Μόσχω Τζαβέλαινα: η γυναίκα σύμβολο στην Ελληνική Επανάσταση του 1821

Ο Φώτος Πολίτης είχε τονίσει πως η Ελληνική Επανάσταση μένει αιώνια φωτεινή εστία στη ζωή του έθνους μας όχι διά τα επιτελεσθέντα κατ’ αυτήν πολεμικά κατορθώματα, αλλά για τη δημιουργία του ιδεώδους εκείνου τύπου του Αγωνιστού, που προβάλλει μέσα από τα γεγονότα. Μόνο η μορφή του ελεύθερου ανθρώπου ανύψωσε εις σημασία γεγονότος την Επανάσταση.

Στην Ελληνική Επανάσταση υπήρξαν και γυναίκες που διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο και αναδείχτηκαν σε φωτεινά σύμβολα, όπως η  Λασκαρίνα  Μπουμπουλίνα, η Μαντώ Μαυρογένους, η Δέσπω Μπότση και η Μόσχω Τζαβέλαινα. Ακόμη, η ιδέα της ελευθερίας είχε εμψυχώσει πολλές Ελληνίδες που παρά τις συνθήκες ζωής, τα ήθη και τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία της οθωμανικής αυτοκρατορίας σήκωσαν κι εκείνες το λάβαρο της Επανάστασης και συνέδραμαν στον κοινό αγώνα.

Η  Μόσχω Τζαβέλαινα (Σούλι  1760-1795;)

Η Μόσχω ήταν γυναίκα του Λάμπρου Τζαβέλα, που ήταν αρχηγός της φάρας των Τζαβελαίων, ελληνικής οικογένειας από το Σούλι. Η Μόσχω ήταν  μια γυναίκα μετρίου αναστήματος, μελαχρινή κι ωραία και επέδειξε ψυχικό σθένος, δύναμη χαρακτήρα και φιλοπατρία,  γι’  αυτό  και  είχε  μεγάλο  κύρος  στη  σουλιώτικη  πολιτεία.

Στις  20  Ιουλίου 1792, μ’ άλλες Σουλιώτισσες, παρακολουθούσε από τις ράχες της Κιάφας τη μάχη των Σουλιωτών κατά του Αλή Πασά. Μόλις είδαν μια αιφνίδια διακοπή των πυροβολισμών των  μαχόμενων  Σουλιωτών  –μια  μικρή  ανακωχή  ανάμεσα  στους  αντιμαχόμενους–, νόμισαν πως οι Σουλιώτες σκοτώθηκαν. Τη σιγή την πήραν για ήττα των ανδρών τους, “Οι άνδρες μας σταμάτησαν”, φωνάζει η Μόσχω: “Θα σκοτώθηκαν. Σειρά μας τώρα”. Και ευθύς 300 γυναίκες ένοπλες επιτέθηκαν εναντίον 3.000 Αλβανών.

Ο πόλεμος αρχίνησε κι ανάψαν τα ντουφέκια: 

…. Δεν είν’ εδώ το Χόρμοβο, δεν είν’ η Λαμποβίτσα,

εδώ είν’ το Σούλι το κακό, εδώ είν’ το Κακοσούλι,

που πολεμούν μικρά παιδιά, γυναίκες σαν τους άντρες,

που πολεμάει η Τζαβέλαινα σαν άξιο παληκάρι. 

Η Μόσχω τότε ώρμησε, με το σπαθί στο χαίρι.

τώρα να ιδήτε πόλεμον, γυναίκικα δουφέκια,

σαν τους λαγούς εφεύγανε, και πίσω δεν κυττάζουν,

πετάξαν τα δουφέκια τους, μόνον για να γλιτώσουν.

Ο  Φωτιάδης  στον  «Καραϊσκάκη»  γράφει: “Τρακόσες  άδραξαν  τ ‘  άρματα  και  χίμηξαν μπροστά με τη Μόσχω.

–Απάνω τους, φώναζε η μια στην άλλη, απάνω τους, τι τα κοιτάμε τα  σκυλιά;

Αυτές  δεν  ήταν γυναίκες,  μα  μαινάδες.  Ξεμαλλιασμένες ή  ουρλιάζοντας  με γυμνωμένα  τα  σπαθιά  στα  χέρια  χύθηκαν  να  φάνε  τους  οχτρούς. Οι  Αλβανοί μπροστά   σε   αυτό   το   θέαμα   των   μαχόμενων   γυναικών   έμειναν   κατάπληκτοιπανικοβλήθηκαν.  Έριξαν  τα  όπλα  κάτω  για  να  είναι  ελαφρότεροι  και  το  ’βαλαν  στα πόδια.

Η Μόσχω τους καταδιώκει, τρέχει προς τον πύργο που τον υπεράσπιζε ο ανιψιός της Κίτσος Τζαβέλας, τον βλέπει νεκρό. Η Μόσχω σκύβει, τον φιλάει, βγάζει την ποδιά της, του σκεπάζει το πρόσωπο και συνεχίζει την καταδίωξη. Ανάμεσα στις γυναίκες ήταν και η Σόφω η κόρη της Τζαβέλαινας”. Η Μόσχω πέθανε μεταξύ των ετών 1795-1803.

(Πηγή: https://docplayer.gr/15763147-I-preveza-sto-diava-oi-gynaikes-toy-21.html)

Φωτογραφία

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο