Ο θεσμός της δουλείας στο Βυζάντιο

Ο θεσμός της δουλείας ακολούθησε πιστά τη ρωμαϊκή παράδοση και διατηρήθηκε τυπικά τουλάχιστον σ’ όλη τη διάρκεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Τα νομικά κείμενα αποδέχονταν τον τριμερή χωρισμό της κοινωνίας σε ελεύθερους, απελεύθερους και δούλους. Η βασική αυτή αρχή εισήχθη στο βυζαντινό δίκαιο από τον Ιουστινιανό και επαναλήφθηκε με αυτούσια σχεδόν διατύπωση στα «Βασιλικά».

Όπως φαίνεται από τις νομικές πηγές του 4ου και του 5ου μ.Χ. αιώνα, ο αριθμός των δούλων ήταν τεράστιος. Οι δούλοι εργάζονταν μαζικά σε όλων των μεγεθών τις ιδιοκτησίες, ενώ σταδιακά πέρασαν και στην ιδιοκτησία της χριστιανικής Εκκλησίας, η οποία δεν αμφισβήτησε ευθέως ποτέ το θεσμό της δουλείας, αγωνίστηκε ωστόσο να βελτιωθούν οι συνθήκες ζωής και εργασίας των δούλων.

Το κράτος πάλι δεν κατήργησε ποτέ τη δουλοκτησία με νόμο, τοποθετώντας τους δούλους πάντα στο κατώτατο σημείο της κοινωνικής ιεραρχίας. Οι δούλοι κατείχαν την τελευταία βαθμίδα και υπόκειντο σε καθεστώς πλήρους δικαιοπρακτικής ανικανότητας. Όμως, παρά το απόλυτο αυτό αξίωμα, είναι γνωστό ότι ο ίδιος ο νόμος επέτρεπε στους δούλους να ασκούν έναν αριθμό δικαιωμάτων, όπως να διαχειρίζονται την περιουσία του κυρίου τους, να εργάζονται ή, σε μεταγενέστερη εποχή, να εγγράφονται στα συστήματα. Αντίθετα με τους δούλους, τις περισσότερες φορές οι φτωχοί ελεύθεροι ζούσαν σύμφωνα με μαρτυρία του Λιβάνιου ήδη από τα τέλη του 4ου αιώνα «ταλαιπωρότερον τῶν παρ΄ ἡμῖν οἰκετῶν», δηλαδή οι φτωχοί ελεύθεροι ζούσαν σε πιο άθλιες συνθήκες από τους δούλους.

Τρεις ήταν οι κύριες πηγές δούλων: η φυσική αναπαραγωγή, ο πόλεμος και το εμπόριο των δούλων. Υπήρχαν οικέτες που προέρχονται από «φαμίλιες» δούλων, από οικογένειες δηλαδή που υπηρετούσαν ήδη τουλάχιστον για μια γενιά σε σπίτια της Κωνσταντινούπολης. Επίσης, είναι γνωστό ότι στην Κωνσταντινούπολη υπήρχε ειδικός χώρος προορισμένος για τη διεξαγωγή εμπορίου δούλων. Στη βυζαντινή εποχή οι μεγάλες αγορές δούλων βρίσκονταν στα λιμάνια του Ευξείνου Πόντου, της Αδριατικής, της Νότιας και της Ανατολικής Μεσογείου, όπου συναλλάσσονταν ντόπιοι και βυζαντινοί δουλέμποροι.

Η ενδιαφέρουσα ιστορία του Θεόδωρου, ενός δούλου στην Κωνσταντινούπολη

Ένας πλούσιος που κατοικούσε στο λιμάνι των Σοφιών της Κωνσταντινούπολης τον 10ο αιώνα μ.Χ. είχε στην κατοχή του πολλούς δούλους. Ο πλούσιος αφέντης λοιπόν είχε ξεχωρίσει από όλους τους δούλους του έναν, τον Θεόδωρο, τον οποίο θεωρούσε πολύ έμπιστο, τον έχρησε «πρωτεύοντα» δούλο και του ανέθεσε τη διαχείριση ολόκληρης της περιουσίας του. Αυτή η ένδειξη εμπιστοσύνης του αφέντη προς τον Θεόδωρο προκάλεσε το φθόνο ενός άλλου δούλου του ίδιου κυρίου, ο οποίος επιστράτευσε και τη βοήθεια μιας μάγισσας για να καταστρέψει τον Θεόδωρο.

Η μάγισσα έναντι ενός νομίσματος ως αμοιβή, το οποίο τότε θεωρούνταν μεγάλο ποσό καθώς αντιστοιχούσε σε δώδεκα μόδιους σιταριού, προκάλεσε με τις μαγγανείες της βαρύτατη ασθένεια στον Θεόδωρο. Τότε, οι φίλοι του Θεόδωρου, ελεύθεροι και δούλοι, κάλεσαν τον Βασίλειο τον Νέο για να λύσει τα μάγια. Ο Βασίλειος βρήκε μέσα σε ένα σκοτεινό και απόμερο μέρος της αποθήκης του σπιτιού μπηγμένα καρφιά σε ανθρωπόμορφο ομοίωμα, το οποίο είχε τοποθετήσει εκεί ο φθονερός δούλος καθ’ υπόδειξη της μάγισσας. Ο Βασίλειος εξουδετέρωσε τα μάγια και απελευθέρωσε τον Θεόδωρο από τη δύναμή τους.

Γενικά, στα μέσα του 10ου αιώνα στην Κωνσταντινούπολη, οι δούλοι θεωρούνταν στα πλαίσια των καθημερινών συναλλαγών μέλη της μείζονος κοινότητας με μεγάλα περιθώρια κοινωνικής δραστηριότητας.

Πηγές: Η κοινωνία από την Αρχαιότητα στον Μεσαίωνα

Δούλοι στην Κωνσταντινούπολη τον 10ο αι.

Φωτογραφία




Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο