Ο Κολοκοτρώνης και τα «χρυσά μαχαίρια» της Ελλάδας

Ο Γεώργιος Τερτσέτης, στη «Διήγηση» του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, καταγράφει το επόμενο ανέκδοτο επεισόδιο.

«Εἰς τό 1821, Ἰουλίου 20, συνέτρωγαν ὁ Δημήτριος Ὑψηλάντης και ὁ Κολοκοτρώνης εἰς τους ἴσκιους τῶν δένδρων τοῦ Ἄστρους, την αὐτήν ἡμέραν ὅπου ὁ Ὑψηλάντης εἶχε φθάσει. Γίδα ψητή στρωμένη εἰς φύλλα, ἀσκί με ρετσινόκρασο, μισό φλασκί διά ποτήρι και ψωμί, ὄχι πρώτης ποιότητος, ἦτον ἡ ἑτοιμασία τοῦ γεύματος.

Ὅταν ἐκάθησαν, κόβοντας ὁ Κολοκοτρώνης το ψητό με τα χέρια του, εἶπε εἰς τον Ὑψηλάντην: «Αὐτά εἶναι τα χρυσά πηρούνια καί τα χρυσά μαχαίρια τῆς Ἑλλάδος και αὐτό το ριτσινόκρασο τα πολύτιμα κρασιά της».

Ἄρεσε εἰς τον φιλόπατριν Ὑψηλάντην το γεῦμα τοῦ Κολοκοτρώνη, ἐπειδή ἐννόησε το πνεῦμα του. Ἤθελε να τον προλάβει ὁ Κολοκοτρώνης με μάθημα, αὐτόν ἀναθρεμμένον με ὅλην την πολυτέλειαν τῆς εὐζωΐας, και να τοῦ εἰκονίσει τας δεινοπαθείας τοῦ Ἑλληνικοῦ πολέμου, ἀλλά συνάμα και ὅτι με τα μέσα τοῦ τόπου, ἂν και ἀτελῆ, πρέπει να γενναιοψυχοῦν εἰς τον ἀγώνα και να πολεμήσουν τον ἐχθρόν».

Δ.Τ.

eranistis.net

Φωτογραφία

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο