Όταν ο Αλή Πασάς διάβαζε και αποκρυπτογραφούσε την αλληλογραφία του Πουκεβίλ

(Η Ταχυδρομική Υπηρεσία που οργάνωσε ο Αλή Πασάς Μέρος Β’)

Οι τατάρηδες (οι ταχυδρόμοι) του Αλή Πασά έχαιραν μεγάλη υπόληψη σε όλη την Τουρκία και ήταν όλοι Τούρκοι ιθαγενείς, χωρίς να θεωρείται αυτό υποτιμητικό. Οι τατάρηδες αυτοί του Αλή Πασά κάλυπταν σε εξαιρετικές περιστάσεις την απόσταση Γιάννενα — Πόλη σε έξι μέρες, υπάρχουν μάλιστα περιπτώσεις τατάρηδων που έκαναν αυτή την απόσταση σε πέντε μέρες.

Η επίσημη αλληλογραφία του Αλή Πασά προς την Πόλη γραφόταν σε τουρκική γλώσσα και είχε γι’ αυτή έναν Ντιβάν εφέντη (αρχιγραμματέα) και έναν γραμματέα (Κιατήπ), που ήξεραν Τουρκικά.

Όλη η άλλη αλληλογραφία του Αλή Πασά, τόσο για το εσωτερικό όσο και για τη συνεννόησή του με τους αντιπροσώπους του στην Πόλη (Καπού Κεχαγιά ή Καπού Τσοχαντάρ) γινόταν πάντα στην ελληνική γλώσσα.

Τους πράκτορές του αυτούς στην Πόλη διάλεγε με προσοχή ο ίδιος ο Αλή Πασάς ο καθένας δε από αυτούς ήταν εφοδιασμένος με ίδιο αριθμό και ξεχωριστή σφραγίδα για την αλληλογραφία του.

Ανάμεσα στους πράκτορες αυτούς αναφέρεται και ο Κωνσταντίνος Μαρίνογλου από το Καπέσοβο Ζαγοριού, που σε μακρό διάστημα χρησιμοποιήθηκε στην Αυλή του Αλή Πασά σε επίσημο εμπιστευτικό αξίωμα και το 1827 διορίστηκε από τον Καποδίστρια επόπτης των σχολείων του Αγώνος.

Τις σχέσεις των Ελλήνων με την Πόλη και τα άλλα μέρη επιτηρούσε αυστηρότατα ο Αλή Πασάς. Διάβαζε όλα τα γράμματα που στέλνονταν από τα διάφορα μέρη του Κράτους του και από τον κανόνα αυτό δεν εξαιρούνταν ούτε η αλληλογραφία των ξένων πληρεξουσίων και διπλωματικών πρακτόρων, που ήταν διαπιστευμένοι στην Αυλή του.



Οι ξένοι πρόξενοι, που έμεναν στην Αυλή του Αλή Πασά αλληλογραφούσαν με τις κυβερνήσεις τους και τους πρέσβεις τους στην Πόλη με ιδιαιτέρους έμπιστους ταχυδρόμους, αλλά και αυτούς είχε κατορθώσει να διαφθείρει ο Αλή και να αποσφραγίζει τεχνικά τα γράμματα που μετέφεραν και αφού διάβαζε το περιεχόμενό τους, τα επέστρεφε στους ταχυδρόμους, χωρίς να παρουσιάζουν φανερά τα ίχνη της παραβιάσεώς τους. Ο Γάλλος όμως πρόξενος Πουκεβίλ μεταχειριζόταν κρυπτογραφική κλείδα και δεν μπορούσε να διαβάσει την αλληλογραφία του. Και εδώ όμως ο Αλή Πασάς κατόρθωσε να προμηθευτεί με το μέσον της υπηρέτριας του Πουκεβίλ, που ήταν Γιαννιώτισσα, αντίγραφο του κρυπτογραφικού λεξικού του με το οποίο διάβαζε όλη την αλληλογραφία του Πουκεβίλ. Ήταν έτοιμος να επιρρίπτει πάντοτε την ευθύνη στους άλλους και να προσποιείται πως παρείχε ικανοποίηση απαγχονίζοντας μερικούς αθλίους φυλακισμένους του, ξένους εντελώς από παρόμοιο έγκλημα. Κάποτε κατά το 1807 έβαλε να δολοφονήσουν πέντε ταχυδρόμους (τρεις από τους οποίους ήταν Γάλλοι), με μεγάλη του όμως λύπη δε βρήκε παρά κρυπτογραφικά μόνο γράμματα.

Κάποτε ο Αλή Πασάς, δυσαρεστημένος με τον Πουκεβίλ διέταξε να επιτηρούνται στενότατα οι δημόσιοι δρόμοι, να συλληφθεί ο ταχυδρόμος του Πουκεβίλ και να κατασχεθεί η αλληλογραφία που μετέφερε. Γι’ αυτόν το λόγο ο Πουκεβίλ βρέθηκε στην ανάγκη να μην αλληλογραφεί προς την πρεσβεία του στην Πόλη, διότι δεν βρήκε ασφαλές μέσο να διαβιβάζει την αλληλογραφία του. Αναφέρεται, μάλιστα, πως επιστολές του Πουκεβίλ, με ημερομηνία 10 Ιανουαρίου 1808, απευθυνόμενες προς τον πρεσβευτή Σεβαστιάνι στην Πόλη, εστάλησαν μέσα σε μια κάννη πιστολιού, για ν’ αποφύγει τη λογοκρισία του Αλή.

Κατά το έτος αυτό, ο Αλή, όταν εστράφη προς την Αγγλία, έδειξε μεγάλη δραστηριότητα στην αλληλογραφία του με το Διβάνι της Πόλης. Για να πετύχει να σχηματίσει στην Πόλη μια μεγάλη μερίδα φιλική γι’ αυτόν, που θα τασσόταν με την Αγγλία, έστειλε γι’ αυτό μεγάλα χρηματικά ποσά. Αναφέρεται μάλιστα πως από τις 10 έως τις 15 Αυγούστου είχε στείλει στην Πόλη 300 πουγγιά και κάθε μέρα έφευγαν από τα Γιάννενα για την Πόλη δύο ταχυδρόμοι.

Βρισκόμενος σε στενή επαφή με τον Άγγλο Διοικητή των Ιονίων νησιών Χούδον Λόε κατόρθωσε κατά το 1811 με κάποιο λεβαντίνο πράκτορά του να ξεφυλλίζει την αλληλογραφία του Πουκεβίλ και συνέτασσε στην ιταλική γλώσσα καμιά φορά σύντομη περίληψη αυτής για χρήση των Άγγλων.

Εάν ο ταχυδρομικός σάκος με την αλληλογραφία του Πουκεβίλ περιείχε έγγραφα σημαντικού περιεχομένου, έπεφταν αμέσως οι άνθρωποι του Αλή ενάντια στον ταχυδρόμο που τα μετέφερε και τον λήστευαν.

Κατά την αποστασία του ο Αλή, για να παρεμποδίσει την διάδοση των εγγράφων με τα οποία ανακοινωνόταν από την κυβέρνηση ότι κηρύχθηκε «φερμανλής», αποστάτης δηλαδή, οργάνωσε σε όλη την επικράτειά του αυστηρότατη λογοκρισία της διαβιβαζόμενης αλληλογραφίας και εμπόδισε την επικοινωνία με την Πόλη.

Από το γενικό αυτό μέτρο εξαιρέθηκε τότε η αλληλογραφία των εμπόρων, την οποία αρκέσθηκε ο Αλή να αποσφραγίζει με κλεισμένες τις θύρες και από την οποία διέγραφαν τις παραγράφους εκείνες, που μπορούσαν να παρουσιάζουν διφορούμενη έννοια. Οι ενεργούντες όμως αυτή τη λογοκρισία στην αυθαιρεσία τους ερμήνευαν όπως ήθελαν κατά τη γνώμη τους το περιεχόμενο των επιστολών. Και αυτές ακόμη οι εμπορικές φράσεις και τα αποστελλόμενα εμπορικά τιμολόγια είχαν καταντήσει στα μάτια των λογοκριτών.

Τέλος, ο Αλή είχε εκδώσει αυστηρότατες διαταγές προς τους «δερβεντζήδες» να φονεύουν εκείνον πού μετέφερε έγγραφα ή φακέλους, εφόσον δεν έφερε σχετική άδεια, υπογεγραμμένης ιδιοχείρως από τον Αλή. Όλοι οι ταξιδιώτες που ήθελαν κρυφά να εισέλθουν στην Ήπειρο έπρεπε να συλλαμβάνονται και να στέλνονται με συνοδεία στα Γιάννινα.

Κατά την πολιορκία, ο αποκλεισμός του Αλή εκ μέρους των αντιπάλων του ήταν τόσο χαλαρός, ώστε αυτός κατόρθωσε να διατηρεί με τους φίλους του απ’ έξω τακτική αλληλογραφία και πολλές φορές συνέβαινε να έχει πληροφορίες για ορισμένα γεγονότα, πολύ πριν περιέλθουν αυτά σε γνώση του πολιορκητού του. Κατά την εποχή αυτή, ο Αλή είχε εγκαταστήσει και οπτικό τηλέγραφο μεταξύ Ιωαννίνων και Πρεβέζης για να πληροφορείται ταχύτατα τις κινήσεις του τουρκικού στόλου (Remerand).

Επειδή ο Αλή προς το τέλος της εξουσίας του φοβόταν μήπως η πόλη, εάν καταλαμβανόταν από τα σουλτανικά στρατεύματα θα χρησίμευε σ’ αυτά ως επικίνδυνο ορμητήριο, διάταξε την 13 Αυγούστου 1820 την πυρπόληση της πόλεως. Από την Μητρόπολη μέχρι την Αγία Μαρίνα ένα, κυριολεκτικά, πέλαγος φλογών αφάνισε την αγορά, τα μπεζεστένια, τον σταθμό των ταχυδρομικών αλόγων, τα τζαμιά και πλήθος από κτίρια, που έφταναν έως την πόλη του «Κουλοτσισμέ». Με την εξαφάνιση του Αλή Πασά από την πολιτική σκηνή εξαφανίσθηκε και η ταχυδρομική του υπηρεσία.

(Ηπειρωτική Εστία. τεύχ. 19. 1953)

Φωτογραφία: Janina, Albania (subsequently Greece): the town seen through a gap in the city walls. Colour lithograph by R. Carrick after G.D. Beresford, 1855








Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο