Οι σλαβόφωνοι του 20ου αιώνα στην περιοχή της Μακεδονίας

Μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα οι λαοί της Βαλκανικής συναγωνίζονταν μεταξύ τους προκειμένου να επωμιστούν μεγαλύτερα εδαφικά οφέλη από τη διαμέλιση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Επίκεντρο των διεκδικήσεων αποτέλεσε η Μακεδονία με τους Έλληνες, τους Βουλγάρους και τους Σέρβους να διεκδικούν τα εδάφη της με κριτήριο είτε τη θρησκεία είτε τη γλώσσα του πληθυσμού.

Μέχρι τους Βαλκανικούς Πολέμους οι νότιες περιοχές της Μακεδονίας, η Καστοριά, η Έδεσσα, τα Γιαννιτσά, το Κιλκίς, οι Σέρρες και η Δράμα αποτελούσαν την ελληνόφωνη ζώνη. Αντίθετα, στις πιο βόρειες περιοχές της Μακεδονίας, στη Στρώμνιτσα, στο Μοναστήρι κ.ά., κυριαρχούσαν διάφορα σλαβικά ιδιώματα, τα οποία συγγένευαν σε κάποιο βαθμό με τη Βουλγαρική γλώσσα. Γενικά έως τον 19ο αιώνα, συνηθιζόταν να αποκαλούνται όλοι οι σλαβόφωνοι ως «Βούλγαροι», δηλώνοντας μ’αυτό τον όρο κυρίως πως ομιλούσαν μία μη ελληνική γλώσσα.

Με τη λήξη των Βαλκανικών Πολέμων, όσοι σλαβόφωνοι εντάχθηκαν στο ελληνικό κράτος, άλλοι από αυτούς διατηρούσαν ελληνική εθνική συνείδηση και τους ονόμαζαν «γραικομάνους», ένα ποσοστό είχε βουλγαρική ή έστω σλαβική εθνική συνείδηση και υπήρχαν ασφαλώς και εκείνοι που δεν είχαν σχηματίσει ευδιάκριτη ταυτότητα και ενδιαφέρονταν απλώς για την καθημερινή τους επιβίωση.

Μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και την υπογραφή της συνθήκης του Νεϊγύ στις 27 Νοεμβρίου 1919, οριζόταν η ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας. Υπολογίζεται πως 53.000 σλαβόφωνοι αποχώρησαν από την Ελλάδα δηλώνοντας βουλγαρική εθνικότητα. Ωστόσο, φαίνεται πως η Βουλγαρία ενθάρρυνε τους σλαβόφωνους να μην μετακινηθούν και να μην ρευστοποιήσουν τις περιουσίες τους στην Ελλάδα. Από την άλλη μεριά, 30.000 Έλληνες εγκατέλειψαν τη Βουλγαρία και εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην Ελλάδα.

Υπολογίζεται πως με την επίσημη ελληνική απογραφή του 1928 στην Ελλάδα παρέμειναν περίπου 80.789 σλαβόφωνοι, ένα ποσοστό της τάξης του 6% του συνολικού πληθυσμού.

Αργότερα, στην περίοδο της γερμανικής κατοχής, οι σλαβόφωνοι έγιναν αντικείμενο τριπλής διεκδίκησης: από τη μία μεριά οι βουλγαρικές οργανώσεις που δρούσαν ανενόχλητες στη Μακεδονία, το ΚΚΕ και το ΕΑΜ υπόσχονταν αυτονομία και τέλος οι γιουγκοσλάβοι παρτιζάνοι προσπαθούσαν να τους προσεταιριστούν, υπονομεύοντας την ελληνική κυριαρχία.

Μετά το τέλος του πολέμου και τη φυγή πολλών σλαβόφωνων προς τις λαϊκές δημοκρατίες, στην απογραφή του ελληνικού πληθυσμού το 1951 δήλωσαν ως μητρική γλώσσα τη σλαβική 41.017 άτομα, σε ένα ποσοστό της τάξης του 0.5% του πληθυσμού της χώρας. Μεγαλύτερη συγκέντρωση σλαβόφωνου πληθυσμού εμφάνιζε η Φλώρινα, η Καστοριά και η Πέλλα.

Στις επόμενες απογραφές έπαψε να δηλώνεται η μητρική γλώσσα του πληθυσμού της χώρας, οπότε δεν υπάρχουν επίσημα στοιχεία για το πλήθος των σλαβόφωνων της Μακεδονίας. Άλλωστε, οι νεώτερες κοινωνικές εξελίξεις, όπως η αστυφιλία, η μετανάστευση, η εκπαίδευση και η εξάπλωση των Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας οδήγησαν στην περαιτέρω μείωση του σλαβόφωνου πληθυσμού της Ελλάδας.

Πηγές: Βασίλης Κ. Γούναρης, Αφροδίτη Μητσοπούλου

Φωτογραφία