Οι εξωμότες της Ηπείρου: οι Έλληνες που έγιναν μουσουλμάνοι

Μέχρι το 1820 στη Σχολή Καπλάνη στα Ιωάννινα φυλασσόταν μια συλλογή χειρογράφων κωδίκων με σημαντικά έγγραφα για την ιστορία της περιοχής, γνωστή ως «Κουβαράς». Αυτή η συλλογή χειρογράφων περιλάμβανε χρονικά από τον 3ο έως τον 19ο αιώνα και αρχικά φυλασσόταν στη Μονή Φιλανθρωπινών στο Νησί, η οποία Μονή ήταν ίδρυμα της οικογένειας των Φιλανθρωπινών, μίας από τις αριστοκρατικές οικογένειες της Κωνσταντινούπολης που εγκαταστάθηκαν στα Ιωάννινα μετά το 1204.

Μετά την πυρπόληση των Ιωαννίνων το 1820, μέρος αυτής της συλλογής καταστράφηκε αλλά ευτυχώς πολλά μέρη των χειρογράφων διασώθηκαν σε αντίγραφα, τα οποία ονομάστηκαν «Μικρός Κουβαράς». Έτσι, οι κατοπινοί μελετητές είναι σε θέση να αντλούν σημαντικές πληροφορίες για ιστορικά γεγονότα της Ηπείρου την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας.

Τα Γιάννενα εξακολούθησαν να αποτελούν μέχρι το 1430 την έδρα του Δεσποτάτου της Ηπείρου, αλλά τόσο τα όρια, όσο και η δύναμη του κράτους αυτού ολοένα εξασθενούσαν, και από το 1389 τελούσε ουσιαστικά υπό την προστασία του Βαγιαζήτ. Λίγο μετά την επιβολή της οθωμανικής εξουσίας στο Αργυρόκαστρο, παραδόθηκαν στα χέρια του μπεηλέρμπεη της Ρούμελης Σινάν πασά και τα Γιάννενα (1430), όπου δέσποζε μέχρι τότε η ναπολιτάνικη οικογένεια των Τόκκων της Κεφαλληνίας. Έτσι πια επισφραγίστηκε η κυριαρχία των Οθωμανών και άρχισε να σχηματίζεται η μουσουλμανική κοινότητα της Ηπείρου, η οποία οφειλόταν σχεδόν αποκλειστικά στους μαζικούς εξισλαμισμούς που σημειώθηκαν στους πρώτους τρεις αιώνες της τουρκικής κυριαρχίας. Ασφαλώς υπήρξαν και μεμονωμένες περιπτώσεις τουρκόφωνων Μικρασιατών εποίκων, ιδίως εκείνων που κλήθηκαν κατά την εποχή της κατάκτησης να στελεχώσουν το μηχανισμό της τιμαριωτικής ιεραρχίας, αυτοί ωστόσο δεν άργησαν να αφομοιωθούν από τους Αλβανούς.

Σπαχήδες

Οι Σπαχήδες απάρτιζαν το οθωμανικό ιππικό. Οργανώθηκαν ως σώμα κατά τον 14ο αιώνα σε φεουδαρχική βάση. Οι αξιωματικοί κατείχαν φέουδα (τιμάρια) κατά το βυζαντινό πρότυπο, που παρέχονταν από τον Σουλτάνο, και επιτηρούσαν τους χωρικούς που εργάζονταν στη γη τους. Επίσης, καρπώνονταν τα εισοδήματα που προέρχονταν από τα φέουδα, εις αναγνώριση της στρατιωτικής υπηρεσίας τους προς τον Σουλτάνο.

Στην πρώτη εποχή της τουρκοκρατίας στην Ήπειρο οι τιμαριούχοι ήταν Έλληνες χριστιανοί. Είχαν την υποχρέωση κατά διαταγή του Σουλτάνου να συμμετέχουν στις εκστρατείες του αφού πρώτα συγκεντρώνονταν στα Ιωάννινα.
«Όταν ερχόταν βασιλική διαταγή να ετοιμαστούν για πόλεμο, ο Αλήμπεης των Ιωαννίνων ειδοποιούσε τις γύρω επαρχίες, το Δέλβινο, το Αργυρόκαστρο, Παραμυθιά, Κόνιτσα κλπ και μαζευόταν το τάγμα των τιμαριωτών στα Ιωάννινα και από εκεί εκινούσαν όλοι με τις χριστιανικές σημαίες του Αγ. Γεωργίου και φτάνοντες στο Όρος του Πίνδου προς το Μέτσοβο εμάζευαν τις χριστιανικές σημαίες και άνοιγαν τις τουρκικές».

Οι χριστιανοί σπαχήδες διατήρησαν ως αποκλειστικό προνόμιο το σπαηλίκι μέχρι το 1635. Τότε, επί Σουλτάνου Μουράτ, υποχρεώθηκαν να αλλάξουν πίστη και να γίνουν Τούρκοι. Έγιναν μάλιστα φανατικοί Τούρκοι που εκστράτευαν εναντίον των χριστιανών. Η αφορμή για την αλλαγή αυτή φέρεται ότι ήταν η εξής:
Σε μια εκστρατεία του σουλτάνου κατά της Περσίας (1620-1650) υποχρεώθηκαν κατά διαταγή του Σινάν πασά να συμμετάσχουν και χριστιανοί σπαχήδες από τις περιοχές της Ηπείρου, ανερχόμενοι περίπου σε 12.000 – 15.000. Στον πόλεμο αρχικά νικούσαν οι Πέρσες. Σε μια κρίσιμη μάχη όπου ο τουρκικός στρατός απειλείτο με πανωλεθρία, ο σημαιοφόρος των χριστιανών σπαχήδων είχε την έμπνευση να κατεβάσει την τουρκική σημαία και να υψώσει αυτή του Αγίου Γεωργίου, η οποία ήταν και έμβλημα του βυζαντινού στρατού μετά τον 12ο-13ο αιώνα. Στη θέα του Αγίου Γεωργίου, οι χριστιανοί σπαχήδες όχι μόνο δεν διασκορπίστηκαν όπως έκανε ο υπόλοιπος τουρκικός στρατός αλλά ενθαρρυμένοι αντεπιτέθηκαν στον περσικό στρατό και τον έτρεψαν σε φυγή.

Αργότερα, επιστρέφοντας στο στρατόπεδό τους, από λάθος ή από ενθουσιασμό δεν μάζεψαν τις χριστιανικές σημαίες αλλά με αυτές παρουσιάστηκαν μπροστά στη σκηνή του βεζίρη. Ο βεζίρης τους καλοδέχτηκε και τους αντάμειψε, αλλά μετά το τέλος του πολέμου διηγήθηκε το περιστατικό στον Σουλτάνο. Οι Τούρκοι αξιωματικοί αλλά και ο αρχιστράτηγος (σερασκέρης) θεώρησαν επικίνδυνο και αντίθετο με το κοράνι ότι υπηρετούσαν στον στρατό τους τόσες χιλιάδες χριστιανοί. Κατόπιν αυτού ο Σουλτάνος έδωσε διαταγή να μην υπηρετούν στον τουρκικό στρατό χριστιανοί σπαχήδες. Ταυτόχρονα έδωσε το δικαίωμα της είσπραξης φόρων μόνο στους μουσουλμάνους σπαχήδες. Όσοι, λοιπόν, ήθελαν να εξακολουθήσουν να απολαμβάνουν τα προνόμια του σπαχηλικιού άλλαξαν θρησκεία, αλλιώς περιέπεφταν στην τάξη του δουλοπάροικου. Άλλοι προτίμησαν να ασχοληθούν με το εμπόριο χωρίς να αλλάξουν πίστη. Έτσι η κυριότητα της γης στην Ήπειρο περιήλθε στους Τούρκους. Για το θέσπισμα της εξώσεως των χριστιανών σπαχήδων αναφέρεται και ένας αδελφός του πάπα Νικολάου Γλυκύ, που πέθανε στη Βενετία το 1790 σε ηλικία 114 ετών.

Αυτός ο εξισλαμισμός διαδόθηκε και σε άλλες τάξεις χριστιανών που δεν ήθελαν να χάσουν τη γη τους και άλλα προνόμια που είχαν. Το φαινόμενο είχε ιδιαίτερη ένταση στη Βόρειο Ήπειρο και στις περιφέρειες της Αυλώνας, Μπερατίου και μέρος της Χειμάρρας. Το χριστιανικό παρελθόν παρέμεινε σαν μύθος ή ανάμνηση γι’ αυτό συχνά ακούει κανείς σαν λαϊκή ιστορία ότι όλοι οι Τόσκηδες ήταν χριστιανοί πριν μερικούς αιώνες.

Μερικοί ασπάσθηκαν τον μωαμεθανισμό μόνο εξωτερικά και στο όνομα. Άλλοι συμφώνησαν με τις οικογένειές τους ώστε ένα μέρος της οικογένειας να γίνουν μωαμεθανοί και αυτοί να βοηθούν οικονομικά την υπόλοιπη οικογένεια. Συνήθως ο άνδρας γινόταν μωαμεθανός και η γυναίκα παρέμενε χριστιανή.

Μάλιστα, ο Γάλλος βαρόνος Τοτώ, απεσταλμένος της γαλλικής κυβέρνησης να οργανώσει το τουρκικό πυροβολικό, αναφέρει ότι κάποτε ενώ βρισκόταν σε ένα τουρκικό στρατόπεδο σε έναν πόλεμο εναντίον της Ρωσίας το 1769, άκουσε δύο σπαχήδες να συνομιλούν στα ελληνικά. Όταν τους ρώτησε του είπαν ότι ήταν Ηπειρώτες και στην πραγματικότητα χριστιανοί αλλά παρίσταναν τους Τούρκους για να διατηρήσουν τα σπαχηλίκια τους.

Άλλωστε, οι κυριότεροι ιστορικοί της Ηπείρου, ξένοι πρόξενοι στα Ιωάννινα επί μακρόν, όπως ο Eton (1780-1798), ο Pouqueville (1806-1819) και ο Leak (1805-1822) συμφωνούν ότι οι μωαμεθανοί και Τουρκαλβανοί της Ηπείρου ήταν αρχικώς Έλληνες που εξωμότησαν.



Οι εξωμότες της Ηπείρου

Λιάζ Πασάς

Πρώην χριστιανός από το χωριό Πλιάσα της Χειμάρρας, ήταν διοικητής Αυλώνος το 1518. Για να βάλει τάξη στην επαρχία του αναγνώρισε την οθωμανική κυριαρχία και έδωσε αρκετά προνόμια στους κατοίκους που επικύρωσε ο τότε σουλτάνος Σελίμ Α΄ και ανανέωσε ο Σουλεϊμάν. Τότε τα 33 χωριά της Χειμάρρας απετέλεσαν την αυτόνομη «Συμπολιτεία των Κεραυνείων».

Μαχμούτ Πασάς Μιχάλογλου

Κατά τον Χαλκοκονδύλη ήταν Σέρβος με πατέρα Έλληνα εκ της οικογενείας των Φιλανθρωπινών. Ο Παπαρηγόπουλος γράφει ότι ήταν φιλάνθρωπος και φίλος των γραμμάτων και των επιστημών, ίδρυσε πολλούς ναούς, σχολεία, νοσοκομεία κτλ.

Αβεδίν πασάς Ντίνος

Υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας και Γενικός Διοικητής του νομού Αδάνων και των νήσων Αιγαίου. Καταγόταν από την Παραμυθιά. Έγραψε ποιήματα στα ελληνικά, μερικά μάλιστα σε στίχους ομηρικούς.

Ασλάν Πασάς

Αρχηγός της ενδοξότερης οθωμανικής οικογένειας των Ιωαννίνων και του Αργυροκάστρου. Καταγόταν από το Μονοδένδρι του Ζαγορίου. Κατά τον Αραβαντινό αρπάχτηκε κατά το παιδομάζωμα του 1550 και έφτασε μέχρι το αξίωμα του Διοικητού. Πασάς των Ιωαννίνων κατά τα έτη 1600-1612. Η οικογένειά του διοίκησε τα Ιωάννινα επί δύο αιώνες (16ος-18ος) μέχρι την εποχή του Αλή Πασά που την κατέλυσε.
Για την απαγωγή του Ασλάν, σώζεται ακόμη στην Ήπειρο αυτό το δημοτικό τραγούδι:

Ανάθεμά σε βασιλιά και τρις ανάθεμά σε,
Με το κακόν οπ’ έκαμες και το κακόν που κάμεις
Στέλνεις δένεις τους γέροντες, τους πρώτους, τους παπάδες
Να μάσεις παιδομάζωμα και κάμης γενιτσάρους
Κλαίν οι γονέοι τα παιδιά και οι αδελφαίς τ’ αδέλφια
Κλαίγω κι εγώ και καίγομαι και όσο ζω θα κλαίγω
Πέρσι πήραν το γιώκα μου, φέτο τον αδερφό μου



Εσάτ Πασάς

Κατά προφορική ανακοίνωση του Βεχήτ Πασά, αδελφού του Εσάτ πασά, υπερασπιστού των Ιωαννίνων κατά τον βαλκανικό πόλεμο του 1912, προς τον δήμαρχο Ιωαννίνων Β. Πυρσινέλλα, σύμφωνα με την παράδοση που διατηρήθηκε στην οικογένειά τους κατάγονταν από χριστιανούς προγόνους και μάλιστα από γυναίκες που απήχθησαν από το φρούριο. Ειδικότερα κατάγονταν από κάποια Βασιλική, γυναίκα της οικογένειας των Γλυκήδων, ονομαστών τυπογράφων της Βενετίας.
Όταν ο Κεμάλ ανάγκασε τους Τούρκους να λάβουν από ένα οικογενειακό επίθετο, ο Εσάτ Πασάς, θέλοντας να τιμήσει την γενέτειρα των προγόνων του πήρε το όνομα «Μπουλζιάτ Γιάνγιαλη».

Ζεϊνέλ Γκιολέκας

Από εξωμότες χριστιανούς καταγόταν και ο αρχηγός της επανάστασης του 1847 προς απελευθέρωση των Ελλήνων και Αλβανών από τον τουρκικό ζυγό, Ζεϊνέλ Γκιολέκας ή Γκιώνης Λέκας, από το Κούτσι της Χειμάρρας. Ήταν γιος του Μουσλήμ Γκιολέκα που εφονεύθη το 1803 κατά την επίθεση του Αλή Πασά κατά του Σουλίου, από τον Τούσα (Θανάση Μπότσαρη), και εγγονός του Χριστιανού Λογγίνου Αλεξίου. Από την κράση αυτών των ονομάτων, κατά τον Αραβαντινό, προήλθε το όνομα «Γκιώνης Λέκας» που διατήρησε μετά τον εξισλαμισμό του. Σκοτώθηκε το 1852 σε μια μάχη κατά των Μαυροβουνίων.

Ιμπραήμ Πασάς

Υπήρξε Μέγας Βεζίρης και Μπεϊλέρ-μπέης (Γενικός Αρχηγός). Καταγόταν από την Πάργα, γιος χριστιανού ψαρά ονόματι Γιάννη Μικέγκα. Ο Μικέγκας, εφ’ όσον ο υιος του ήταν πασάς, προσηγορεύτετο «εξωχότατος Γιαννούς αγάς» και είχε τιμάριο στην Πάργα από όπου εισέπρατε ετησίως 2.000 δουκάτα. Ο Ιμπραήμ είχε απαχθεί από Αλγερινούς πειρατές και είχε πουληθεί ως δούλος σε μια χήρα στη Μαγνησία της Μ. Ασίας. Εκεί φαίνεται ότι έλαβε κάποια παιδεία ώστε αργότερα, όταν στρατολογήθηκε σε γενιτσαρικό τάγμα, ανήλθε σε ανώτερο αξίωμα του κράτους.

Επί Σουλτάνου Σουλεϊμάν Κανουνού (Νομοθέτου) έφτασε στο αξίωμα του Μεγάλου Βεζίρη το 1534 με τον τίτλο του «καπουτάν πασά» (αρχιναυάρχου). Κατά τον Δελβινακιώτη Χρήστο Δάλλα, ο Ιμπραήμ συνέστησε στον Σουλτάνο να προάγει σε καπουτάν πασά τον Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα ο οποίος πήρε και τον τίτλο του «Χακά-ουλ-Μπάχρη» (κυρίαρχος της θαλάσσης). Ο Ιμπραήμ ήταν διεθνούς φήμης και ο αυτοκράτωρ της Αυστρίας Φερδινάνδος (1500-1564) τον απεκάλη «αδελφό του» ο δε αυτοκράτωρ της Γερμανίας Κάρολος Ε’ (1500-1588) «εξάδελφό του». Ο ίδιος ο Σουλτάνος, του οποίου ο Ιμπραήμ ήταν γαμπρός επ’ αδελφή, του έδωσε και τον τίτλο του «Σουλτάν Σαντραζέμ» (πρωθυπουργός-σουλτάνος). Ο Ιμπραήμ κρυφά έκανε ό,τι μπορούσε υπέρ των χριστιανών. Δολοφονήθηκε από συνωμότες ενώ εκοιμάτο το 1536. Κατά τον Μελέτιον ο Ιμπραήμ απεκαλείτο και «Αμβρακιώτης» γιατί καταγόταν από την Αμβρακία.

Καραμουρατάτοι

Χριστιανός από το Λεσκοβίκι ήταν ο Ισαήμ, ή Ισάμ, Σαμ ή Τσάμ πρόγονος της φατρίας των Καραμουρατατών. Από το όνομα αυτό εκλήθησαν Ισάμιδες ή Τσάμηδες οι απόγονοί του και το όνομα Τσάμηδες έγινε συνώνυμο του αλλαξοπιστήσαντα. Έκτοτε οι χριστιανοί λέγονταν «γκιαούρηδες» (άπιστοι) και οι εξισλαμισμένοι «Τσάμηδες».

Ο Ισαήμ είχε δύο γιους, τον Γιακούπ και τον Σινάν. Απόγονος του Σινάν εγκαταστάθηκε στο Βεράτι, απέκτησε δέκα γιους εκ των οποίων απαισιώτερος στην μορφή και την ψυχή ήταν ο Μουράτ, προσονομασθείς ως εκ τούτου Καρα-Mουράτ (Μαύρος Μουράτ) που εγκαταστάθηκε πέραν του Αώου, μεταξύ της περιοχής Περάτη-Γλήνας και Λεσκοβικίου.

Τα χωριά των Καραμουρατάδων, τον αριθμό, στην κοιλάδα του Αώου προς την Πρεμετή, ήταν χριστιανικά υπαγόμενα στην επισκοπή Πωγωνιανής. Αν και οι κάτοικοί τους υπέφεραν τα πάνδεινα από τους μωαμεθανούς, άντεξαν μέχρι το 1760. Στις αρχές εκείνου του έτους αποφάσισαν να εξευμενίσουν τον Θεό με νηστείες και δοκιμασίες του σώματος. Αποφάσισαν ότι αν ο Θεός δεν τους βοηθήσει, θα ασπαστούν τον μωαμεθανισμό. Μάταια ο αρχιερεύς τους εξήγησε ότι αυτό είναι ασέβεια. Οι Καραμουρατάδες νήστευσαν αυστηρά κατά την μεγάλη σαρακοστή και όταν ήλθε το Πάσχα και δεν είδαν καμία καλυτέρευση στα προβλήματά τους αλλαξοπίστησαν ομαδικά.

Λελή Πασά

Μεταξύ των αρνησίθρησκων χριστιανών καταλέγεται και η οικογένεια του Λελή Πασά, προερχόμενη από το γένος των Κομνηνών, μέλος της οποίας συμμετείχε της τετραμελούς πρεσβείας, η οποία μετέβη στη Θεσσαλονίκη στον Βεζίρη Χαλήλ πασά και διαπραγματεύτηκε την υποταγή της πόλεως των Ιωαννίνων.
Λέγεται μάλιστα ότι ο Λελή Πασά εξισλαμίστηκε μετά των πόλεμο των Περσών, όπως και άλλοι σπαχήδες της Ηπείρου.

Πηγές:

ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΟΚΟΛΑΚΗΣ ΤΟ ΥΣΤΕΡΟ ΠΑΝΝΙΩΤΙΚΟ ΠΑΣΑΛΙΚΙ

el.wikipedia.org
Ηπειρωτική Εστία: μηνιαία επιθεώρησις εν Ιωαννίνοις, τεύχος 177-178-179 (1967) (Βιβλίο/Μονογραφία)

toorama.blogspot.com

Φωτογραφία

 








Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο