Ναγκόρνο Καραμπάχ: αιματοβαμμένες συγκρούσεις στο δρόμο της ανεξαρτησίας

 

Το Ναγκόρνο Καραμπάχ είναι περιοχή στον Νότιο Καύκασο, που βρίσκεται μεταξύ των περιοχών του Κάτω Καραμπάχ και της Zangezur και καλύπτει τη νοτιοανατολική σειρά του Μικρότερου Καυκάσου. Η περιοχή είναι κυρίως ορεινή και δασώδης. Η περιοχή του Ναγκόρνο Καραμπάχ υπήρξε αυτόνομη περιοχή στα χρόνια της Σοβιετικής Ένωσης.

Η περιοχή σήμερα είναι αμφισβητούμενη, διεθνώς αναγνωρισμένη ως μέρος του Αζερμπαϊτζάν αλλά το μεγαλύτερο τμήμα της περιοχής βρίσκεται υπό τον έλεγχο της Δημοκρατίας του Αρτσάχ (έως τον Φεβρουάριο του 2017 γνωστή ως Δημοκρατία του Ναγκόρνο Καραμπάχ), ένα de facto ανεξάρτητο κράτος με την αρμενική πλειοψηφία. Από το τέλος του Πολέμου του Ναγκόρνο Καραμπάχ το 1994, οι εκπρόσωποι των κυβερνήσεων της Αρμενίας και του Αζερμπαϊτζάν διεξάγουν ειρηνευτικές συνομιλίες με τη μεσολάβηση της Ομάδας του Μινσκ του ΟΑΣΕ. Η περιοχή ταυτίζεται με τα διοικητικά όρια της πρώην αυτόνομης περιοχής του Ναγκόρνο Καραμπάχ, που περιλαμβάνει έκταση 4.400 τετραγωνικών χιλιομέτρων.

Το Ναγκόρνο Καραμπάχ πέρασε στον έλεγχο της Ρωσίας, όπως και τα υπόλοιπα μουσουλμανικά χανάτα που αργότερα αποτέλεσαν τον σύγχρονο Αζερμπαϊτζάν, με την Συνθήκη του Γκουλιστάν το 1813.

Το 1822 το χανάτο διαλύθηκε και η περιοχή εντάχθηκε στο Κυβερνείο της Ελισαβετούπολης. Η επιβολή του ρωσικού ελέγχου είχε ως αποτέλεσμα τη μετανάστευση αρκετών μουσουλμάνων προς την Περσία, με τη θέση τους να παίρνουν σταδιακά κυρίως Αρμένιοι.

Το 1918, μετά την ανεξαρτητοποίηση του Αζερμπαϊτζάν, ο πληθυσμός της περιοχής αντέδρασε στην ένταξή του στο νέο ανεξάρτητο κράτος. Η εισβολή των τουρκικών στρατευμάτων σε αυτή συνάντησε έτσι την ένοπλη αντίσταση του ντόπιου αρμενικού πληθυσμού.



Μετά τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το Καραμπάχ κατελήφθη από τα βρετανικά στρατεύματα τα οποία παραχώρησαν τη διοίκησή του στο Αζερμπαϊτζάν. Απόφαση που προκάλεσε την αντίδραση του τοπικού πληθυσμού ο οποίος το 1920 κήρυξε την ένωσή του με την Αρμενία.

Όταν το 1921 οι μπολσεβίκοι επικράτησαν στο σύνολο της Υπερκαυκασίας, υποσχέθηκαν να εντάξουν την περιοχή υπό τη διοίκηση της ΣΣΔ της Αρμενίας (μαζί με την περιοχή του Ναχιτσεβάν). Τελικώς, επιθυμώντας να διατηρήσουν καλές σχέσεις με την Τουρκία καθώς ο Κεμάλ είχε κάνει άνοιγμα στην ΕΣΣΔ και είχε στραφεί ενάντια στη Δύση, επέλεξαν να δώσουν τη διοίκηση και των δύο αυτών περιοχών στη ΣΣΔ του Αζερμπαϊτζάν, εντός της οποίας δημιουργήθηκε το 1923 η Αυτόνομη Περιοχή του Ναγκόρνο Καραμπάχ (Nagorno Karabakh Autonomous Oblast).

Λόγω του σοβιετικού ελέγχου της περιοχής, επικράτησε σταθερότητα μέχρι και τα τελευταία χρόνια της σοβιετικής περιόδου. Όταν, ωστόσο, ξεκίνησε η κατάρρευση της ΕΣΣΔ, το ζήτημα επανήλθε δυναμικά στο προσκήνιο. Κατηγορώντας την ηγεσία του Αζερμπαϊτζάν για εθνικιστικές πολιτικές οι οποίες στόχευαν στην αφομοίωση των Αρμενίων της περιοχής από την αζερική κουλτούρα, οι αρχές του Ναγκόρνο Καραμπάχ ζήτησαν τη δημιουργία Αυτόνομης Περιοχής εντός της ΣΣΔ της Αρμενίας. Σχετικό αίτημα εστάλη και προς τη Μόσχα.

Σε αυτό το πλαίσιο, ξέσπασαν διαδηλώσεις τόσο στην πρωτεύουσα του Ναγκόρνο Καραμπάχ Στεπάνακερτ όσο και στο Ερεβάν με αίτημα την ένωση. Τελικά, η Μόσχα αρνήθηκε το αίτημα αυτό. Οι κινήσεις των Αρμενίων προκάλεσαν την αντίδραση του Αζερμπαϊτζάν το οποίο έστειλε δυνάμεις εναντίον του Ασκεράν, πόλη του Ναγκόρνο Καραμπάχ με αρμενικό πληθυσμό. Η ένταση επεκτάθηκε γρήγορα στις δύο χώρες, πολίτες των οποίων επιτέθηκαν στις αντίστοιχες μειονότητες προκαλώντας κύματα προσφύγων και από τις δύο πλευρές. Η περιοχή τελικά παρέμεινε στην κυριότητα του Αζερμπαϊτζάν το οποίο το Νοέμβριο του 1991 κατάργησε το στάτους της Αυτόνομης Περιοχής και έθεσε το Ναγκόρνο Καραμπάχ σε καθεστώς άμεσου ελέγχου από το Μπακού. Έτσι, το 1991 με δημοψήφισμα (το οποίο μποϊκοτάραν οι Αζέροι της περιοχής), ο πληθυσμός του Ναγκόρνο Καραμπάχ αποφάσισε τη δημιουργία ανεξάρτητου κράτους.

Οδηγήθηκαν έτσι στο ξέσπασμα του πολέμου ανάμεσα στα δύο μέρη, με το Καραμπάχ να έχει τη στήριξη της Αρμενίας. Εντέλει, ως το Μάιο του 1994 η Αρμενία κατείχε το 14% του συνόλου του εδάφους του Αζερμπαϊτζάν, περιλαμβανομένου του συνόλου σχεδόν του πρώην αυτόνομου Ναγκόρνο Καραμπάχ καθώς και 7 γειτονικών περιοχών που λειτουργούν ως ζώνες ασφαλείας για το ενδεχόμενο αζερικών επιθέσεων ενώ εξασφαλίζουν την άμεση γεωγραφική επαφή με την Αρμενία. Η σύρραξη έληξε το Μάιο του 1994 με την υπογραφή συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός μετά από ρωσική διαμεσολάβηση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κατά καιρούς δεν έχουν σημειωθεί επεισόδια μεταξύ των δύο πλευρών.

Από το 1994 και μετά οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των εμπλεκόμενων πλευρών δεν έφεραν κάποιο ιδιαίτερο αποτέλεσμα. Μείζονα σημεία διαφωνίας μεταξύ τους αποτελούν:
1. Το στάτους της περιοχής καθώς Αρμενία και Ναγκόρνο Καραμπάχ υποστηρίζουν την ανεξαρτησία της, ενώ το Αζερμπαϊτζάν δεν θέτει υπό διαπραγμάτευση τον έλεγχό του επί αυτής θεωρώντας ότι έτσι θα καταλυόταν η εδαφική του ακεραιότητα. Δέχεται ως εκ τούτου μόνο την παραχώρηση ενός στάτους αυτονομίας.

2. Το ζήτημα του κατά πόσο τα διαπραγματευόμενα μέρη είναι δύο (Αρμενία- Αζερμπαϊτζάν) ή τρία (μαζί με το Ναγκόρνο Καραμπάχ). Την πρώτη προοπτική στηρίζει το Ερεβάν ενώ τη δεύτερη το Μπακού.

3. Το ζήτημα της αποχώρησης των Αρμενίων από τις 7 περιοχές γύρω από το Ναγκόρνο Καραμπάχ, με το Αζερμπαϊτζάν να θέτει ως προαπαιτούμενο λύσης την εξέλιξη αυτή, ενώ από την άλλη Αρμενία και Καραμπάχ το αρνούνται θεωρώντας ότι θα αποδυνάμωνε πολύ τη διαπραγματευτική τους θέση ενώ θα έθετε υπό άμεση απειλή την ασφάλεια της διαφιλονικούμενης περιοχής.

4. Το ζήτημα των Αζέρων προσφύγων, σχετικά με το οποίο το μεν Μπακού υποστηρίζει ότι πρέπει να επιστρέψουν πριν από την επίτευξη λύσης, το δε Στεπάνακερτ και το Ερεβάν ότι πρώτα πρέπει να λυθεί το ζήτημα του status της περιοχής και μετά όλα τα υπόλοιπα.

5. Το ζήτημα του διαδρόμου Lachin, ο οποίος συνδέει το Ναγκόρνο Καραμπάχ με την Αρμενία. Το Μπακού θεωρεί ότι ο διάδρομος πρέπει να αποκτήσει καθεστώς με τη συμμετοχή Αρμενίων και Αζέρων, κάτι που απορρίπτεται από την άλλη πλευρά.



Είναι προφανές από τα παραπάνω ότι τα δύο μέρη αντιλαμβάνονται τη λύση με εντελώς διαφορετικό τρόπο. Ως εκ τούτου –και με δεδομένο το πολιτικό κόστος οποιασδήποτε υποχώρησης– η επίλυση του ζητήματος καθίσταται εξαιρετικά δύσκολη. Το Μπακού μάλιστα έχει αρκετές φορές αναφέρει ότι δεν αποκλείει την επίλυσή του ακόμη και με χρήση βίας.

Σημαντική χρονιά για την εξέλιξη των διαπραγματεύσεων πάνω στο ζήτημα του Ναγκόρνο Καραμπάχ υπήρξε το 2007, έτος κατά το οποίο οι διαπραγματεύσεις μεταξύ της Ομάδας Μινσκ και των εμπλεκομένων μερών κατέληξαν στην υιοθέτηση των Αρχών της Μαδρίτης. Προβλέφθηκε συγκεκριμένα ότι η λύση θα πρέπει να στηριχθεί στις αρχές της μη χρήσης βίας, της εδαφικής ακεραιότητας και τη αυτοδιάθεσης των λαών, οι οποίες αντιστοιχούν στα άρθρα ΙΙ (αποχή από την απειλή ή τη χρήση βίας), IV (Εδαφική ακεραιότητα των κρατών) και VIII (Ίσα δικαιώματα και αυτοδιάθεση των λαών) της Τελικής Πράξης του Ελσίνκι.

Διαμορφώθηκε κατ’ αυτόν τον τρόπο ένα πλαίσιο που περιλαμβάνει αντιφατικές προβλέψεις (εδαφική ακεραιότητα-αυτοδιάθεση λαών), δημιουργώντας συνθήκες αποσταθεροποίησης καθώς το αντιφατικό πλαίσιο περιορίζει τις προοπτικές εξεύρεσης λύσης μέσω διαπραγμάτευσης δημιουργώντας τελικά κίνητρα προσφυγής στη βία, ιδιαίτερα από την πλευρά που αισθάνεται θιγμένη από το διαμορφωμένο status.

Γενικά, φαίνεται πως η προσπάθεια συμβιβασμού των διαφορετικών επιδιώξεων των δύο πλευρών δεν ήταν αποτελεσματική και συχνά είχε αντίθετα από τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα. Τα κατά καιρούς ξεσπάσματα βίας στην περιοχή φαίνεται πως συνδέεται με το ελλιπές πλαίσιο επίλυσης του ζητήματος αλλά και του εντελώς διαφορετικού τρόπου με τον οποία την αντιλαμβάνονται τα δύο κυρίως εμπλεκόμενα μέρη.

Πηγές:

wikipedia.org
Η πολιτική της Ρωσίας στον Καύκασο και η θέση της Ελλάδας : σύγκλιση ή απόκλιση συμφερόντων;

Φωτογραφία