Τα «Σλαβομακεδονικά Σχολεία» του ΕΑΜ στη Δυτική Μακεδονία



Λίγο πριν το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το ΕΑΜ είχε επικρατήσει από την άνοιξη του 1943 στην περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας. Οι Ιταλοί πάλι που διοικούσαν ένα μέρος της Δυτικής Μακεδονίας εξόπλισαν τους κατοίκους των σλαβόφωνων χωριών, με σκοπό να δημιουργήσουν θύλακες γηγενών, έτοιμοι να διεισδύσουν στις δυνάμεις του ΕΑΜ. Έτσι, συστάθηκε το Κομιτάτο που αποτελούνταν από σλαβόφωνους και είχε έδρα την Καστοριά και το Άργος Ορεστικό.

Η Ελληνική Πολιτεία ξεκίνησε από την άνοιξη του 1945 να εγκαθιστά κρατικές αρχές στην Καστόρια, αλλά το μεγαλύτερο τμήμα της Δυτικής Μακεδονίας εξουσιαζόταν από το ΕΑΜ.

Τα σχολεία μετά τον πόλεμο

Με το τέλος του πολέμου, τα σχολεία της Δυτικής Μακεδονίας βρίσκονταν σε τραγική κατάσταση. Τα διδακτήρια είχαν λεηλατηθεί από τους κατακτητές και από τους Βουλγάρους κομιτατζήδες, συνεργάτες των Ναζί. Ασφαλώς, με το τέλος του πολέμου δεν υπήρχαν οι πόροι για να συντηρηθούν τα σχολεία και να προσφερθεί στοιχειώδη εκπαίδευση στα χωριά της Φλώρινας και της Καστοριάς, καθώς η αστική τάξη η οποία στήριζε ως τότε την εκπαιδευτική προσπάθεια είχε καταστραφεί.

Οι εκπαιδευτικοί θεσμοί του ΕΑΜ και η ίδρυση σχολειών

Το ΕΑΜ στα πλαίσια της Λαϊκής του Παιδείας προώθησε και τη λειτουργία «Σλαβομακεδονικών Σχολείων» στη Δυτική Μακεδονία.
Με στόχο, λοιπόν, να υλοποιηθεί αυτή η προσπάθεια δημιούργησε μια σειρά από θεσμούς:

1. Το θεσμό του «Σλαβομακεδονικού Σχολείου».

2. Το θεσμό των εκπαιδευτικών Συνεδρίων.

3. Το θεσμό του Παιδαγωγικού Φροντιστηρίου για την εκπαίδευση των δασκάλων των «Σλαβομακεδονικών Σχολείων» και ένα εκπαιδευτικό εγχειρίδιο το σλαβικό αλφαβητάριο, το γνωστό ως δεύτερο Abeccedar.

Η λειτουργία των «Σλαβομακεδονικών Σχολείων» προβλεπόταν αφενός για τα καθαρά σλαβόφωνα χωριά αφετέρου και για τα μικτά, ανεξάρτητα από την ύπαρξη δομών ελληνικού σχολείου και ανεξάρτητα από την παρουσία Έλληνα δασκάλου.

Το σκεπτικό του ΕΑΜ ήταν πως έπρεπε να δοθεί ο κατάλληλος χρόνος για να γίνει η διαφώτιση προς τους κατοίκους αναφορικά με τα δικαιώματα της πρόσβασής τους στην εκπαίδευση. Θεωρούσαν δηλαδή υποχρέωσή τους όχι μόνο να ικανοποιήσουν τις ανάγκες των σλαβόφωνων κατοίκων, αλλά και να τους βοηθήσουν να τις ανακαλύψουν και να τους καθοδηγήσουν έτσι ώστε να ζητήσουν δασκάλους για εθνοτικά σχολεία. Αποτέλεσμα αυτής της παρότρυνσης ήταν ένα μέρος των χωριών να ζητήσει δασκάλους.

Από τις αρχές Μαρτίου του 1945 μέχρι το τέλος του ίδιου μήνα λειτούργησαν «Σλαβομακεδονικά Σχολεία» στα χωριά Δενδροχώρι, Κοντορόπη, Τοιχιό καθώς και σε χωριά της Φλώρινας. Στα συγκεκριμένα σχολεία απαγορεύτηκε η χρήση της ελληνικής γλώσσας και ο Έλληνας δάσκαλος εγκατέλειψε τη θέση του. Υποστηρίζεται επίσης πως οι αρχές του ΕΑΜ αρνήθηκαν να επιτρέψουν στα σλαβόφωνα χωριά Πρώτη και Κρατερό να ιδρύσουν ελληνικά σχολεία, όπως είχε αποφασίσει η πλειοψηφία των κατοίκων τους.

Το σλαβοφωνικό αλφαβητάριο που θα διδασκόταν σ’ αυτά τα σχολεία τυπώθηκε από τον Σικαβίτσα και την ομάδα του και ήταν πιστό αντίγραφο του δικού μας «Τα παιδάκια» του ΟΕΣΒ, με σλαβικά στοιχεία. Η μετάφραση του ελληνικού αλφαβηταρίου θα πρέπει μάλλον να ολοκληρώθηκε, αν και δεν διασώθηκε κανένα σχετικό αντίγραφο.

Η στάση των εκπαιδευτικών στα «Σλαβομακεδονικά Σχολεία»

Η εκπαιδευτική κοινότητα της Δυτικής Μακεδονίας από την πλευρά της δεν τηρούσε ενιαία στάση απέναντι στο θεσμό αυτών των «Σλαβομακεδονικών Σχολείων».
Η Επιτροπή Εαμιτών δασκάλων του ΕΑΜικού Επαρχιακού Συμβουλίου Φλώρινας αποτελούνταν, σύμφωνα με το αρχείο του Φίλιππου Δραγούμη, από έντεκα βουλγαρίζοντες, έναν Βλάχο και κανένα Έλληνα και η οποία ήταν επιφορτισμένη με το συντονισμό των Επαρχιών Καστοριάς και Φλώρινας για το άνοιγμα των «Σλαβομακεδονικών Σχολείων» τον Οκτώβριο του 1944.

Χαρακτηριστικό πάντως είναι πως οι γηγενείς εκπαιδευτικοί, οι οποίοι ανέρχονταν σε ποσοστό 98%, στο Συνέδριο της Τριανταφυλλιάς αρνήθηκαν την απόδοση σε αυτούς του χαρακτηρισμού «Σλαβομακεδόνες» από τα στελέχη του ΕΑΜ. Ακόμη έκριναν πως δεν ήταν συμφέρουσα γι’ αυτούς η χρησιμοποίηση από αυτούς μιας γλώσσας διαφορετικής από την επίσημη, με το σκεπτικό ότι θα οδηγούσε στον παροπλισμό τους. Τέλος, οι ίδιοι οι σλαβόφωνες εκπαιδευτικοί κατήγγειλαν τη χρήση βουλγαρικών εγχειριδίων και την εξάρτηση του πολιτισμού των σλαβόφωνων από τη βουλγαρική παιδεία.

Ανάμεσα βέβαια στους εκπαιδευτικούς της Δυτικής Μακεδονίας ήταν και οι Εθνικόφρονες. Αυτοί υιοθέτησαν μια προκλητική καταγγελία των δασκάλων-θυμάτων του ΕΑΜ, προβάλλοντας το επιχείρημα της μειοδοτικής υπέρ των αξιώσεων του Τίτο στάσης του ΕΑΜ και δημοσιεύοντας τις θέσεις τους στον «Εκπαιδευτικό Ακρίτα».

Οι Αναπληρωτές των Επιθεωρητών οι οποίοι λογοδοτούσαν στη Γενική Διοίκηση Δυτικής Μακεδονίας, αντιπαρατέθηκαν στις επιλογές των ΕΑΜιτών για την ίδρυση τέτοιων σχολείων, επιχειρώντας να τονώσουν την έκφραση της εθνικής ιδεολογίας.



Η στάση των σλαβόφωνων κατοίκων

Ο Φίλιπππος Δραγούμης υποστήριζε ότι οι χωρικοί αντιμετώπισαν με απάθεια το ενδεχόμενο της δημιουργίας «Σλαβομακεδονικών Σχολείων» και ότι δεν ζήτησαν ούτε «σλαβομακεδονικά» ούτε καν ελληνικά σχολεία, αλλά και οι μορφωμένοι γηγενείς σλαβόφωνοι αρνήθηκαν να δεχθούν την ίδρυση «Σλαβομακεδονικών Σχολείων». Αντίθετα, ο Κωτσόπουλος αναφέρει ότι πάνω από 10 ντόπιοι δάσκαλοι δέχτηκαν να διδάξουν στα «Σλαβομακεδονικά Σχολεία».

Πάντως, η λειτουργία αυτών των σχολείων διακόπηκε λίγο πριν από την εγκατάσταση των ελληνικών αρχών στην Καστοριά.

Πηγή: Όψεις της ΕΑΜικής εκπαιδευτικής πολιτικής στη Δυτική Μακεδονία: Οι θεσμοί της εκπαίδευσης των σλαβόφωνων

Φωτογραφία 

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο