Γκέγκηδες-Αλβανοί στην κατάπνιξη της επανάστασης των Θεσσαλών

Η διάθεση των Θεσσαλών να αποτινάξουν τον οθωμανικό ζυγό της δουλείας εκφράστηκε μέσα από πολλά επαναστατικά κινήματα αιώνες πριν την οριστική απελευθέρωση του 1881.

Τα πρώτα επαναστατικά κινήματα

Το πρώτο επαναστατικό κίνημα εκδηλώθηκε μάλιστα αρκετά πρώιμα, στις αρχές του 15ου αιώνα, και κάλλιστα μπορεί να θεωρηθεί και ως η πρώτη επαναστατική κίνηση των υπόδουλων Ελλήνων ενάντια στον Τούρκο κατακτητή. Με την επέλαση των Μογγόλων στα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τη συντριβή του Βαγιαζίτ στην Άγκυρα το 1402, οι Θεσσαλοί πίστεψαν πως αυτή ήταν η κατάλληλη ευκαιρία για να επαναστατήσουν και να διεκδικήσουν την ελευθερία από τους δυνάστες τους. Έτσι, λοιπόν, οι κάτοικοι του Φαναρίου στη δυτική Θεσσαλία επαναστάτησαν το διάστημα μεταξύ της 11ης Ιουλίου και 30ής Σεπτεµβρίου του 1404 και σύντομα αυτή η επαναστατική ορμή εξαπλώθηκε σε ολόκληρη τη Θεσσαλία. Βέβαια, αυτή η επαναστατική κίνηση καταπνίχτηκε από τους Οθωμανούς και οι Θεσσαλοί εξακολούθησαν να είναι υποδουλωμένοι.

Στη συνέχεια, ακολούθησαν επαναστατικά κινήματα τον 17ο αιώνα και τον 19ο αιώνα. Οι Θεσσαλοί σήκωσαν το ανάστημά τους ενάντια τους Οθωμανούς το 1600, το 1610-1611, το 1684, το 1808, το 1821, το 1822, το 1823, το 1854 και το 1878.

Η προετοιμασία της Επανάστασης του 1878

Κατά τη διάρκεια της κρίσης του Ανατολικού Ζητήματος την περίοδο 1875-1878 και κυρίως το 1877, η ελληνική κυβέρνηση προσανατολιζόταν στην οργάνωση επανάστασης στη Θεσσαλία. Καθώς μάλιστα η Θεσσαλία γειτνίαζε με το ελεύθερο κράτος, ήταν πολύ εύκολο να διεισδύσουν ένοπλοι εθελοντές από την Αθήνα και να οργανώσουν τους Θεσσαλούς στους ορεινούς όγκους του Πηλίου, Μαυροβουνίου, Όσσας και της δυτικής Θεσσαλίας, όπως και πράγματι έγινε.

Από την άλλη, η Υψηλή Πύλη εκμεταλλευόμενη τις στρατιωτικές της επιτυχίες κατά τη διάρκεια του Ρωσοτουρκικού πολέμου, με τη βοήθεια των Βρετανών άσκησε πιέσεις στην ελληνική κυβέρνηση να σταματήσει τα αλυτρωτικά της σχέδια, απειλώντας την Ελλάδα με ένοπλη σύρραξη.

Καθώς όμως η Υψηλή Πύλη πληροφορούταν πως στον ορεινό όγκο τόσο της ανατολικής όσο και της δυτικής Θεσσαλίας οργανώνονταν επαναστατικά σώματα και ταυτόχρονα δεν υπήρχαν διαθέσιμα τουρκικά στρατεύματα στη Θεσσαλία εξαιτίας του Ρωσοτουρκικού πολέμου, ζητήθηκε βοήθεια από Αλβανούς Μπέηδες. Άλλωστε, προς τα τέλη Ιουλίου του 1877 οι φανατικοί μουσουλμάνοι που κατοικούσαν στα πεδινά της Θεσσαλίας ζητούσαν επίμονα από την Υψηλή Πύλη να ληφθούν μέτρα περιφρούρησης για να ενισχυθούν τα σύνορα της αυτοκρατορίας. Έτσι, λοιπόν, στάλθηκαν στη Θεσσαλία σώματα ατάκτων Αλβανών μουσουλμάνων, που κατάγονταν κυρίως από την Άνω Αλβανία, από την περιοχή της Δίβρας και από την περιοχή που διέσχιζε ο ποταμός Μάτι. Από αυτές της περιοχές, λοιπόν, της σημερινής Αλβανίας στρατολογήθηκαν οι Γκέγκηδες, οι οποίοι ζούσαν σε συνθήκες απόλυτης φτώχειας, λιμοκτονούσαν και δεν είχαν τα απαραίτητα ούτε για ένδυση.



Το στρατιωτικό σώμα των Γκέγκηδων

Οι Γκέγκηδες θεωρούνταν από τους Έλληνες προξένους ως μια διαφορετική φυλετική ομάδα των «Αλβανών», στους οποίους κυρίως είχαν κατατάξει τους κατοίκους του βιλαετίου Ιωαννίνων. Άλλωστε, κατά καιρούς αποδιδόταν διαφορετική έννοια τόσο στη λέξη «Αλβανός» όσο και στο «Αρβανίτης» και κάποιοι λαθεμένα τους συνέχεαν. Η ουσία είναι πως τα σώματα ατάκτων που ήρθαν για να καταπνίξουν την επανάσταση στα πεδινά εδάφη της Θεσσαλίας ήταν Γκέγκηδες μουσουλμάνοι, που μιλούσαν μια διάλεκτο μείξη της Ιλλυρικής με την Αλβανική γλώσσα, ενώ αγνοούσαν τελείως την ελληνική γλώσσα.

Κι ενώ οι κάτοικοι του ορεινού όγκου της Θεσσαλίας προετοιμάζονταν για την επανάσταση, οι χριστιανοί κάτοικοι του κάμπου δεν είχαν δυνατότητα να συμμετέχουν σε μια τέτοια κίνηση. Από το καλοκαίρι έως το φθινόπωρο του 1877 έφθασαν στη Θεσσαλία περίπου 2.500 Γκέγκηδες. Υπολογίζεται ότι έφτασαν από αυτούς περίπου 250 έφιπποι από τους καζάδες της Πριζρένης, της Ντζιακόβας και τους Πεκς, 400 πεζοί από τον καζά του Μάτι, 750 από την περιοχή της Δίβρας υπό τον Σελίμ Μπέη και περίπου 1.000 πεζοί και έφιπποι ανάμεικτοι χωρίς οργάνωση και ενιαίο αρχηγό, αλλά με τουλάχιστον 10 αρχηγούς.

Άλλοι υποστηρίζουν πως ο Σελίμ Μπέης συγκέντρωσε στη Δίβρα 4.000 στρατιώτες, χωρισμένους σε τρία τμήματα, τα οποία ακολούθησαν διαφορετικούς δρόμους για να φτάσουν στη Θεσσαλία, περνώντας μάλιστα από τα πλουσιότερα χωριά της Μακεδονίας και της Θεσσαλίας, για ευνόητους ασφαλώς λόγους.

Οι ληστρικές επιδρομές και η τρομοκρατία

Μέχρι να φτάσουν οι Γκέγκηδες από την Αλβανία στη θεσσαλική πεδιάδα είχαν πραγματοποιήσει ληστρικές επιδρομές στην περιοχή των λιμνών Αχρίδος και Πρεσπών, στο Μοναστήρι, στην Καστοριά, στην Κοζάνη και στη Σιάτιστα. Όταν τελικά αυτά τα ληστρικά στρατεύματα έφθασαν στη Θεσσαλία, χωρίστηκαν σε δύο τμήματα, ένα που κινήθηκε μέσω Τρικάλων και έφθασε στην Καρδίτσα και τελικά στα σύνορα, και το δεύτερο που κατευθύνθηκε στη Λάρισα και από εκεί στα σύνορα. Κάποιες από τις ομάδες των Γκέγκηδων οργάνωσαν μερικές εκστρατείες στα χριστιανικά χωριά του Πηλίου, με το πρόσχημα της επίβλεψης της περιοχής ή εκκαθαριστικών επιχειρήσεων, όμως βασικός στόχος τους ήταν μόνο η λεηλασία και η αρπαγή.

Τα στρατιωτικά τμήματα των Γκέγκηδων δεν συμπεριφέρονταν όπως οι συνήθεις στρατιώτες ούτε υπάκουαν σε κανόνες. Ενδιαφέρονταν να εξασφαλίσουν με τις ληστρικές επιδρομές κυρίως τρόφιμα και εδέσματα που δεν είχαν ξαναδοκιμάσει στη ζωή τους, αλλά και χρήματα. Ακόμη, έκλεβαν όσα αντικείμενα θεωρούσαν πως είναι πολύτιμα, τα οποία στη συνέχεια είτε τα πουλούσαν στις εμπορικές αγορές γειτονικών χωριών είτε τα έστελναν φορτία στην πατρίδα τους, φορτωμένα μάλιστα σε ζώα που είχαν κλέψει προηγουμένως.

Το μέγεθος της καταστροφής των περιουσιών των Ελλήνων της Θεσσαλίας ήταν ανυπολόγιστο από τη δράση των ληστρικών επιδρομών των Γκέγκηδων. Το μόνο θετικό ήταν πως αρκούνταν απλά στις ληστείες και δεν προέβαιναν σε φόνους ή βιασμούς γυναικών.

Όσο όμως κι αν τρομοκρατούσε τους πεδινούς Θεσσαλούς η παρουσία και η δράση των Γκέγκηδων, οι κάτοικοι του ορεινού όγκου συνέχισαν να προετοιμάζουν την επανάστασή τους. Κατά τη διάρκεια του Συνεδρίου του Βερολίνου, το 1878 στη Θεσσαλία οργανώθηκαν επαναστατικά κινήματα, προκειμένου να προσφέρουν στην ελληνική διπλωματία επιχειρήματα που θα στήριζαν τις ελληνικές διεκδικήσεις και τους λόγους που η Θεσσαλία έπρεπε να ενσωματωθεί στο ελληνικό κράτος.

Οι Θεσσαλοί, λίγο πριν απελευθερωθούν από τους Τούρκους, έδωσαν τις δικές τους μάχες και πολλοί έχασαν τη ζωή τους στον ένοπλο αγώνα.

Ο Σικελιανός στην ποίησή του υμνεί τη Θεσσαλία με το δικό του τρόπο:

Ω Θεσσαλία, του Αχιλλέα γεννήτρα
που με τον Ήλιο μάχεται και παίρνει
της ομορφιάς στη Θλίψη του τα λύτρα
γη, πλατιά γη, με τη γενναία τη φύτρα
που δούλος λαός στη βασιλεία της γέρνει
στην απλωσιά σου η δύναμη του ταύρου
παρθένα και γαλήνια και νικήτρα,
και ηρωϊκής σοφίας λάμπει ξυπνήτρα
η διδαχή του Χείρωνα Κένταυρου!

Πηγές:

Σκουλίδας, Ηλίας (2001, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων), Οι σχέσεις Ελλήνων και Αλβανών κατά το 19ο αιώνα: πολιτικές επιδιώξεις και θεωρήσεις (1875 – 1897)

H ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821

uth.gr

Φωτογραφία