Υφάσματα και ενδυμασία στην Αρχαία Ελλάδα

Ο άνθρωπος πρέπει να έμαθε να υφαίνει σίγουρα μετά το 8.000 π.Χ. χρησιμοποιώντας ως αρχική υφαντική ύλη καλάμια, φλούδες δέντρων, λουρίδες δέρματος και έντερα ζώων.

Στα προϊστορικά χρόνια, με την εμφάνιση της γεωργίας άρχισαν να φτιάχνονται υφαντικές ύλες από φυτικές ίνες, όπως από λινάρι, καννάβι, μολόχα και σπαρτό, ενώ λίγο αργότερα άρχισε να χρησιμοποιείται και το μαλλί. Στον Όμηρο μαρτυρείται πως στα Μυκηναϊκά χρόνια οι γυναίκες γνώριζαν την τέχνη του αργαλειού προκειμένου να υφαίνουν ρούχα και στρωσίδια. Χαρακτηριστική είναι η εικόνα της Πηνελόπης, όπου υφαίνει στον αργαλειό, περιμένοντας καρτερικά την επιστροφή του Οδυσσέα.

Σύμφωνα με τη μυθολογία, η θεά Αθηνά ως προστάτιδα της χειροτεχνίας και των τεχνών γενικότερα ήταν εκείνη που εφηύρε τον αργαλειό. Η τεχνική της παραγωγής λινών υφασμάτων στην Ελλάδα εισήχθη από την Αίγυπτο, αλλά μετά την εποχή του Χαλκού αυξήθηκε η χρήση του μαλλιού και έτσι υποχώρησε σταδιακά το λινάρι.

Όπως ήταν φυσικό, τα αρχαία υφάσματα κατασκευάζονταν από τις πρώτες ύλες που είχαν στη διάθεσή τους. Κατά τους Μινωικούς χρόνους, οι Κρήτες φορούσαν ρούχα λινά, μάλλινα, τα οποία έφτιαχναν από το μαλλί των αιγών, και ρούχα με κλωστές από τσουκνίδα. Πολύ ξεχωριστά ήταν τα πολύ λεπτά υφάσματα, τα αραχνοΰφαντα, όπως αυτά που απεικονίζονται σε μινωικές τοιχογραφίες της Κρήτης και της Θήρας. Ακόμη, στη Θήρα ήταν πολύ δημοφιλή και τα φλοκωτά υφάσματα.

Στην Κλασική Εποχή, περίφημα ήταν τα αττικά υφάσματα, καθώς η υφαντουργία είχε εξελιχθεί σε πραγματική τέχνη. Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα υφάσματα που βρέθηκαν στην Αθήνα είναι το ύφασμα από τα Καλύβια Θορικού με στημόνια από λινή κλωστή και υφάδια από μεταξωτή κλωστή και μια ρίγα βαμμένη με αληθινή πορφύρα.

Ήδη την κλασική εποχή ήταν γνωστή και η χρήση του βαμβακιού. Ο Ηρόδοτος το 445 π.Χ. έγραφε πως στην Ινδία φύτρωναν άγρια δένδρα που παρήγαγαν ένα μαλλί το οποίο ήταν πιο ωραίο και πιο εκλεκτό απ’ το μαλλί του προβάτου. Βέβαια, η χρήση του βαμβακιού στην υφαντουργία της Ελλάδας φαίνεται πως εξαπλώθηκε αργότερα, όταν το μετέφεραν οι στρατιώτες του Μ. Αλεξάνδρου στην Ελλάδα από τις μακρινές Ινδίες.

Τα ρούχα των Αρχαίων Ελλήνων ήταν τυλιχτά, καθώς ένα τεμάχιο υφάσματος, ειδικά υφασμένο σε έναν όρθιο αργαλειό, τυλιγόταν και στερεωνόταν γύρω από το κορμί. Το ένδυμα αυτό, ο χιτώνας, κατασκευαζόταν είτε από λινό είτε από λεπτότατο μάλλινο ύφασμα και τοποθετούταν επάνω στο σώμα με φαντασία και φροντίδα σε μεγάλες οριζόντιες και λεπτές κατακόρυφες πτυχές. Πιο απλός φαίνεται πως ήταν ο Δωρικός χιτώνας. Αυτός ο τύπος ενδύματος αργότερα υιοθετήθηκε από τους Ρωμαίους και διαδόθηκε σε όλη τη Μεσόγειο, αποτελώντας βασική ενδυμασία για την αστική τάξη.