Η Διώρυγα της Κορίνθου

Ένα από τα σημαντικότερα έργα της σύγχρονης Ελλάδας, που διαδραμάτισε καταλυτικό ρόλο για το εμπόριο της Μεσογείου, η διώρυγα του Ισθμού της Κορίνθου, αποτέλεσε έμπνευση αιώνων και ολοκληρώθηκε… 25 αιώνες μετά τη σύλληψη της ιδέας της.

Η «Άφνειος Κόρινθος» υπήρξε από την αρχαιότητα μια από τις πιο σημαντικές πόλεις του τότε γνωστού κόσμου, αλλά και της σύγχρονης Ελλάδας. Η γεωγραφική της θέση την ανέδειξε σε σπουδαίο Ναυτικό, Εμπορικό και Πολιτιστικό κέντρο.
Η αρχή
Το ρολόι του χρόνου γυρίζει πίσω στα τέλη του 7ου προ Χριστού αιώνα και συγκεκριμένα στα 602 π.Χ. Τότε ο τύραννος την Κορίνθου ο Περίανδρος αποφάσισε να ενώσει τον Κορινθιακό με τον Σαρωνικό Κόλπο. Σκοπός του ήταν να γίνουν προσπάθειες για την διάνοιξη διώρυγας στον ισθμό της Κορίνθου που θα επέτρεπε την αποφυγή του επικίνδυνου περίπλου της Πελοποννήσου και την συντόμευση της διαδρομής.

Τα σχέδια του Περίανδρου, ενός από τους επτά σοφούς της αρχαιότητας, όπως μαρτυρούν αρχαίοι συγγραφείς, έμειναν απραγματοποίητα. Οι τεχνικοί της εποχής τον απέτρεψαν γιατί παρατήρησαν διαφορά στάθμης στις δύο πλευρές που θα προκαλούσε ροή του Κορινθιακού μέσα στον Σαρωνικό με άγνωστες συνέπειες και ίσως πλημμύρες παραλίων της Αττικής.

Η πραγματικότητα όμως ήταν διαφορετική. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες ο Περίανδρος εγκατέλειψε τα σχέδιά του όταν άκουσε την Πυθία και τους χρησμούς της. « Τον Ισθμό ούτε να τον οχυρώσετε, ούτε να τον σκάψετε. Γιατί ο Δίας έφτιαξε νησί, όπου έκρινε σωστό» έλεγε ο χρησμός της Πυθίας. Η φράση αυτή και οι αντιδράσεις διαφόρων θρησκόληπτων της εποχής, αλλά και ο φόβος του ότι θα προκαλούσε την οργή των θεών, τον απέτρεψαν να προχωρήσει σε ένα σημαντικό για την εποχή έργο. Η αρχή βέβαια έγινε. Τα σκληρά πετρώματα δικαιολόγησαν τη φήμη για την οργή του θεού Ποσειδώνα, αλλά το κυριότερο ήταν οι τεράστιες τεχνικές δυσκολίες.

Ιστορικοί όμως σημειώνουν πως ο χρησμός προκλήθηκε από τους ιερείς της εποχής, αλλά και από τους κατοίκους της Κορίνθου. Ο λόγος για τους πρώτους ήταν ότι φοβήθηκαν μήπως με την διάνοιξη του Ισθμού, χάσουν τα πλούσια αφιερώματα – δώρα των εμπόρων και ο δεύτερος ήταν ότι η πόλη θα έχανε οικονομικούς πόρους, καθώς οι έμποροι απλώς θα περνούσαν και δεν θα διέμεναν πλέον στην Κόρινθο.

Μετά από αυτό ο Περίανδρος προσπάθησε να δώσει λύση στο πρόβλημα κατασκευάζοντας τον ονομαστό Δίολκο. Αυτός ήταν ένας ειδικός δρόμος στρωμένος με πλάκες πωρόλιθου, ντυμένος με ξύλα, από τον οποίο διαβιβάζονταν τα πλοία που ήταν αλειμμένα με λίπος από το λιμάνι Κεγχρεές στον Σαρωνικό, μέχρι το λιμάνι  Λέχαιον στον Κορινθιακό. Τα πλοία φορτωνόταν σε ειδικά οχήματα και σύρονταν δια μέσω ξηράς από τον δίολκο που ήταν πέντε μέτρα πλάτος, ενώ τα εμπορεύματα μεταφέρονταν με υποζύγια και δούλους. Η ιδέα αυτή ήταν πολύ πετυχημένη διότι τα πλοία της εποχής ήταν μικρών διαστάσεων και η δύναμη των δούλων και των ζώων ήταν επαρκής για το σκοπό αυτό. Το πρόβλημα όμως ήταν το κόστος για τα διόδια ήταν αρκετά υψηλό και συνήθως περνούσαν από τον δίολκο πολεμικά πλοία.

Τμήμα του λιθόστρωτου αυτού δρόμου, μεγάλο μέρος του οποίου αποκάλυψαν οι ανασκαφές του 1960, μπορεί να δει κανείς σήμερα στα δυτικά του σύγχρονου καναλιού. Διατηρούνται και οι βαθιές αυλακιές πάνω στις οποίες κινούνταν το όχημα που μετέφερε τα πλοία.

Η δεύτερη προσπάθεια
Το όραμα του Περίανδρου βρήκε συνεχιστή, μετά από τρεις αιώνες περίπου. Ο Δημήτριος ο Πολιορκητής το 307 π.Χ αποφασίζει να θέσει και πάλι σε εφαρμογή το σχέδιο για την διάνοιξη της Διώρυγας. Ο αρχικός του ενθουσιασμός όμως δεν έχει συνέχεια, καθώς οι μηχανικοί που έφερε από την Αίγυπτο τον έπεισαν ότι έπρεπε να εγκαταλείψει το σχέδιο. Οι μηχανικοί τον διαβεβαίωσαν ότι τα νερά του Κορινθιακού που θα χύνονταν στον Σαρωνικό θα τον πλημμύριζαν, με συνέπεια να πνιγεί η Αίγινα και τα γειτονικά της νησιά.  

Οι Ρωμαίοι
Η ηγεμονία της Ρώμης δίνει νέα πνοή στο έργο, μετά από περίπου δυόμισι αιώνες. Η αρχή έγινε από τον Ιούλιο Καίσαρα το 44 μ.Χ. που αποτυγχάνει, όπως και ο Καλιγούλας, το 37 μ.Χ., αλλά και οι άλλοι αυτοκράτορες Γάιος και Αδριανός. Όμως τα σχέδια εγκαταλείφθηκαν για στρατιωτικούς και πολιτικούς λόγους. Μάλιστα το 40 μ.Χ. ο Γάιος, αναθέτει σε τεχνικούς τη μελέτη του έργου.

Το πιο σημαντικό βήμα όμως γίνεται όταν τα ηνία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας παίρνει ο Νέρωνας που το 66 μ.Χ., σε ηλικία 29 ετών βρίσκεται στους αγώνες των Ισθμίων. Εκεί αποφασίζει, όπως αναφέρει ο Λουκιανός, να προχωρήσει το έργο και το ανακοινώνει στους Έλληνες. Λίγους μήνες μετά, το 67 μ.Χ., μάλιστα κάνει τα εγκαίνια των εργασιών, στις 28 Νοεμβρίου, σε μια εντυπωσιακή τελετή, όπου χρησιμοποιεί χρυσή αξίνα, υπό τη μουσική σαλπίγγων.

Ο Νέρωνας με ενθουσιασμό ασχολήθηκε πολύ έντονα για το έργο, για το οποίο εργάστηκαν χιλιάδες εργάτες, δούλοι και κατάδικοι που δούλεψαν πολύ σκληρά. Μάλιστα μόνο από την Ιουδαία στάλθηκαν 6.000 Εβραίοι αιχμάλωτοι. Η αναταραχή όμως στην Ρώμη αναγκάζει τον Νέρωνα να επιστρέψει για να αντιμετωπίσει την εξέγερση του στρατηγού Γάλβα. Τα έργα σταματούν απότομα λόγω της εξέγερσης και οριστικά μετά την δολοφονία του Νέρωνα, παρά το γεγονός ότι προχωρούσαν με καταπληκτική πρόοδο. Ακολούθησαν ο Ηρώδης Αττικός και οι Βυζαντινοί, αλλά χωρίς και πάλι αποτελέσματα…

Τα ίχνη των εργασιών διάνοιξης σε μήκος 3.300 μέτρων διατηρήθηκαν μέχρι τελευταία. Μετά από αιώνες και την οριστική διάνοιξη της διώρυγας βρέθηκαν 26 δοκιμαστικά πηγάδια βάθους 10 μέτρων το καθένα και διάφοροι τάφροι της εποχής του Νέρωνα που αποδεικνύουν πόσο σημαντικά βήματα είχαν γίνει.

Το 1687 οι Ενετοί προσπάθησαν και πάλι να ολοκληρώσουν το έργο, αλλά χωρίς αποτελέσματα, καθώς υπήρχαν ανυπέρβλητες δυσκολίες. Οι Ενετοί μάλιστα επιχείρησαν να διανοίξουν τον Ισθμό, ξεκινώντας τις εκσκαφές του από τον Κορινθιακό αυτή τη φορά. Οι μεγάλες όμως δυσκολίες που συνάντησαν οδήγησαν σχεδόν αμέσως στη διακοπή των εργασιών.

Η αντίστροφη μέτρηση




Το 1830 ο πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας Ιωάννης Καποδίστριας αποφασίζει να προχωρήσει το μεγαλεπήβολο έργο. Το σχέδιο της διάνοιξης το Ισθμού ήρθε ξανά στο προσκήνιο. Ο Ιωάννης Καποδίστριας αναθέτει τη μελέτη στον Γάλλο μηχανικό Βιρλέ ντ’ Οστ, ο οποίος εκτίμησε ότι για να ολοκληρωθεί το έργο χρειαζόταν περίπου 40 εκατομμύρια χρυσά φράγκα. Το ποσό αυτό ήταν πάρα πολύ μεγάλο για το νεοσύστατο Ελληνικό Κράτος.

Το νερό όμως είχε κυλήσει στο αυλάκι. Το 1869 λειτουργεί η διώρυγα του Σουέζ και η εξέλιξη αυτή κινητοποιεί και την Ελληνική κυβέρνηση που αποφασίζει ότι πρέπει να εντείνει τις προσπάθειές της. Την ίδια χρονιά η Κυβέρνηση Ζαΐμη αποφασίζει και ψηφίζει το νόμο «περί διορύξεως του Ισθμού» και ουσιαστικά λαμβάνονται ευνοϊκές αποφάσεις για τη σύσταση εταιρειών για να αναλάβουν το έργο.

Με τη ρύθμιση αυτή είχε δικαίωμα η κυβέρνηση να παραχωρήσει σε εταιρεία ή ιδιώτη το προνόμιο κατασκευής και εκμεταλεύσως της Διώρυγας της Κορίνθου. Για το σκοπό αυτό υπέγραψε το 1870 Σύμβαση με Γάλλους επιχειρηματίες. Η Σύμβαση αυτή όμως, ατόνησε και το 1882 έγινε δυνατόν να συσταθεί η «Διεθνής Εταιρεία της Θαλάσσιας Διώρυγας της Κορίνθου» από τον Ούγγρο στρατηγό Στέφανο Τυρρ, στον οποίο το Ελληνικό Δημόσιο ένα χρόνο νωρίτερα είχε κατακυρώσει το έργο με το προνόμιο εκμετάλλευσής του για 99 χρόνια.

Η εταιρεία συγκροτήθηκε με τη συνδρομή γαλλικής τράπεζας και το εταιρικό κεφάλαιο αποτελείτο από 60.000 μετοχές των 500 φράγκων η καθεμία. Η Γαλλία με διόρυξη του Ισθμού της Κορίνθου αναμείχτηκε στη μεγαλύτερη κερδοσκοπική φάση του 19ου αιώνα στην Ευρώπη. Οι Γαλλικές κατασκευαστικές εταιρείες που ενεπλάκησαν στο έργο εξελίχτηκαν σε πανίσχυρους οικονομικούς φορείς και τα έργα άρχισαν, πάνω στα σχέδια του Νέρωνα.
Η έναρξη των εργασιών έγινε στις 23 Απριλίου 1882, παρουσία του Βασιλιά Γεωργίου Α΄ και πολλών επισήμων. Αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα δημόσιων έργων που συντελέστηκαν στα τέλη του 19ου αιώνα και συνδέθηκαν με το πρόσωπο του εκσυγχρονιστή Πρωθυπουργού Χαρίλαου Τρικούπη.

Η μελέτη του έργου έγινε από τον Ούγγρο Μπ. Γκέρστερ, αρχιμηχανικό της Διώρυγας Φραγκίσκου στην Ουγγαρία. Για την υλοποίησή του συνεργάστηκαν αρχιτέκτονες και μηχανικοί απ’ όλη την Ευρώπη και χρησιμοποιήθηκαν πρωτότυπα εκρηκτικά μηχανήματα, δυναμίτιδα και άλλες εκρηκτικές ύλες, από τα εργοστάσια της οικογένειας Νόμπελ στην Ιταλία και τη Γερμανία. Όμως το έργο και πάλι σταματάει μετά από περίπου οκτώ χρόνια, λόγω χρεοκοπίας του Τυρρ και έλλειψης χρημάτων.

Το 1890 η προσπάθεια συνεχίσθηκε από την Ελληνική Εταιρεία Εργοληψιών και συμμετοχή του Ανδρέα Συγγρού. Τελικά η Διώρυγα ανοίχθηκε το 1893 μετά από εργασίες 11 ετών. Στις 25/7/1893 γίνονται, με την παρουσία των Βασιλέων και της Κυβερνήσεως, χοροστατούντος του Μητροπολίτη Κορινθίας, τα εγκαίνια της Διώρυγας. Η διάνοιξη του Ισθμού, ένα από τα σημαντικότερα κατασκευαστικά επιτεύγματα της περιόδου, συντόμευσε το θαλάσσιο δρόμο από τον Πειραιά στην Ιταλία κατά το ήμισυ.

Η Διώρυγα, για τη δημιουργία της οποίας είχαν χρησιμοποιηθεί 2.500 εργάτες και τα τελειότερα μηχανήματα της εποχής, ήταν συνολικού μήκους 6.343 μέτρων, πλάτους στην επιφάνεια της θάλασσας 24,6 μέτρων και στο βυθό της 21,3 με ωφέλιμο βάθος 7,5 έως 8 μέτρα και είχαν εξορυχθεί 12 εκατομμύρια κυβικά μέτρα χωμάτων για την κατασκευή της, ενώ σε όλο το μήκος της είχαν κατασκευαστεί κρηπιδότοιχοι μέχρι ύψους 2 μέτρων πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας.
Η «Εταιρεία της Διώρυγος της Κορίνθου» εκμεταλλεύτηκε τη Διώρυγα μέχρι το 1906, οπότε την ανέλαβε η Εθνική Τράπεζα μέσω της «Νέας Ανωνύμου Εταιρείας της Διώρυγος της Κορίνθου». Τέλος, από την 1η Νοεμβρίου του 1980 η εκμετάλλευση της Διώρυγας περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο το οποίο με το Ν. 1067/80 συνέστησε την «Ανώνυμο Εταιρεία Διώρυγος Κορίνθου» η οποία εκμεταλλεύεται μέχρι σήμερα τη Διώρυγα.

Στα 124 χρόνια της λειτουργίας της η Διώρυγα έχει κατά καιρούς κλείσει, κυρίως λόγω των καταπτώσεων των πρανών της, εξαιτίας της ιδιόμορφης γεωλογικής σύστασης της περιοχής. Έτσι μέχρι το 1940 παρέμεινε κλειστή συνολικά 4 χρόνια λόγω καταπτώσεων -με αποκορύφωμα το 1923 (2 χρόνια). Το 1944 κατά την αποχώρησή τους οι Γερμανοί προκάλεσαν την πτώση 60.000 κυβικών μέτρων χωμάτων και οι εργασίες εκφράξεως κράτησαν 5 χρόνια.
Στη Διώρυγα λειτουργούν σήμερα δύο βυθιζόμενες γέφυρες. Μία στην Ποσειδωνία και μία στην Ισθμία που εξυπηρετούν την επικοινωνία μεταξύ Στερεάς και Πελοποννήσου, ενώ κάθε χρόνο το πιο διάσημο κανάλι του ελλαδικού χώρου διαπλέεται από 15.000 περίπου πλοία, 50 τουλάχιστον διαφορετικών εθνικοτήτων, αποτελώντας αυτή τη στιγμή τον αδιαμφισβήτητο θαλασσινό «ομφάλιο λώρο» μεταξύ Δυτικής και Ανατολικής Μεσογείου.

πηγές: korinthia.net | aedik.gr




Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο