Γαμήλιο γλέντι αρχοντικής οικογένειας στα Ιωάννινα το 1814

Ο Άγγλος περιηγητής Τόμας Σμαρτ Χιούζ παραβρέθηκε στον γάμο του Ιωάννη Λ. Μελά και της Ευχημίας Μίσιου που έγινε στα Ιωάννινα στις 5 Φεβρουαρίου του 1814, τον οποίο περιγράφει με λεπτομέρειες στο έργο του «TRAVELS IN SICILY, GREECE AND ALBANIA».

Ο γαμπρός Ιωάννης Μελάς ήταν ένας νέος Έλληνας έμπορος 27 ετών, ένας από τα καλύτερα μορφωμένα, από τα πιο ευφυή και τα πιο ευυπόληπτα πρόσωπα της πόλεως των Ιωαννίνων. Η νύφη Ευχημία Μίσιου 12 ετών ήταν θυγατέρα του άρχοντα Μίσιου των Ιωαννίνων με σημαντικότατη προίκα. Κουμπάρος του ζευγαριού ο γνωστός προεστός του Ζαγορίου και δεξί χέρι του Αλή Πασά, ο Αλέξης Νούτσος. Ο γάμος κράτησε τρεις ημέρες και ήταν καλεσμένη όλη η ανώτερη τάξη της εποχής εκείνης της πόλης των Ιωαννίνων.



Η πομπή

«Ήταν Σαββατόβραδο, όταν πήγαμε με τον κύριο Νικολό (τον μεγαλύτερο γιο του Ανασ. Αργύρη Βρετού, στο σπίτι του οποίου φιλοξενείτο ο Χιούζ, όπου προηγουμένως είχε φιλοξενηθεί και ο λόρδος Μπάριον και ο HOBHOUSE) για να δούμε τη νυκτερινή γαμήλια πομπή, που πάντοτε ακολουθεί ο γαμπρός, όταν συνοδεύει τη μνηστή του από το πατρικό της σπίτι στο δικό του. Την πομπή (η πομπή έκανε τη διαδρομή από το σπίτι του Μελά, που ήταν τότε στο Σαράι Μαχαλά –μετέπειτα οδός Παύλου Μελά– και δια της οδού Ανεξαρτησίας στο σπίτι του Μιχ. Μίσιου όπου είναι και σήμερα το παλιό αρχοντικό, πίσω από τη Ζωσιμαία Σχολή) αυτή αποτελούσαν εκατό πρόσωπα, τα καλύτερα της κοινωνίας των Ιωαννίνων, την ακολουθούσε δε ένα πλήθος που κρατούσε πυρσούς με τη συνοδεία μιας μπάντας μουσικής.

Αφού παρέλαβε τη νύφη, η πομπή επέστρεφε. Στην πομπή τώρα προστέθηκε άλλος τόσος αριθμός κυριών, που απέδιδαν κατά ένα τρόπο μια φιλοφροσύνη στη νύφη. Τις κυρίες ακολουθούσαν οι υπηρέτριές τους, πολλές από τις όποιες κρατούσαν στα χέρια τους νήπια, που ήταν θαυμάσια ντυμένα και στολισμένα. Η μικρή νύφη, που φαινόταν πολύ νέα (ούτε δώδεκα ετών) βάδιζε αργά και με καταφανώς διστακτικά βήματα, σύμφωνα προς το έθιμο κι από κάθε πλευρά υποστηριζόταν από μια κυρία όπως κι από πίσω. Στους δρόμους ήταν πλήθος από κόσμο κι όταν έφθασαν στο σπίτι του κ. Μελά, αυτός έριξε από την εξώθυρα πολλές χούφτες χρήματα στο πλήθος, αυτό που αναφέραμε. Εδώ συστηθήκαμε μόνοι μας στον κ. Μελά, ο οποίος με μεγάλη ευγένεια διέταξε τη μπάντα της μουσικής να μας συνοδεύσει πίσω στην κατοικία μας.

Την άλλη μέρα, που ήταν Κυριακή, αντιληφθήκαμε πως ο Μητροπολίτης Ιωαννίνων (ο Γαβριήλ, θειος της πολυθρύλητης Κυρά Φροσύνης -1810 έως 1826-) ανέμενε στο σπίτι του κυρίου Μελά για να στεφανώσει το καινούργιο ζευγάρι, ν’ ανάψει τις λαμπάδες, ν’ αλλάξει τα δαχτυλίδια και να κάνει όλες τις λοιπές ανιαρές εθιμοτυπίες ενός ελληνικού γάμου. Η συμπλήρωση των τυπικών του γάμου και η λήξη γενικά του μυστηρίου παρατάθηκε ως την τρίτη ημέρα των τελετών.

Το «ζιαφέτι» του γάμου

Κατά την ημέρα αυτή δόθηκε μια μεγάλη γαμήλια διασκέδαση, όπως συνηθίζεται και σ’ όλη τη διάρκεια ήταν καλεσμένοι όλοι οι ιδιαίτεροι φίλοι και σχετικοί της νύφης και του γαμπρού. Το βράδυ διαβιβάσαμε τα συγχαρητήριά μας στον κύριο Μελά μ’ έναν υπαινιγμό, πως “αν δεν θα του ήταν δυσάρεστο, θα θέλαμε να τον συγχαρούμε προσωπικά για τους γάμους του“. Αυτό, όπως είχαμε προβλέψει, θεωρήθηκε σαν φιλοφρόνηση. Η μπάντα της μουσικής στάλθηκε να μας προϋπαντήσει στο σπίτι μας κι ο οικοδεσπότης ανέμενε να μας υποδεχθεί στην εξώθυρα του δικού του, απ’ όπου μάς οδήγησε στην εορταστική αίθουσα και μας σύστησε στους ξένους του, εννοώ το αρσενικό φύλο, γιατί στη χώρα αυτή, που διέπεται ακόμα από απολίτιστα έθιμα, τα φύλα διασκεδάζουν χωριστά στα συμπόσια.

Η συνήθεια αυτή, περισσότερο από κάθε άλλη, ανακόπτει την πρόοδο όσο αφορά την λεπτότητα των τρόπων, αποδιώκει από την κοινωνία τις διασκεδάσεις, που τις κάνει πάντως ανούσιες και νωθρές και το σπουδαιότερο, η συνήθεια αυτή είναι κατά τρόπο ηλίθιο ταπεινωτική όσο αφορά το ωραίο φύλο.

Στην αίθουσα λοιπόν αυτή βρήκαμε τους φίλους του κ. Μελά σε πλήρη ευωχία, οι όποιοι έκαναν άφθονες σπονδές στο καλό θεό και τραγουδούσαν γαμήλια τραγούδια με τη συνοδεία παράφωνης αρμονίας από τα βιολιά και τις κιθάρες. Όλοι σηκώθηκαν, μόλις εισήλθαμε και μας υποδέχθηκαν εντελώς ιδιαίτερα, μας έδωσαν δε θέση στο άνω μέρος του διβανίου, στα δεξιά και αριστερά του κ. Αλέξη Νούτσου, κυβερνήτου του Ζαγορίου και μεγάλου ευνοουμένου του Βεζίρη (Αλή Πασά), που ήταν ο κουμπάρος για το γαμπρό. Στο αναμεταξύ, δηλαδή από την προσέλευσή μας ως την ώρα του δείπνου, κάλεσαν κάποιο γελωτοποιό για να διασκεδάσει τη συντροφιά, αυτός δε μαζί μ’ έναν κλόουν έκαναν ένα είδος παντομίμας που το κωμικό της ήταν αστεϊσμοί και δυνατοί χτύποι στο κτηνώδες κεφάλι του κλόουν, πράγμα που ερέθιζε τις γελοίες διαθέσεις των θεατών.

Ο τσάμικος χορός

Ευχαριστηθήκαμε περισσότερο με τα επόμενα είδη διασκεδάσεως, τα οποία συνίσταντο από μια επίδειξη του αλβανικού ή εθνικού χορού των παλικαριών της Αλβανίας, που εκτελούσαν διάφοροι από τους επιδέξιους της φρουράς του Βεζίρη, όσοι ήταν καλεσμένοι στη γιορτή. Οι ελιγμοί κι οι φιγούρες αυτής της ασκήσεως χρησίμευσαν για να επιδείξουν την εκπληκτική ενεργητικότητα και μυϊκή δύναμη αυτών των δυνατών ορεσίβιων, που, όπως κρατούσε ο ένας τον άλλον ελαφρά από τα χέρια, κινούνταν για ένα χρονικό διάστημα αργά, άλλοτε προς τα πίσω κι άλλοτε προς τα εμπρός και συνεχίζοντας έκαναν γρήγορο γύρο με μια σύντονη κυκλοτερή κίνηση ανάλογα με το ρυθμό που τους έδινε η μουσική κι οι φωνές των ίδιων θεατών, ενώ ο πρώτος ή αρχηγός, που εναλλασσόταν συχνά, έκανε εκπληκτικά πηδήματα και λύγιζε προς τα πίσω ως ότου το κεφάλι του άγγιζε το έδαφος και τότε αναπηδούσε στον αέρα μ’ ένα σκίρτημα ελαστικό σαν τόξο, ενώ τα μακριά του μαλλιά έπεφταν σαν ατίθασα κύματα στους ώμους του.

Αφού τελείωσε αυτό, ο γαμπρός με αρκετούς από τους ξένους του μιμήθηκαν το παράδειγμά τους μ’ ολιγότερη μεν ευκινησία, αλλά με πολύ περισσότερη χάρη και κομψότητα. Ο χορός θεωρείται ακόμα από τους σύγχρονους, όπως συνέβαινε και στους αρχαίους Έλληνες, αναγκαίο συμπλήρωμα κάθε ευπατρίδη.



Το φαγητό

Όταν ανήγγειλαν το δείπνο, καθίσαμε όλοι κάτω, εκτός από το γαμπρό, που ζήτησε συγγνώμη, σ’ ένα μακρύ τραπέζι, το όποιο ήταν άφθονα εφοδιασμένο με πουλερικά, κυνήγια, πιλάφι, διάφορους άλλους δίσκους με φαγητά και ζυμαρικά.

Γι’ απόδειξη εξαιρετικής ευγένειας, εκείνος που καθόταν κοντά μας έβαζε φαγητό στα πιάτα μας, που πολλές φορές παρουσίαζαν ένα ανόμοιο ανακάτεμα από ψάρι, κρέας και κοτόπουλο και που, εάν είχαμε υποχρεωθεί να φάγουμε, θα ήταν πιθανόν το τελευταίο μας φαγητό.

Παρατήρησα ένα ωραίο αγόρι έξι χρόνων το οποίο καθόταν πίσω μου κι έτρωγε μόνο του με λαιμαργία, σε σημείο, που μόλις μπορούσε ν’ αναπνεύσει. Το μικρό φαινόταν τόσο αποφασιστικό, ώστε θ’ ακολουθούσα το παράδειγμά του, αν έβαζε στο πιάτο μου το μισό του φαγητό. Ο κ. PARKER, που συνέβαινε να φταρνίζεται κατά τη διασκέδαση αυτή, ήταν εντελώς ηλεκτρισμένος από τις θορυβώδεις προπόσεις των προσκαλεσμένων. Αυτή η συνήθεια είναι γενική στη Νότια Ευρώπη και φαίνεται πως είναι κατάλοιπο μιας πολύ αρχαίας δεισιδαιμονίας. Στο αναμεταξύ οι φιλοξενούμενοι κατέβαζαν άφθονα ποτήρια κρασί προπίνοντας στην υγεία της νύφης και του γαμπρού, των Άγγλων μυλόρδων, του κυρίου Αλεξίου Νούτσου κι άλλων.

Το ντολί

Και τώρα γινόταν αυτό που φανταζόμουν πως μπορούσα ν’ ανακαλύψω, την έννοια μερικών βακχικών εκφράσεων του Ανακρέοντος, (Ανακρέων ο Τήιος λυρικός ποιητής του 6ου αι. π.Χ. που έζησε στην Αθήνα στον καιρό των Πεισιστρατίδων κι έγραψε σε Ιωνική διάλεκτο), από τον τρόπο που πίνουν αυτοί οι βουνήσιοι Έλληνες, που πολλοί απ’ αυτούς γέμιζαν δυο κι άλλοι ακόμα και τρία κύπελλα με κρασί. Τότε σήκωνε ένα κύπελλο με το δεξί χέρι, το εφάρμοζε στα χείλη του και έχυνε μέσα σ’ αυτό το περιεχόμενο από τα δύο άλλα (κύπελλα) με το αριστερό χέρι χωρίς να μετακινεί το κύπελλο από το στόμα του ως ότου εξαφανιζόταν όλο το ποτό. Αυτά τα τριπλά γίνονταν δεκτά από την υπόλοιπη συντροφιά με απεριόριστα χειροκροτήματα.

Γυναικωνίτης – Καλλονές των Ιωαννίνων

Στη διάρκεια του συμποσίου υπήρχε μεγάλη ευθυμία και θόρυβος, ώσπου εισήλθε ο κύριος Μελάς για να μας δώσει τη μεγαλύτερη φιλοφρόνηση που ήταν δυνατόν, δηλαδή να μας εισαγάγει στο γυναικωνίτη, όπου ήταν συναθροισμένες οι κυρίες. Περνώντας από τη στοά, παρατηρήσαμε πάρα πολλά πλούσια έπιπλα που προορίζονταν για την κρεβατοκάμαρα και που ήταν από πορφυρό βελούδο κεντημένο με χρυσό. Αυτά συνοδεύουν πάντοτε τη νύφη και τα εκθέτουν για να τα θαυμάσει το κοινό σ’ αυτές τις περιστάσεις.

Είχαμε ακούσει πως τα Γιάννινα ήταν διάσημα για την ομορφιά και τα λεπτά χαρακτηριστικά των γυναικών τους. Και βέβαια δεν απογοητευθήκαμε, όταν μπήκαμε στο διαμέρισμα, όπου ήταν συγκεντρωμένες οι πιο γοητευτικές γυναίκες αυτής της πρωτεύουσας. Ήταν καθισμένες σε σχήμα μεγάλου κύκλου γύρω από την αίθουσα και μεγαλόπρεπα ντυμένες, όμως η λάμψη των ματιών τους έκανε να ντρέπονται τα κοσμήματα που σπινθηροβολούσαν στις πλεξούδες τους. Χωρίς να το θέλουμε σκεφθήκαμε πόσο ζώα θα πρέπει να είναι οι άνθρωποι, που θα μπορούσαν να εγκαταλείψουν τη συντροφιά από τέτοια αριστουργήματα εξαιρετικής φύσεως και να υποτάσσονται σε ταπεινές ικανοποιήσεις παταγωδών ακολασιών!

Από τα χαμόγελα και τους ψίθυρους που έκαναν το γύρο, αντιληφθήκαμε αμέσως πως η εμφάνισή μας ξεσήκωσε πολύ την περιέργειά τους και πως εμείς οι ίδιοι και καθετί από τη φορεσιά μας έγινε αντικείμενο για λεπτομερή εξέταση. Καθίσαμε στα δεξιά κι αριστερά της μικρής νύφης που ήταν μόλις δωδεκάχρονη και συγκριτικά ήταν τόσο παιδί, ώστε χρειαζόταν μεγάλη δόση φαντασίας για να τη σκεφθούμε δέσποινα. Ήταν μεγαλοπρεπέστατα ντυμένη κι η αξία των κοσμημάτων με τα οποία ήταν στολισμένη μπορούσαν να εκτιμηθούν σε δύο χιλιάδες λίρες περίπου (εννοεί λίρες χρυσές Αγγλίας). Μια γριά παραμάνα, που ήταν δυνατόν να χαρακτηρισθεί σαν μέλος της οικογένειας, στεκόταν κοντά στη νύφη σαν τρομερός φύλακας και προσπαθούσε να εκτελεί τα καθήκοντά της με το ν’ αποκρούει τις φιλοφρονήσεις του κ. Μελά, ο οποίος ήταν ανυπόμονος ν’ αποδείξει την αγάπη του με το να φιλήσει τη μνηστή του.

Όταν ένας από τους Αλβανούς υπηρέτες έφερε καφέ, η νεότατη δέσποινα (η νύφη) σηκώθηκε και με πολύ ωραίο τρόπο πρόσφερε η ίδια τον καφέ στον κ. PARKER και σε μένα, οι οποίοι βρεθήκαμε στην ανάγκη να δεχθούμε την αντιστροφή αυτή της κανονικής τάξεως και να συμμορφωθούμε με τη συνήθεια του τόπου. Παρατηρήσαμε πως τόσο οι τρόποι της όσο κι η συμπεριφορά της συνοδεύονταν από μεγάλη λεπτότητα και ευπροσηγορία, τα χαρακτηριστικά της όμως δεν είχαν ακόμα αρκετά εκδηλωθεί ώστε να μπορέσει να κρίνει κανένας για την έκφρασή τους. Μας έδωκε την εντύπωση πως γενικά η εμφάνισή της θα γινόταν ενδιαφέρουσα, όχι όμως κομψή.

Ήταν θυγατέρα του πρώτου άρχοντα Μίσιου, (THE CHIEF PRIMATE) των Γιαννίνων και η προίκα της διαδίδονταν πως ήταν σημαντικότατη. Αφού μείναμε μια ώρα περίπου στο γυναικωνίτη αποχωρήσαμε, καθώς όμως εγκαταλείπαμε την αίθουσα, αντιληφθήκαμε διάφορους, που έριχναν ματιές στην προσπάθειά τους να δουν στο απέναντι κιγκλίδωμα παράθυρο. Τότε παρατηρήσαμε μεγάλη συγκέντρωση από νεαρά ανύπαντρα κορίτσια που διασκέδαζαν σ’ άλλο διαμέρισμα, ξεχωριστό από τα δυο άλλα, δηλαδή των κυριών και των κυρίων. Η μπάντα της μουσικής μας συνόδευσε στην κατοικία μας, όπου φθάσαμε σχεδόν τα μεσάνυχτα».

Ηπειρωτική Εταιρεία τευχ. 74-75 1982

Φωτογραφία 








Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο