Το παραδοσιακό ψάρεμα στη λίμνη Κάρλα πριν την αποξήρανση

Η λίμνη Κάρλα, η αρχαία Βοιβηίς γύρω από την οποία αναπτύχθηκε το βασίλειο του Άδμητου, που οφείλει την ονομασία του στον πατέρα του, Φέρητα, αποτελούσε κάποτε έναν από τους πιο πολυποίκιλους υγροτόπους της Μεσογείου. Η λίμνη Κάρλα ήταν κάποτε η μεγαλύτερη λίμνη της Ελλάδας, φτάνοντας έως και τα 120.000 στρέμματα, και βρισκόταν στο βόρειο άκρο της Περιφερειακής Ενότητας Μαγνησίας, στην Περιφέρεια Θεσσαλίας και συνόρευε με την Περιφερειακή Ενότητα Λάρισας προς τα δυτικά.

Η θεσσαλική αυτή λίμνη αποτελούσε ένα παραγωγικό οικοσύστημα με σημαντική οικολογική, οικονομική και κοινωνικο-πολιτιστική αξία. Η λίμνη, όπως ήταν αρχικά, είχε αποξηρανθεί σκόπιμα τη δεκαετία του 1960 για την ανάκτηση γεωργικής γης, με τρομερές από τότε συνέπειες για το περιβάλλον, το οικοσύστημα και τον πολιτισμό της περιοχής.



Ως αποτέλεσμα της αποξήρανσης της Κάρλας, η τοπική κουλτούρα, η οποία ήταν άμεσα συνδεδεμένη με τον υγρότοπο καταστράφηκε, μεγάλος πληθυσμός μεταναστευτικών πτηνών εξαφανίστηκε και το μικροκλίμα της περιοχής επηρεάστηκε, οδηγώντας σε αυξημένο παγετό, ρωγμές στη γη και χαμηλότερα επίπεδα υγρασίας. Η δραματική πτώση της στάθμης του, αλλά και η διείσδυση θαλασσινού νερού στον υδροφόρο ορίζοντα της περιοχής οδήγησαν σε επανειλημμένες χαμηλές γεωργικές αποδόσεις και, εντέλει, στην εγκατάλειψη της γης, ενώ η ρύπανση από τα γεωργικά και βιομηχανικά απόβλητα, η οποία αρχικά φιλτράρονταν από τον υγρότοπο, προκάλεσε σοβαρά προβλήματα ευτροφισμού υπό τη μορφή ραγδαίας ανάπτυξης φυκιών στον Παγασητικό Κόλπο.

Η φυσική λεκάνη της λίμνης Κάρλας βρίσκεται δίπλα στους πρόποδες του Πηλίου και του Μαυροβουνίου, στη νοτιοανατολική γωνιά του θεσσαλικού κάμπου. Τα ύδατά της προέρχονταν κυρίως από τον ποταμό Πηνειό και τους παραποτάμους του, Άμυρο και Ρεβενίκο, καθώς επίσης και από το ρέμα Ασμάκι, την πηγή Υπέρεια Κρήνη του Βελεστίνου και άλλα κοντινά ορεινά ρέματα. Αν και η λίμνη Κάρλα δεν είχε καμία διέξοδο προς τη θάλασσα, ο υγρότοπος μετατρεπόταν με φυσικό τρόπο σε βοσκοτόπια κατά την εναλλαγή των εποχών.

Τα χωριά που βρίσκονται στην ανατολική πλευρά της λίμνης Κάρλας ήταν περισσότερο συνδεδεμένα με την ποικίλη οικονομία της λίμνης και κυρίως το ψάρεμα. Ενώ οι άνθρωποι που ζούσαν στα ορεινά χωριά ήταν παραδοσιακά κτηνοτρόφοι και υλοτόμοι, οι κάτοικοι της δυτικής πλευράς της ασχολούνταν με τη γεωργία.

Το ψάρεμα στην Κάρλα

Στις αρχές του 20ού αιώνα, η λίμνη Κάρλα περιήλθε στη δικαιοδοσία του ελληνικού κράτους και η αλιεία της λίμνης ήταν εξαιρετικά επωφελής για την εθνική οικονομία. Το 1918, ιδρύθηκε η πρώτη ένωση αλιέων της λίμνης Κάρλας με την ονομασία «Βοιβηίς». Οι ψαράδες προέρχονταν κατά κύριο λόγο από την Αμυγδαλή (Κουκουράβα), το Καλαμάκι, τα Κανάλια, το Κεραμίδι και το Στεφανοβίκειο.

Οι άνδρες έφευγαν από το χωριό για ψάρεμα αμέσως μετά το Δεκαπενταύγουστο και επέστρεφαν την Κυριακή των Βαΐων τον επόμενο χρόνο. Κατευθύνονταν προς τη βόρεια πλευρά της λίμνης (προς Καλαμάκι) και εκεί κατασκεύαζαν, πάνω στα νερά της λίμνης, με ξύλα και καλάμια τις καλύβες όπου ζούσαν. Από τις καλύβες έφευγαν καθημερινά για ψάρεμα με τα καράβια τους (έτσι ονόμαζαν τις βάρκες τους), που τις έφτιαχναν ντόπιοι καραβομαραγκοί με έναν μοναδικό τρόπο.

Τα καράβια δεν είχαν καρίνα και στο πίσω μέρος τους είχαν ένα δοκάρι που υποβάσταζε τα κουπιά. Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1960, οι βάρκες αυτές αποτελούσαν ένα μοναδικό κομμάτι ντόπιας ναυπηγικής τέχνης και παράδοσης. Τα ψάρια τα πουλούσαν στις τρεις ιχθυόσκαλες που βρισκόταν περιμετρικά της λίμνης.

Οι καλύβες των ψαράδων

Οι Καναλιώτες ψαράδες κατασκεύαζαν τις καλύβες τους μέσα στο νερό της λίμνης σε προφυλαγμένη θέση, ανάμεσα στα καλάμια. Κάθε καλύβα εκτός από την ανάγκη προστασίας οριοθετούσε και ένα χώρο ψαρέματος.

Ο τρόπος ζωής και οι συνθήκες εργασίας καθόριζαν τη μορφή της καλύβας, έτσι ώστε να διευκολύνει το επάγγελμα των χρηστών της. Οι καλύβες μαζί με τη λίμνη αποτελούσαν έναν ενιαίο χώρο εργασίας, γι’ αυτόν το λόγο παρευρίσκονταν μόνο άντρες, δημιουργώντας ένα σύνολο μιας μοναδικής κοινωνίας που διέπονταν από άγραφους νόμους.

Οι λιμναίες κατοικίες προορίζονταν για ψαράδες και ήταν συνήθως προσωρινά και εύκολα στην κατασκευή καταλύματα. Αποτελούσαν πρωτόγονης μορφής, μονόχωρες κατοικίες μικρών διαστάσεων, με ανοιχτή εστία στη μέση της καλύβας. Κατασκευάζονταν πάνω σε πάτωμα το οποίο οι ίδιοι διαμόρφωναν. Δένανε δεμάτια με διάφορα υλικά (ραγάζια, καλάμια κ.ά.) που έβρισκαν στη λίμνη και τα έριχναν μέσα στο νερό, με αντίθετη φορά πάνω στα πρώτα δεμάτια.

Η διαδικασία συνεχιζόταν με αυτόν τον τρόπο μέχρι να φτάσουν στην επιφάνεια, δημιουργώντας το πάτωμα της καλύβας. Η διάσταση του πατώματος ήταν λίγο μεγαλύτερη από όση χρειαζόταν για να κατασκευαστεί η καλύβα –ανάλογα με τον αριθμό των ατόμων που θα έμεναν σ’ αυτή– ώστε να περισσέψει περιμετρικά και χώρος για βεράντα. Ο χώρος αυτός είχε επίσης χρηστικό χαρακτήρα, εφόσον εκεί στέγνωναν τα δίχτυα και τα ρούχα τους οι ψαράδες. Η αυλή περιμετρικά ήταν περίπου 2,5 τετραγωνικά μέτρα. Το βάθος του νερού στο σημείο που επέλεγαν για την κατασκευή της καλύβας δεν ξεπερνούσε το ένα μέτρο.



Για να μην παρασύρονται από τις καιρικές συνθήκες, οι ψαράδες πάκτωναν ξύλα για να στηρίξουν την καλύβα και το πάτωμα όσο πιο βαθιά μπορούσαν στον πυθμένα της λίμνης. Τα ξύλα της πάκτωσης είχαν διάμετρο 10 εκ. περίπου και έβγαιναν πάνω από την επιφάνεια του νερού. Εκεί δένανε λεπτότερης διαμέτρου ξύλα οξιάς ή μελίγας ύψους 2-2,5 μέτρων και τα τοποθετούσαν κατακόρυφα και με κλίση προς τα μέσα.

Στη συνέχεια λύγιζαν λεπτότερα ξύλα από μελίγα και οξιά και έζωναν περιμετρικά την καλύβα ανά 50 εκατοστά. Έπειτα άρχιζαν να ντύνουν την καλύβα τοποθετώντας τα ραγάζια και τα καλάμια με διάταξη λεπιδωτή (μορφής λεπιών ψαριού) όλα με κλίση προς τα κάτω. Κατόπιν, περνούσαν δεύτερη ζώνη από μελίγα ή οξιά και επαναλάμβαναν την ίδια διαδικασία δεσίματος, την οποία ονόμαζαν ζώματα.

Στο κέντρο της καλύβας υπήρχε η εστία, η οποία ήταν κατά 15 εκατοστά πιο κάτω από το δάπεδο, δημιουργώντας μια κυκλική τρύπα. Αυτήν την επένδυαν με πέτρα (χοντρή πλάκα) και έχτιζαν περιμετρικά και έξω από αυτή άλλες πλάκες, 15 εκατοστών περίπου σε ύψος. Στο κέντρο της εστίας, από την οροφή της καλύβας δένανε σύρμα και εκεί κρεμούσαν την κακαβούλα, όπως έλεγαν το μικρό καζάνι, για την ετοιμασία της τροφής τους που αποτελούνταν συνήθως από ψάρια.

Σύμφωνα με περιγραφές ψαράδων, τα ίδια ψάρια, μαγειρεμένα με τον ίδιο τρόπο δεν γίνονταν τόσο νόστιμα όταν μαγειρεύονταν στα σπίτια του χωριού. Αυτό το απέδιδαν στο νερό που χρησιμοποιούσαν, το οποίο έπαιρναν από τη λίμνη, ενώ στο χωριό χρησιμοποιούσαν νερό από την πηγή. Στην κορυφή της καλύβας πρόσθεταν πάντα ένα σταυρό γιατί, όπως έλεγαν «ο θεός τούς φύλαγε, υπήρχε άμεσος κίνδυνος φωτιάς και είχαν καεί πολλές καλύβες». Άμα άνοιγε απότομα η πόρτα και έφερνε δυνατό αέρα, σκορπούσε τη φωτιά από την εστία και μπορούσαν εύκολα να πάρουν φωτιά τα τοιχώματα της καλύβας που ήταν από ξερά καλάμια.

Το επάγγελμα του ψαρά ήταν κληρονομικό, ο πατέρας το κληροδοτούσε στα παιδιά του. Τα μάθαινε επίσης και τον τρόπο κατασκευής της καλύβας. Ο παραδοσιακός αυτός τρόπος κατασκευής σταμάτησε να χρησιμοποιείται μετά από την αποξήρανση της λίμνης. Οι καλύβες εξαφανίστηκαν κι αυτές. Μαζί τους εξαφανίστηκαν οι παραδοσιακές γνώσεις, τεχνικές και οι αξίες της λαϊκής αρχιτεκτονικής που είχαν τη δική τους λογική, το δικό τους λειτουργικό χαρακτήρα, τη δική τους ευρηματικότητα που αποτυπωνόταν αρμονικά στο χώρο της λίμνης, όπου αρχιτέκτονες ήταν τα στοιχεία της φύσης.

Εξάλλου η αγροτική-αλιευτική αρχιτεκτονική καθορίζονταν από κοινωνικούς και πολιτισμικούς παράγοντες, ενώ ταυτόχρονα εξαρτιόταν άμεσα από τα υλικά και τις κατασκευαστικές τεχνικές που χρησιμοποιούνταν σε κάθε τόπο. Η λιμναία αρχιτεκτονική-κατασκευή μεταχειρίστηκε τις διαθέσιμες πρώτες ύλες, τον ξύλινο σκελετό και για την τοιχοποιία τα καλάμια και τα ραγάζια.

Σήμερα, η λίμνη Κάρλα μετά την αποκατάστασή της γίνεται σημαντικό μέρος της καθημερινής ζωής της περιοχής, ενώ η κατασκευή ενός ρηχού τεχνητού υγροτόπου στις βόρειες ακτές της θα συμβάλει περαιτέρω στην προστασία και την προώθηση της τοπικής φυσικής και πολιτιστικής κληρονομιάς.

Η «πράσινη» πρόκληση όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά για ολόκληρη την Ευρώπη, είναι ανάγκη για τη διατήρηση της βιοποικιλότητας και επίσης ανάγκη για την απόκτηση «καλής οικολογικής κατάστασης» για όλα τα ευρωπαϊκά υδάτινα οικοσυστήματα.

Κάρλα λίμνη μου όμορφη που σ’ έχουνε ξεράνει

τον τόπο που μας άφησες για τίποτα δεν κάνει.

Να ξαναγίνεις θα’ θελα, οι γλάροι να πετάξουν

και οι ψαράδες οι παλιοί καλύβες να σου φτιάξουν.

Να κρεμαστούν οι κακαβιές τη σούπα τους να βράσουν

και το βραδάκι στη στεριά τσακάλια να ουρλιάζουν,

κρύοι βοριάδες να φυσούν τον κόσμο να χαλάνε

και οι ψαράδες οι παλιοί τη σούπα τους να φάνε.

Από την κολοκύθα τους καλό κρασί να πιούνε

και στη ψαράδικη βραδιά τραγούδια να ακούσουν.

Ξεράθηκες και χάθηκαν τα ψάρια, τα παπιά σου

όπου έθρεψες στην κατοχή τα νηστικά παιδιά σου…

Πηγή:  Λίμνη Κάρλα, περιπατητικός οδηγός

Φωτογραφίες 





 





Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο