Οι Έλληνες στη Δοβρουτσά

Η Δοβρουτσά είναι ιστορική περιοχή της δυτικής ακτής της Μαύρης Θάλασσας μεταξύ του Κάτω Δούναβη και της ακτής που σήμερα μοιράζεται μεταξύ Ρουμανίας και Βουλγαρίας. Η ρουμανική Δοβρουτσά χωρίζεται στις επαρχίες της Κωνστάντζας και της Τούλτσεας, με κύριες πόλεις και παραδοσιακά κέντρα την Κωνστάντζα, Τούλστεα και Καλλάτις.

Πώς βρέθηκαν σ’ αυτήν την περιοχή Έλληνες

Τούλτσεα

Η Τούλτσα (ή Τούλτσεα) ήταν γνωστή κατά την Αρχαιότητα ως Αιγισσός. Είναι ένα ποτάμιο λιμάνι που περιστοιχίζεται από λόφους και βρίσκεται στο βόρειο τμήμα της Δοβρουτσάς, κοντά το δέλτα του Δούναβη. Από τις πηγές προκύπτει πως όλες οι παροικίες των Ελλήνων στις ακτές του Εύξεινου Πόντου διατηρούσαν σχέσεις με την αρχαία Αιγισσό. Από το 1419 τέθηκε υπό οθωμανικό έλεγχο, όπως άλλωστε όλη η Δοβρουτσά. Ήταν ένα μικρό αλιευτικό, διοικητικό και εμπορικό κέντρο. Η Τούλτσεα καταστράφηκε πολλές φορές κατά τους Ρωσοτουρκικούς πολέμους του 18ου και του 19ου αιώνα. Ωστόσο, μετά τη συνθήκη της Αδριανούπολης (2 Σεπτεμβρίου 1829) η πόλη ανοικοδομήθηκε σε νέα θέση και γνώρισε τις επόμενες δεκαετίες οικονομική ανάπτυξη, κυρίως λόγω της αύξησης των εξαγωγών δημητριακών προς την Κωνσταντινούπολη αλλά και τη δυτική Ευρώπη, ανάπτυξη που γνώρισαν και άλλα λιμάνια σε Βλαχία και Δοβρουτσά. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Δουνάβεως, που συστήθηκε το 1856, όρισε ως έδρα της Ποτάμιας Αστυνομίας την Τούλτσεα.

Η οικονομική ανάπτυξη οδήγησε και στην αύξηση του πληθυσμού, κυρίως λόγω των μεταναστευτικών ρευμάτων. Ο πληθυσμός της Τούλτσεας ήταν εξαιρετικά ανομοιογενής, καθώς εκεί κατοικούσαν μουσουλμάνοι (Τούρκοι και Τάταροι), Ρουμάνοι, Ρώσοι και κυρίως Βούλγαροι, όπως Έλληνες, Εβραίοι, Αρμένιοι και Γερμανοί. Το 1863 αναφέρονται περίπου 1.500 Έλληνες. Η πρώτη επίσημη απογραφή του 1879 κατέδειξε ότι οι Έλληνες ήταν μόλις 324, δηλαδή το 1,8% του πληθυσμού της Τούλτσεας.

Οι περισσότεροι Έλληνες που εγκαταστάθηκαν στην Τούλτσεα ήταν νησιωτικής καταγωγής, γι’ αυτό και επέλεξαν την Τούλτσεα για εγκατάσταση, λόγω της ύπαρξης του λιμανιού: Κεφαλλονιά, Ιθάκη, Κέρκυρα, Σύρος, Τήνος, Άνδρος, Σαντορίνη, Μύκονος, Σπέτσες, Σκόπελος ή Σάμος. Άλλοι ήρθαν από την Μαγνησία, Θεσσαλονίκη, Σπάρτη, Σμύρνη, Κωνσταντινούπολη ή από τις υπόλοιπες πόλεις στα παράλια της Μικράς Ασίας.

Κωνστάντζα

Η Κωνστάντζα, γνωστή κατά την Αρχαιότητα με την ονομασία Τόμις, βρίσκεται στη Νότια Δοβρουτσά, στα βορειοδυτικά παράλια του Εύξεινου Πόντου, σε απόσταση 280 χλμ. από το Βουκουρέστι. Το όνομα της πόλης προέρχεται πιθανότατα από παραφθορά της βυζαντινής ονομασίας «Κωνσταντιανή», που της αποδόθηκε προκειμένου να τιμηθεί η αδελφή του Μεγάλου Κωνσταντίνου Κωνσταντία.

Το 1859 η Κωνστάντζα ήταν μια μικρή πόλη με πληθυσμό περίπου 3.000 κατοίκων. Οι Έλληνες συνιστούσαν την πλειονότητα των χριστιανών, ενώ οι μουσουλμάνοι χωρίζονταν σε δύο κατηγορίες, τους Τούρκους και τους Τατάρους. Επίσης, είχαν εγκατασταθεί εκεί λίγοι Εβραίοι, Αρμένιοι, Γερμανοί και Άγγλοι. Ο πληθυσμός αυξήθηκε πολύ μετά το 1878, μετά δηλαδή την ενσωμάτωση της Δοβρουτσάς στη Ρουμανία. Έτσι, το 1896 10.419 άνθρωποι κατοικούσαν στην Κωνστάντζα, εκ των οποίων 2.519 Ρουμάνοι και 2.416 Έλληνες, ενώ το 1900 οι πρώτοι είχαν αυξηθεί στους 9.165 και οι Έλληνες μόλις στους 2.517.

Από το 1906 και μέχρι και τα πρώτα Μεσοπολεμικά χρόνια πολλοί Έλληνες από τις ελληνικές παροικίες στα βουλγαρικά παράλια της Μαύρης θάλασσας, δηλαδή από την Αγχίαλο, τη Μεσημβρία και τη Σωζόπολη, εγκατέλειψαν λόγω των βουλγαρικών διώξεων τις πατρίδες τους και εγκαταστάθηκαν στην Κωνστάντζα. Συνεπώς, στην Κωνστάντζα, σε αντίθεση με τις άλλες ελληνικές παροικίες της Ρουμανίας, οι περισσότεροι Έλληνες δεν κατάγονταν από τα νησιά του Ιονίου, την Κεφαλονιά και την Ιθάκη, αλλά ήταν «Μαυροθαλασσίτες».

Η πόλη διατήρησε συμπαγή ελληνικό πληθυσμό καθ’ όλη τη Μεσοπολεμική περίοδο, παρά το γεγονός ότι πάρα πολλοί Έλληνες είχαν πάρει τη ρουμανική υπηκοότητα. Ενδεικτικά, το 1928, σε πληθυσμό 41.000 κατοίκων οι Έλληνες ήταν 3.130 και συνιστούσαν τη δεύτερη κοινότητα στην πόλη μετά τη ρουμανική (28.700), ενώ ζούσαν στην Κωνστάντζα και πολλοί Αρμένιοι (2.015), Τούρκοι (2.003), Εβραίοι (1.050) και Βούλγαροι (1.037).

Οι Βλάχοι

Κι ενώ στην περιοχή της Δοβρουτσάς οι Έλληνες προέρχονταν κυρίως από νησιωτικές περιοχές ή από περιοχές του Εύξεινου Πόντου, με την εμπλοκή του «Κουτσοβλαχικού Ζητήματος», άρχισαν να προωθούνται και βλαχόφωνοι της Ελλάδας σ’ αυτήν την περιοχή.

Λόγω της παραίτησής της από τη διεκδίκηση της Τρανσυλβανίας και της Βουκοβίνας, η Ρουμανία στράφηκε στη Νότια Δοβρουτσά σε βάρος της Βουλγαρίας. Ως αντιστάθμισμα για πιθανή επέκταση της Βουλγαρίας στη Μακεδονία, η Ρουμανία διεκδικούσε τη Νότια Δοβρουτσά. Η πολιτική αυτή καθόρισε και την εμπλοκή της Ρουμανίας στο λεγόμενο «Κουτσοβλαχικό Ζήτημα». Σκοπός της Ρουμανίας ήταν οι Κουτσόβλαχοι να αποκτήσουν ρουμανική συνείδηση και μελλοντικά να εποικίσουν τη Δοβρουτσά, όπου το ρουμανικό στοιχείο ήταν ιδιαίτερα ισχνό. Εθνογραφικό και γλωσσολογικό ενδιαφέρον για τους Κουτσόβλαχους επέδειξαν αρχικά οι Ρουμάνοι διανοούμενοι της επαναστατικής γενιάς του 1848 που στο πνεύμα του εθνικού ρομαντισμού ταύτισαν τον κάθε λατινόφωνο με τον Ρουμάνο. Την ανάγκη να δοθεί προσοχή στους Βλάχους της Βαλκανικής επέστησε ήδη το 1848 πρώτος ο Nicolae Bälcescu στον Ion Chica, ενώ ο Ρουμάνος γεωπόνος Ion Ionescu, ζώντας εξόριστος στην Οθωμανική Αυτοκρατορία μετά την αποτυχία των επαναστάσεων του 1848, είχε τις πρώτες επαφές με τους Βλάχους της Θεσσαλίας.

Μετά την ένωση της Βλαχίας και της Μολδαβίας, ιδρύθηκε το 1860 στο Βουκουρέστι μια «Μακεδονο-Ρουμανική Επιτροπή» με κύριο σκοπό την ίδρυση εκκλησιών και σχολείων για τους Κουτσόβλαχους και το 1863 ο πρωθυπουργός Mihail Kogälniceanu, που ανήκε στη γενιά των επαναστατών του 1848, προέβλεψε στον προϋπολογισμό κονδύλια για τη χρηματοδότηση του εκπαιδευτικού και του εκκλησιαστικού έργου υπέρ των Κουτσόβλαχων.

Το 1879 η Επιτροπή μετονομάστηκε σε «Εταιρεία της Μακεδονο-Ρουμανικής Κουλτούρας» (Societatea de Cultura Macedo-Romänä) και χρηματοδοτούσε την ίδρυση σχολείων και εκκλησιών για τους Βλάχους της Μακεδονίας και της Ηπείρου. Όπως είναι γνωστό, τα αποτελέσματα της δράσης των πρακτόρων της ρουμανικής προπαγάνδας, του ιερέα Αβέρκιου και του δασκάλου Απόστολου Μαργαρίτη, υπήρξαν πενιχρά και βρήκαν πρόσφορο έδαφος κυρίως σε ποιμενικές ομάδες και όχι στον αστικό πληθυσμό που ήταν υπό την επιρροή του ελληνισμού.

Το ενδιαφέρον της Ρουμανίας για τους Βλάχους της Θεσσαλίας, Ηπείρου και Μακεδονίας κατανόησε η ελληνική πλευρά ιδίως μετά το Συνέδριο του Βερολίνου. Σε συνομιλία του με τον Ρουμάνο πρεσβευτή στη Βιέννη τον Ιούνιο του 1880, ο Πέτρος Βράιλας Αρμένης τόνισε ότι στην εξωτερική πολιτική η Ελλάδα και η Ρουμανία έχουν κοινά συμφέροντα και είναι φυσικοί σύμμαχοι. Δεν αρνήθηκε την ύπαρξη ενός πληθυσμού στα βουνά της Ηπείρου, της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας που μιλούσε μια γλώσσα συγγενική με τη ρουμανική, αλλά η Ρουμανία δεν θα μπορούσε να επεκτείνει τα σύνορά της μέχρι εκεί. Κατά συνέπεια, συμπέρανε ο Έλληνας διπλωμάτης, η Ελλάδα και η Ρουμανία δεν είναι ανταγωνιστικά κράτη, αλλά έχουν ανάγκη από αμοιβαία φιλία και αλληλογνωριμία.

Στη βαλκανική κρίση του Σεπτεμβρίου του 1885, που προκλήθηκε με την προσάρτηση της Ανατολικής Ρωμυλίας από τη Βουλγαρία, η Ελλάδα ζήτησε τη συνδρομή της Ρουμανίας στον προετοιμαζόμενο πόλεμο κατά της Βουλγαρίας. Η Ελλάδα φοβόταν μήπως μετά την προσάρτηση της Ανατολικής Ρωμυλίας επακολουθούσε μια βουλγαρική εξέγερση στη Μακεδονία. Η Ρουμανία αντιμετώπιζε το ενδεχόμενο ενός παρόμοιου συμβάντος στη Βόρεια Δοβρουτσά.

Κατά τον Μακεδονικό Αγώνα

Οι ραγδαίες εξελίξεις στη Μακεδονία μετά τις ταραχές στη Τζουμαγιά (1902) και τη βουλγαρική εξέγερση του Ίλιντεν (Ιούλιος 1903) δεν άφηναν πολλά περιθώρια αδράνειας για τη ρουμανική διπλωματία. Το γεγονός ότι επίκεντρο της εξέγερσης ήταν το βιλαέτι του Μοναστηριού, όπου κατοικούσαν αρκετοί Βλάχοι, εξηγεί το ζωηρό ενδιαφέρον της φιλελεύθερης ρουμανικής κυβέρνησης του Dimitrie Sturdza. Ο φόβος ίδρυσης μιας Μεγάλης Βουλγαρίας που θα απειλούσε και τη Βόρεια Δοβρουτσά ήταν διάχυτος στους κυβερνητικούς κύκλους. Η εξέγερση του Ίλιντεν παρουσιάστηκε στον ρουμανικό τύπο ως μη μαζική εξέγερση, ως αποτέλεσμα πίεσης των ανθρώπων του Boris Saratov στου Βούλγαρους χωρικούς. Όταν ο Ρουμάνος Υπουργός Εξωτερικών Ion I. C. Brätianu ενημερώθηκε στις 13 Αυγούστου 1903 για την καταστροφή του Κρουσόβου, έστειλε αμέσως 10.000 γαλλικά φράγκα ως ανθρωπιστική βοήθεια για 236 βλάχικες οικογένειες, 76 ελληνικές και 26 βουλγαρικές, θύματα της πυρπόλησης της πόλης.

Η αναγνώριση των Κουτσόβλαχων ως αυθύπαρκτης θρησκευτικής κοινότητας, ως ξεχωριστού Millet, ήταν προτεραιότητα της ρουμανικής εξωτερικής πολιτικής, καθώς το φθινόπωρο του 1904 άρχισαν και οι ένοπλες συγκρούσεις στη Μακεδονία. Μια και το Οικουμενικό Πατριαρχείο παρέμεινε ανένδοτο και η προσχώρηση των ρουμανιζόντων Βλάχων στη βουλγαρική Εξαρχία κρίθηκε ασύμφορη για τα ρουμανικά συμφέροντα, το Βουκουρέστι έκρινε απαραίτητη την παρέμβαση του Σουλτάνου και την εξασφάλιση της βοήθειας των χωρών της Τριπλής Συμμαχίας. Την περίοδο αυτή οξύνθηκαν πολύ οι σχέσεις της Ρουμανίας και της Ελλάδας, με αποτέλεσμα να απελαθούν από τη Ρουμανία επιφανείς Έλληνες και να κλείσουν πολλά ελληνικά σχολεία σε πόλεις της Ρουμανίας, όπως και στην Κωνστάντζα.

Κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους

Τον Ιούνιο του 1911 οι διπλωματικές σχέσεις Ελλάδας-Ρουμανίας αποκαταστάθηκαν πλήρως. Ωστόσο, η Ρουμανία προσδοκούσε μια αναγνώριση των δικαιωμάτων των Κουτσοβλάχων από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Η στάση ωστόσο της Βουλγαρίας μετά τον Πρώτο Βαλκανικό Πόλεμο διέσπασε τη βαλκανική συμμαχία του 1912.

Η Βουλγαρία υπολόγιζε ότι μετά την εκχώρηση της Σιλίστριας στη Ρουμανία και τις διαβεβαιώσεις της για τον σεβασμό των δικαιωμάτων των Βλάχων στις περιοχές της Μακεδονίας που είχε καταλάβει ο βουλγαρικός στρατός, η Ρουμανία θα παρέμεινε ουδέτερη. Η Ελλάδα προσπάθησε να συνάψει συμμαχία με τη Ρουμανία, δίνοντας και αυτή εγγυήσεις για τον σεβασμό των εκπαιδευτικών και θρησκευτικών δικαιωμάτων των Κουτσόβλαχων, καθώς το Πατριαρχείο παρέμεινε ανένδοτο. Τέτοιες διαβεβαιώσεις δόθηκαν αρχικά στις 28 Δεκεμβρίου 1912 από τον Βενιζέλο στον Take Ionescu, Βλάχο στην καταγωγή και εκπρόσωπο της Ρουμανίας στη Συνδιάσκεψη του Λονδίνου. Αλλά δεν είχε σημειωθεί ωστόσο ουσιαστική προσέγγιση, καθώς η Ρουμανία ευνοούσε την ένταξη της Πίνδου στο αλβανικό κράτος, ενώ δεν είχε επέλθει καμιά μεταβολή στο καθεστώς των ελληνικών κοινοτήτων της Ρουμανίας.

Αλλά η Ρουμανία άφησε να εννοηθεί ότι δεν θα παράμεινε αδιάφορη, σε περίπτωση ενός νέου βαλκανικού πολέμου. Συμμαχία με τη Βουλγαρία αποκλειόταν. Η Σιλίστρια δεν ικανοποιούσε πλήρως τη ρουμανική πλευρά, καθώς το Βουκουρέστι διεκδικούσε τη Νότια Δοβρουτσά μέχρι τη γραμμή Tutra- kan-Balcik. Η έκβαση του Δεύτερου Βαλκανικού Πολέμου σύσφιξε περισσότερο τις σχέσεις Ελλάδας-Ρουμανίας. Στη Συνδιάσκεψη του Βουκουρεστίου (Αύγουστος 1913) η Ρουμανία με παρακίνηση της Γερμανίας υποστήριξε τελικά τις ελληνικές διεκδικήσεις επί της Καβάλας και ο Βενιζέλος με τη σειρά του δεσμεύτηκε για τον σεβασμό των δικαιωμάτων των Κουτσόβλαχων, παρά τις αντιδράσεις που προκλήθηκαν στην Ελλάδα. Στην ουσία ωστόσο το Κουτσοβλαχικό απώλεσε τη δυναμική που είχε κατά το παρελθόν στη ρουμανική πολιτική, εφόσον η Ρουμανία είχε προσαρτήσει τη Νότια Δοβρουτσά.

Κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο

Τον Ιανουάριο-Φεβρουάριο του 1914 διεξήχθηκαν διαπραγματεύσεις μεταξύ διπλωματών της Ελλάδας, της Σερβίας, του Μαυροβούνιου και της Ρουμανίας που ολοκληρώθηκαν με την υπογραφή μιας μυστικής συμφωνίας στο Βουκουρέστι από τους πρωθυπουργούς της Ελλάδας, Ελευθέριο Βενιζέλο, της Ρουμανίας, Ion Brätianu και της Σερβίας Nikola Pasic. Η συμφωνία προέβλεπε κοινή δράση σε περίπτωση επιδείνωσης της κατάστασης στη Βαλκανική.

Μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο τόσο η Ελλάδα όσο και η Μεγάλη Ρουμανία επιδίωξαν τη σταθερότητα στα Βαλκάνια και τη διατήρηση του εδαφικού status quo. Στις 12.3.1928 ο Μιχαλακόπουλος υπέγραψε με τον Ρουμάνο Υπουργό των Εξωτερικών Nicolae Titulescu στη Γενεύη ένα σύμφωνο διαιτησίας και μη επίθεσης. Στις 11.8.1931 ο Βενιζέλος υπέγραψε στο Βουκουρέστι με τον Nicolae Iorga, πρωθυπουργό τότε της Ρουμανίας, συμφωνία για το εμπόριο και τη ναυσιπλοΐα στον Δούναβη, όπως και ειδική συμφωνία για την αναγνώριση των ελληνικών κοινοτήτων της Ρουμανίας ως νομικών προσώπων. Ουσιαστικά προβλήματα στις διμερείς σχέσεις δεν υπήρχαν πλέον και η Ελλάδα στήριξε τις προσπάθειες του Nicolae Titulescu για τη σύναψη του βαλκανικού συμφώνου του 1934. Οι Ρουμανίζοντες Κουτσόβλαχοι εγκαταστάθηκαν στη Δοβρουτσά, απ’ όπου 100.000 Μουσουλμάνοι το 1936 μετανάστευσαν στην Τουρκία.

 

Πηγές: wikipedia.gr

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΣΤΗΝ ΤΟΥΛΤΣΕΑ ΣΤΟΝ 19ο ΚΑΙ 20ο ΑΙΩΝΑ

ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΟ-ΡΟΥΜΑΝΙΚΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ (1866-1913)

ehw.gr

Φωτογραφία