Όταν ο Μπάιρον έγραφε το «Childe Harold» στα Γιάννενα

Ο Λόρδος Μπάιρον στις ιδιόχειρες σημειώσεις του στο τέλος του ποιήματος «Childe Harold» αναγράφει πως επισκέφτηκε τα Ιωάννινα, όπου έμεινε για λίγο καιρό, και ότι από εκεί μετέβη μέσω της Ζίτσας στο Τεπελένι για να συναντήσει τον Αλή Πασά. Έπειτα, επέστρεψε πάλι στα Ιωάννινα, που σημειωτέον γράφει ότι είναι πόλη της Ηπείρου και όχι της Αλβανίας, και πως εκεί άκμαζε η σχολή του Ψαλίδα, τον οποίο μάλιστα γνώρισε και συνομίλησε μαζί του.

Ο Μπάιρον κατά την παραμονή του στα Ιωάννινα φιλοξενήθηκε στο σπίτι του άρχοντα Νικολού Αργύρη (Βρεττού), καθώς εκείνος είχε διαταχθεί από τον Αλή Πασά να προσφέρει φιλοξενία στον Μπάιρον και τον Χοπχάουζ.

Ο διαπρεπής Γάλλος συγγραφέας Ανδρέας Μωρουά στη βιογραφία του ποιητού διασώζει μια πολύτιμη πληροφορία: ο Μπάιρον όταν βρισκόταν στα Ιωάννινα, στο σπίτι του άρχοντα Νικολού άρχισε να γράφει το πρώτο άσμα του «Childe Harold»

Η οικία

Το 1924, ο Δήμος Ιωαννιτών θέλοντας να τιμήσει την προσφορά του φιλέλληνα ποιητού για τα εκατό χρόνια από τον θάνατό του, ονόμασε προς τιμή του την οδό που βρισκόταν η οικία που διέμεινε «Λόρδου Βύρωνος» και ανάρτησε στην οικία την επιγραφή: «Ἐν τῇ οἰκίᾳ ταύτη κατέλυσεν ὁ Λόρδος Βύρων ἀπό 9 μέχρι 12 Ὀκτωβρίου 1809».

Βέβαια, η οικία που έφερε την επιγραφή δεν ήταν η ίδια οικία που έμεινε ο Μπάιρον καθώς η παλιά οικία Βρεττού είχε καεί κατά τον εμπρησμό της πόλης το 1820.

Όπως περιγράφει την οικία Βρεττού ο Σμαρτ Χιούγκες, στο πρώτο επίπεδο βρισκόταν το χαγιάτι, δεξιά του οποίου βρισκόταν η εξώπορτα, και μια σκάλα οδηγούσε τον επισκέπτη στο επάνω πάτωμα, το οποίο ήταν το μόνο κατοικήσιμο. Το κάτω πάτωμα ήταν λιθόκτιστο με λαξευμένους σκληρούς λίθους, με σειρά αψίδων, που υποβάσταζαν την ανοιχτή κρεββάτα, δηλαδή τον προθάλαμο του επάνω πατώματος.

Ακριβώς απέναντι από αυτόν τον προθάλαμο βρισκόταν εξώστης που εκείνη την εποχή ονομαζόταν λόντζια, από το ιταλικό Loggia, που ήταν συνήθως δύο ή τρεις βαθμίδες υψηλότερος από την υπόλοιπη κρεββάτα, και μπορούσε κάποιος να ατενίζει και να δέχεται τη δροσιά του κήπου. Μεταξύ του κήπου και της οικίας μεσολαβούσε η αυλή, που ήταν στρωμένη με μαύρες πλάκες και χωρισμένη από τον κήπο με ξύλινα κάγκελα.

Η οικία Βρεττού κάηκε κατά την πολιορκία της πόλης το 1820, και οι Βρεττοί, όπως σχεδόν όλοι οι Χριστιανοί, έφυγαν από τα Ιωάννινα εκείνη την περίοδο και κατέφυγαν στο Ζαγόρι. Όταν επέστρεψαν στα Ιωάννινα, δεν είχαν πια την οικονομική δυνατότητα να χτίσουν μια οικία στις διαστάσεις και στη μεγαλοπρέπεια της παλαιότερης. Στο ίδιο, λοιπόν, οικόπεδο ανήγειραν το 1830 μια μικρότερη οικία, μέσα στην οποία έζησαν τα υπόλοιπα χρόνια, και μετά το θάνατο της τελευταίας απογόνου, της Αλεξάνδρας, η οικία περιήλθε στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου, ως αποζημίωση για τη σύνταξη που της παραχωρούνταν όσο αυτή ήταν εν ζωή.

Οικογένεια Βρεττού

Γενάρχης της οικογένειας ήταν ο Αργύρης Βρεττός, ο οποίος ήταν από τους πιο πλούσιους εμπόρους των Ιωαννίνων κατά τον 18ο αιώνα. Ο Βρεττός ανήκε στην τάξη εκείνη των Ηπειρωτών που ασχολούνταν με το εμπόριο στο εξωτερικό, χωρίς όμως να διακόπτουν τις επαφές με την πατρίδα. Συνήθως, στο πατρικό σπίτι διέμεναν οι γυναίκες της οικογένειας και οι έμποροι τούς επισκέπτονταν όποτε ήταν δυνατό.

Γιοι του Αργύρη Βρεττού ήταν ο Ιωάννης και ο Αναστάσιος, οι οποίοι συνέστησαν το 1793 δύο «λάσα» υπέρ της Χριστιανικής Κοινότητος Ιωαννίνων. Τα «λάσα» προορίζονταν για την αποκατάσταση «οχτώ πτωχών κορασίδων εντίμων», προς βοήθεια «πτωχών φυλακισμένων διά χαράτσια» και του «σπιταλίου αρρώστων», να «μοιράζονται εις φτωχάς φαμίλιας» και να «ξεσκλαβώνεται χρονικώς κανένας σκλάβος ή δύο».

Οι δωρεές αυτές αποδεικνύουν περίτρανα τόσο τον πλούτο της οικογένειας όσο και την φιλοπατρία των μελών της αλλά και την ψυχική τους ευγένεια, καθώς διέθεταν μέρος της περιουσίας τους για τους συμπολίτες τους, παρά το γεγονός πως υπήρχαν κληρονόμοι.

Ο Ιωάννης Βρεττός παντρεύτηκε την κόρη του Κωνσταντίνου Μακρή στα Ιωάννινα και στη συνέχεια μετανάστευσε οριστικά στο Λιβόρνο της Ιταλίας, ασχολούμενος με το εμπόριο.

Ο Αναστάσιος Βρεττός έμεινε στα Ιωάννινα και πιθανότατα συνεργαζόταν με τον αδερφό του που βρισκόταν στο Λιβόρνο. Ο Αναστάσιος κατοικούσε με την οικογένειά του στο πατρικό τους σπίτι, στο «αρχοντικό του Αργύρη».

Ο περιηγητής Σμαρτ Χιούγκες αναφέρει για τον Αναστάσιο πως είχε χτίσει με έξοδά του μία εκκλησία, χωρίς να δίνει λεπτομέρειες, πως κατασκεύασε δρόμους και γεφύρια, και πως λόγω των ευεργεσιών του αλλά και του χαρακτήρα του ήταν ένα σεβάσμιο πρόσωπο στην κοινωνία των Ιωαννίνων. Όταν μάλιστα παιδιά τον συναντούσαν στο δρόμο, έτρεχαν να του φιλήσουν το χέρι και όταν πέθανε, παραβρέθηκε στην κηδεία του ολόκληρη η πόλη, θεωρώντας άπαντες πως ήταν καθήκον τους να ασπαστούν το χέρι του.

Η οικογένεια του Αναστάσιου αποτελούταν από τη σύζυγό του, τη γνωστή με το όνομα Αργύροβα, δύο γιους, τον Νικολό και τον Τζιοβάνη, και τρεις θυγατέρες, τη Μαργαρίτα, τη Ζωή και την Αλεξάνδρα.

Ο Αλή Πασάς άρπαξε την περιουσία του Βρεττού

Ο Αλή Πασάς, μέσω της τρομοκρατίας, συνήθιζε να αρπάζει την περιουσία από τους νόμιμους ιδιοκτήτες και να την παρουσιάζει ως αγοραπωλησία, σε περίπτωση που γινόταν κάποιος έλεγχος από τον Σουλτάνο. Έτσι, ο «απογυμνωμένος» από τον Αλή Πασά ιδιοκτήτης παρουσιαζόταν στον Κατή ή Σπαή και δήλωνε πως πουλούσε ή μεταβίβαζε την κυριότητα του κτήματος ή των κτημάτων του αντί κάποιου τιμήματος στον Πασά ή σε κάποιον εκπρόσωπό του. Αναφορικά δε με το τίμημα, πάντα αναγραφόταν η πραγματική αξία του κτήματος ώστε να φαίνεται αληθοφανής η αγοραπωλησία, χωρίς ασφαλώς ποτέ να αποδίδεται. Αυτό ακριβώς συνέβη και με την περιουσία των Βρεττών.

Μετά το θάνατο του Αλή Πασά έφτασε στα Ιωάννινα το 1822 ο Χασάν Ταχσίν Μπέης και επί δύο χρόνια ασχολήθηκε με την κτηματική περιουσία του Αλή. Κι ενώ ήταν ευρέως γνωστό πως όλα τα κτήματα της οικογένειας του Αλή Πασά είχαν αρπαχθεί από άλλους ιδιοκτήτες, εντούτοις η Υψηλή Πύλη αποφάνθηκε με Σουλτανικό Φιρμάνι ότι μερικά μόνο κτήματα είχαν αρπαχθεί διά της βίας και πως τα περισσότερα είχαν διαβιβασθεί με νόμιμη αγοραπωλησία.

Ο Χασάν Μπέης απέρριψε τις αιτήσεις των ιδιοκτητών που ζητούσαν να τους επιστραφούν οι αρπαγείσες περιουσίες τους, θεωρώντας πως είχαν ψευδείς τίτλους ιδιοκτησίας. Ο Χασάν Μπέης αναγνώρισε μόνο ως επιστρεπτέες τις περιουσίες που δεν διέθεταν τέτοιους τίτλους και με την προϋπόθεση ότι οι ιδιοκτήτες θα κατέβαλαν και αποζημίωση στο δημόσιο. Έτσι, και στην περίπτωση για την επιστροφή της κτηματικής περιουσίας των Βρεττών αναφερόταν ότι επιστρέφονται χάρη ελεημοσύνης και εφόσον καταβαλλόταν 2.000 γρόσια.

Πηγή: Β. Πυρσινέλλας, “Ηπειρωτικά Χρονικά, τεύχος 13, 1938”

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο