Ο Βρετανικός «δάκτυλος» στη γέννηση του τουρκικού εθνικισμού στην Κύπρο

Η Κύπρος αποτέλεσε κτίση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας το 1571 και από την πρώτη στιγμή μεταφέρθηκαν στο νησί Τούρκοι έποικοι, οι οποίοι προέρχονταν από τις νότιες επαρχίες της Ανατολίας. Έως τα τέλη του 16ου αιώνα είχαν μεταφερθεί στην Κύπρο 8.000 οικογένειες Τούρκων που στο σύνολό τους ήταν κυρίως αγρότες.

Με το Συνέδριο του Βερολίνου το 1878, η Κύπρος μεταβιβάστηκε στη Βρετανική Αυτοκρατορία με αντάλλαγμα να ενισχύσουν οι Βρετανοί τους Οθωμανούς ενάντια στις ρωσικές επιδρομές. Ωστόσο, το νησί παρέμενε στην κυριαρχία της Υψηλής Πύλης και οι Βρετανοί αποκτούσαν το δικαίωμα της κτήσης και της διοίκησης της Κύπρου πληρώνοντας φόρο υποτέλειας στο Σουλτάνο.

Όλα αυτά όμως άλλαξαν με την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου που η Οθωμανική Αυτοκρατορία συντάχθηκε στο πλευρό της Γερμανίας, οπότε οι σχέσεις με τους Βρετανούς διαταράχτηκαν. Μάλιστα, ο Πρωθυπουργός της Βρετανίας πρότεινε στον Έλληνα ομόλογό του να προσφέρει την Κύπρο στην Ελλάδα με αντάλλαγμα μια στρατιωτική βάση στο Αργοστόλι. Η συμφωνία αυτή βέβαια δεν επετεύχθη, καθώς η Ελλάδα στην αρχή του πολέμου είχε διατηρήσει ουδετερότητα. Τον Οκτώβριο του 1915 η Βρετανία προσέφερε την Κύπρο στην Ελλάδα για δεύτερη φορά με αντάλλαγμα να στείλει η Ελλάδα στρατιωτική ενίσχυση στη Σερβία, αλλά η Ελλάδα αρνήθηκε και σ’ αυτήν τη φάση να εισέλθει στον πόλεμο.

Τελικά, η Κύπρος πέρασε επίσημα στη Βρετανία με τη συνθήκη της Λοζάνης το 1923 και επισφραγίστηκε το τέλος της οθωμανικής κυριαρχίας στο νησί με την Τουρκία να παραιτείται επίσημα από κάθε δικαίωμα στο νησί. Η συνθήκη της Λοζάνης όριζε την απομάκρυνση των Τούρκων υπηκόων από την Κύπρο και με βάση τις εκθέσεις υπολογίζεται πως έφυγαν από το νησί για την Τουρκία 5.000 Τουρκοκύπριοι. Βέβαια, ο ίδιος ο Κεμάλ ενθάρρυνε την μετοίκηση των Τουρκοκυπρίων στην Τουρκία, καθώς ο στόχος του ήταν αφενός να ενισχυθεί ο τουρκικός πληθυσμός και αφετέρου είχε ως βλέψεις να κατακτήσει τη δυτική Θράκη και όχι την Κύπρο.

Πότε όμως άρχισαν οι αντιπαραθέσεις ανάμεσα στους Ελληνοκυπρίους και στους Τουρκοκυπρίους;
Μέχρι να περάσει η Κύπρος στη Βρετανική κυριαρχία, οι σχέσεις των δύο κοινοτήτων, των χριστιανών και των μουσουλμάνων, ήταν σε γενικές γραμμές ειρηνικές. Ο Robert Holland έχει υποστηρίξει στο βιβλίο του «Η Βρετανία και ο Κυπριακός Αγώνας» πως οι Βρετανοί εφάρμοσαν την πολιτική «διαίρει και βασίλευε», δημιουργώντας εσκεμμένα με την πολιτική της διχόνοια στις δύο κοινότητες, αφού φανερά ενίσχυαν τη μουσουλμανική κοινότητα και παραγκώνιζαν τους Ελληνοκυπρίους. Σε γενικές γραμμές, οι Βρετανοί την περίοδο μετά το 1925 είχαν μετατρέψει τους μουσουλμάνους Τουρκοκυπρίους σε συνεταίρους στη διοίκηση του νησιού, ενώ οι Ελληνοκύπριοι αντιμετωπίζονταν ως αντιπολίτευση της αποικιακής διοίκησης.

Και ενώ λοιπόν το 1881 οι Ελληνοκύπριοι είχαν καλοδεχτεί τους Βρετανούς στο νησί, ενώ αντίθετα οι μουσουλμάνοι ήταν φανερά δυσαρεστημένοι από την παρουσία τους, την περίοδο που μεσολάβησε από τον Α΄ έως τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι μουσουλμάνοι είχαν γίνει το δεξί χέρι των αποικιοκρατών.

Συνεπώς, ο τουρκικός εθνικισμός των Τουρκοκυπρίων εμφανίστηκε λίγο πριν τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο επειδή ενισχύθηκε από του Βρετανούς και εκφράστηκε ως αντίδραση προς την ενδεχόμενη προσάρτηση της Κύπρου στην Ελλάδα. Η πολιτική του «διαίρει και βασίλευε» των Βρετανών έγινε ακόμη πιο πρόδηλη, όταν το 1955 προσκάλεσαν και την Τουρκία σαν ενδιαφερόμενο μέλος, καθιστώντας μ’ αυτόν τον τρόπο το Κυπριακό ως τουρκικό εθνικό θέμα.

Πηγή: Γέννηση και εξέλιξη του τουρκικού εθνικισμού στην Κύπρο

Φωτογραφία




Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο