Νεκρομαντείο Αχέροντα: τόπος συνάντησης θνητών με ψυχές των νεκρών



Το πιο ξακουστό νεκρομαντείο της αρχαιότητας βρίσκεται στην Ήπειρο και συγκεκριμένα στην κορυφή ενός βραχώδους κωνικού λόφου, στο βόρειο άκρο του Νομού Πρέβεζας, στο δημοτικό διαμέρισμα του Μεσοποτάμου. Λίγο πιο βόρεια από το Νεκρομαντείο του Αχέροντα βρισκόταν η αρχαία Εφύρα, μια πόλη που είχε συνδεθεί με την πανάρχαια λατρεία της θεότητας του θανάτου.

Το Νεκρομαντείο στην ελληνική μυθολογία

Το Νεκρομαντείο του Αχέροντα βρίσκεται κοντά στις βορειοδυτικές όχθες της Αχερουσίας λίμνης, στο σημείο όπου ενώνονται τα ποτάμια του Άδη, ο Αχέροντας με τον Κωκυτό. Την πιο παλαιά αναφορά για το Νεκρομαντείο του Αχέροντα την εντοπίζουμε στην «Οδύσσεια» του Ομήρου στη ραψωδία κ 488 κ.ε., όπου η Κίρκη συμβουλεύει τον Οδυσσέα να συναντήσει στον Κάτω Κόσμο τον τυφλό μάντη Τειρεσία και να πάρει χρησμό για την επιστροφή στην πατρίδα του. Επίσης, στη ραψωδία λ 24 κ.ε. δίνεται η περιγραφή της καθόδου του Οδυσσέα στον Άδη. Επειδή στην «Οδύσσεια» του Ομήρου περιγράφεται πολύ πειστικά η τοπογραφία της περιοχής του Αχέροντα στη Θεσπρωτία, θεωρείται πως ο Όμηρος πρέπει να είχε δει αυτά τα μέρη από κοντά.

Στο Νεκρομαντείο του Αχέροντα στην ελληνική αρχαιότητα πήγαιναν οι πιστοί για να συναντήσουν τις ψυχές των νεκρών, οι οποίες μετά την απελευθέρωσή τους από το σώμα αποκτούσαν την ικανότητα να προβλέπουν το μέλλον. Εκτός από τον Οδυσσέα που επισκέφτηκε το νεκρομαντείο για να λάβει χρησμούς για το μέλλον, φαίνεται πως και άλλοι ήρωες της ελληνικής μυθολογίας είχαν κατέβει γι’ αυτόν το λόγο στον κόσμο των νεκρών. Ο Ορφέας των Λειβήθρων, ο πιο ξακουστός μουσικός της αρχαιότητας, κατέβηκε στον Άδη για να φέρει στη Γη την αγαπημένη του Ευρυδίκη. Ακόμη, ο Ηρακλής για να φέρει στο βασιλιά Ευρυσθέα τον Κέρβερο, τον τρικέφαλο σκύλο-φύλακα της εξόδου από τον Άδη, και ο Θησέας με τον Πειρίθου για να αρπάξουν την Περσεφόνη.

Οι προσπάθειες για την ανακάλυψη του Νεκρομαντείου του Αχέροντα

Ο Άγγλος περιηγητής William Leake επισκέφτηκε το 1809 το λόφο του Μεσοποτάμου Πρεβέζης με την εκκλησία του Αγίου Ιωάννη και παρατήρησε τα αρχαία ερείπια των τειχών. Αυτός τότε ταύτισε αυτά τα ερείπια με την ακρόπολη της αρχαίας Εφύρας. Την ίδια ταύτιση αναφέρει και ένας ακόμη Άγγλος περιηγητής, ο θεολόγος Thomas Hughes, που επισκέφτηκε την περιοχή το 1814. Έπειτα, το 1857, ο Αραβαντινός, στο δεύτερο τόμο της «Χρονογραφίας Ηπείρου» τοποθέτησε το Νεκρομαντείο του Αχέροντα στους πρόποδες του λόφου του Μεσοποτάμου.

Η συστηματική όμως έρευνα του Νεκρομαντείου άρχισε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το 1958, ο Σωτήρης Δάκαρης θεώρησε πως η αρχαία Εφύρα βρισκόταν στο λόφο του Ξυλοκάστρου και ταύτισε το λόφο του Μεσοποτάμου με την πέτρη του ομηρικού κειμένου (κ 513-515), όπου βρισκόταν στη συμβολή των τριών ποταμών και τοποθέτησε εκεί το Νεκρομαντείο, σύμφωνα με τα όσα ανέφερε ο Παυσανίας. Έτσι, ο Σωτήρης Δάκαρης έκανε εκεί τρεις δοκιμαστικές ανασκαφές, στα όρια του χωριού Μεσοποτάμου Φαναρίου, προκειμένου να επιβεβαιώσει τα πορίσματα των τοπογραφικών ερευνών.

Η πρώτη έγινε στην κορυφή του λόφου του Ξυλοκάστρου, φέροντας στο φως ερείπια της Ομηρικής Εφύρας, βασιζόμενος κυρίως στις μαρτυρίες του Θουκυδίδη και του Στράβωνα.



Στη δεύτερη όμως δοκιμαστική ανασκαφή, άρχισαν να αποκαλύπτονται πολύ σημαντικά ευρήματα. Η ανασκαφή στους πρόποδες του λόφου του Μεσοποτάμου αποκάλυψε αποθέτη ιερού με κεφαλές πήλινων ειδωλίων και κεραμική της αρχαϊκής και της κλασικής περιόδου. Η σημαντικότερη όμως έρευνα ήταν αυτή στην κορυφή του λόφου του Μεσοποτάμου, που αποκάλυψε πως το ελληνιστικό Νεκρομαντείο βρισκόταν θαμμένο κάτω από τα ερείπια της Μονής του Αγίου Ιωάννη.

Ο Δάκαρης τότε έβαλε το χέρι του σε μια οπή του εδάφους και ένιωσε ένα κρύο ρεύμα αέρα να τον διαπερνά. Το γεγονός αυτό τον οδήγησε στο συμπέρασμα πως έπρεπε να συνεχίσει πιο βαθιά το σκάψιμο. Ωστόσο, επειδή δεν υπήρχε ακόμη η επιβεβαίωση πως όντως είχε ανακαλυφθεί το Νεκρομαντείο και έπρεπε να σκάψουν εντός του χώρου του νεκροταφείου του Μεσοποτάμου, είχε ασφαλώς να αντιμετωπίσει και τους καχύποπτους κατοίκους του χωριού. 

Αφού, λοιπόν, ο Δάκαρης έπεισε την Αρχαιολογική Εταιρεία να χρηματοδοτήσει την έρευνά του, κατάφερε στη συνέχεια να πείσει τις αρχές του χωριού να μεταφέρουν το νεκροταφείο σε άλλο σημείο, προβάλλοντας το δέλεαρ των μεροκάματων που θα καρπώνονταν οι κάτοικοι που θα απασχολούνταν στην ανασκαφή. Τα επόμενα χρόνια, την τετραετία από το 1960 έως το 1964, ανασκάφτηκε η μεγαλύτερη έκταση του αρχαιολογικού χώρου. Βέβαια, η υπόγεια αίθουσα και ορισμένοι χώροι της αυλής δεν ερευνήθηκαν εξαιτίας των ογκόλιθων που τους έφραζαν. Η ανασκαφή όμως βοήθησε να καταστούν κατανοητά τα δρώμενα στο Νεκρομαντείο.

Η έρευνα της υπόγειας αίθουσας

Η αρχαιολογική έρευνα συνεχίστηκε ξανά το 1975, με τη συνδρομή της Εφορίας Αρχαιοτήτων και την οικονομική αρωγή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Η φάση αυτή των ερευνών διήρκεσε δύο χρόνια, οπότε οι ανασκαφικές εργασίες έληξαν οριστικά. Την περίοδο αυτή ολοκληρώθηκε η ανασκαφή στους χώρους που δεν είχαν πλήρως ερευνηθεί κατά το προηγούμενο διάστημα, ιδιαίτερα στο χώρο της αυλής και στην υπόγεια αίθουσα.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, συνεχίστηκαν οι εργασίες για την αποκατάσταση των πίθων που είχαν αποκαλυφθεί κατά τις ανασκαφές, στους οποίους βρέθηκαν μετά από τόσες χιλιάδες χρόνια και απανθρακωμένοι καρποί.

Πηγές:

odysseus.culture.gr

«ΤΟ ΝΕΚΡΟΜΑΝΤΕΙΟ ΤΟΥ ΑΧΕΡΟΝΤΑ»

Φωτογραφία

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο