό Λιπεράκη.

Οι γιατροί του Αλή Πασά είχαν το προνόμιο να φορούν ποικιλόμορφα ενδύματα, να κρατούν ομπρέλα και να κυκλοφορούν έφιπποι. Τα προνόμια αυτά, που ήταν αδιανόητα για τους υπόλοιπους ραγιάδες, όχι μόνο εξακολούθησαν να ισχύουν και μετά το θάνατο του Αλή, αλλά γενικεύτηκαν και για τους υπόλοιπους γιατρούς. Τα προνόμια των γιατρών επεκτείνονταν και στον τρόπο με τον οποίο συμμετείχαν στα κοινά.

Οι φαρμακοποιοί

Το επάγγελμα του φαρμακοποιού ήταν ευρέως διαδεδομένο, με τη μόνη διαφορά ότι δεν το ασκούσαν φαρμακοποιοί, επειδή στην οθωμανική αυτοκρατορία, μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα, δεν ήταν νομικά κατοχυρωμένο.

Οι φαρμακοποιοί είχαν και αυτοί ισνάφι. Σύμφωνα με έναν κατάλογο του 1812-14, οι βαθμίδες στην ιεραρχία των μελών του ήταν πρωτομάστορας, μάστορας, κάλφας (βοηθός) και τσιράκι (μαθητευόμενος). Για να ανοίξει κάποιος μάστορας δικό του φαρμακείο χρειαζόταν την έγκριση του ισναφιού, που συνέχισε να υπάρχει ως τις αρχές του 20ού αιώνα, έχοντας πλέον για μέλη επιστήμονες φαρμακοποιούς.

Ο αριθμός πάλι των φαρμακείων ποίκιλλε από πόλη σε πόλη και μόνο προς τα τέλη του 19ου αιώνα με ειδικό διάταγμα ορίστηκε ο αριθμός των φαρμακείων να είναι ανάλογος με τον αριθμό των κατοίκων της κάθε περιοχής.

Πηγή: ΗΠΕΙΡΟΣ: ΥΓΕΙΑ, ΝΟΣΗΡΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΑΙΩΝΑ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ

Φωτογραφία 








Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο