Η μυστική αποστολή Γάλλων αξιωματικών στην Κρήτη το 1783



Τη δεκαετία του 1770, αρκετοί Γάλλοι αξιωματικοί είχαν αποσταλεί στην Ανατολική Μεσόγειο σε μυστικές αποστολές στα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας για να συγκεντρώσουν πληροφορίες. Η Γαλλία φοβόταν μήπως από έναν μελλοντικό διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας θα επωφελούνταν η Ρωσία και η Αυστροουγγαρία. Έτσι, η Γαλλία έστελνε κατασκόπους στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου για να έχει πλήρη εικόνα για τις οχυρώσεις των Οθωμανών, τη στρατιωτική δύναμη, τους οικονομικούς προσόδους και τον πληθυσμό κάθε περιοχής.

Μέσα στο γενικότερο αυτό πλαίσιο κατασκοπίας, απεστάλησαν από τον Βασιλιά Λουδοβίκο ΙΣΤ΄ οι δύο Γάλλοι αξιωματικοί, Μπονεβάλ και Ντυμά στην Κρήτη.

Η στρατηγική σημασία της Κρήτης

Η μυστική αποστολή των Γάλλων αξιωματικών στην Κρήτη ήταν από τις πιο σημαντικές αποστολές της γαλλικής κατασκοπίας, καθώς το νησί θεωρούνταν ένα από τα πιο σημαντικά στρατηγικά σημεία της Ανατολικής Μεσογείου. Η διαταγή του Βασιλιά προς τους κατασκόπους του ήταν σαφής:

«Η νήσος Κάντια είναι ένα από τα κυριότερα σημεία που πρέπει ιδιαιτέρως να προσέξει ο Μπονεβάλ. Αλλά επιβάλλεται να εργαστεί με επιφυλακτικότητα για τις έρευνες που διατάσσεται να κάνει σ’ αυτό το νησί. Για να μην προκαλέσει ανησυχία και φόβο στους αξιωματούχους και στους υπηκόους του Μεγάλου Αφέντη (Σουλτάνου) θα εμφανιστεί σαν να μην έχει άλλο σκοπό, παρά μόνα τα ζητήματα τα σχετικά με το εμπόριο, που Γαλλία διεξάγει σ’ αυτό το νησί. Με το πρόσχημα ότι θέλει να γνωρίσει την κατάσταση στην οποία βρίσκεται το εμπόριο ύστερα από τον πόλεμο, θα συλλέξει όλες τις πληροφορίες, που μπορούν πράγματι να μας βοηθήσουν να γνωρίσουμε την κατάσταση του νησιού απ’ όλες τις πλευρές: στρατιωτική, οικονομική και εμπορική.

Θα επιδιώξει επίσης να γνωρίσει με ακρίβεια ποια μέσα τροφοδότησης μπορεί να προσφέρει η νήσος Κάντια. Εάν αυτό το νησί είναι αύταρκες, εάν είναι υποχρεωμένο να εισάγει ένα μέρος από τα είδη διατροφής [που χρειάζεται] από τα νησιά και από το Αρχιπέλαγος, από τις ακτές της Αιγύπτου. Τέλος, εάν θα μπορούσε να βρει κάποιος ευκολίες στο νησί επικουρίες για τα άλλα νησιά και τις γειτονικές ακτές, ώστε να τροφοδοτηθεί ένας στόλος από 15 ή 20 πολεμικά πλοία, που θα αγκυροβολούσε σ’ ένα από τα λιμάνια της Κάντιας».

Το ταξίδι

Η γαλλική αποστολή απέπλευσε με την κορβέτα «La Badine» από το λιμάνι της Τουλόν στις 5 Αυγούστου του 1783 με αρχικό προορισμό την Κωνσταντινούπολη. Κυβερνήτης ορίστηκε ο Μπονεβάλ και εκτός από τον Ντυμά, στο πλοίο βρισκόταν και ο μηχανικός του στρατού Chabaut de la Tour. Όμως, ούτε ο Chabaut de la Tour ούτε και οι συνεπιβάτες, που ταξίδευαν για την Κωνσταντινούπολη, γνώριζαν το παραμικρό για τον πραγματικό σκοπό του ταξιδιού.

Μετά από αρκετούς μήνες περιήγησης σε διάφορα λιμάνια και πόλεις, η μυστική αποστολή έφτασε στην Κρήτη. Στις 25 Οκτωβρίου η κορβέτα αγκυροβόλησε στον κόλπο της Σούδας. Αμέσως μετά άρχισαν οι προετοιμασίες για το οδοιπορικό του Ντυμά με κάθε μυστικότητα στο νησί, που επιβαλλόταν όχι μόνο από τους σκοπούς του ταξιδιού και την καχυποψία των Τούρκων, οι οποίοι την εποχή αυτή διέδιδαν ότι Κρήτη θα παραχωρούνταν στη Γαλλία, αλλά και από την αναρχία που επικρατούσε εκείνη την εποχή στην Κρήτη.

Οι Γάλλοι παρέμειναν 50 ημέρες στην Κρήτη, καταγράφοντας όλες τις πληροφορίες που χρειάζονταν και στη συνέχεια συνέταξαν μια αναφορά αυτής της «αναγνώρισης».

Οι πληροφορίες που συγκέντρωσαν οι Γάλλοι για την Κρήτη

Μέσα στο οδοιπορικό του Ντυμά, παρέχονται πληροφορίες για τις πόλεις και τα χωριά που επισκέφτηκαν, κυρίως με στρατιωτικό και τοπογραφικό περιεχόμενο, όπως για τις οχυρώσεις και τα λιμάνια. Οι Γάλλοι μελέτησαν την οχύρωση της κάθε πόλης, τα τείχη και τα φρούρια, για να γνωρίζουν με ακρίβεια πώς θα μπορούσαν να προσεγγίσουν διά θαλάσσης την κάθε πόλη σε περίπτωση εισβολής του γαλλικού ναυτικού.

Ακόμη, κατέγραψαν με ακρίβεια τις φρουρές και των αριθμό των γενιτσάρων, παρατηρώντας πως υπήρχε ισχυρή στρατιωτική δύναμη, ικανή να υπερασπιστεί το μεγαλύτερο κάστρο του Χάνδακα σε περίπτωση πολέμου.

Ο πληθυσμός του νησιού

Εκείνη την εποχή, οι κάτοικοι της πόλης των Χανίων υπολογίζονταν σε 15.000-16.000 ανθρώπους. Οι Γάλλοι υπολόγισαν πως οι περισσότεροι από αυτούς ήταν Τούρκοι. Στην πραγματικότητα, οι περισσότεροι Τούρκοι ήταν εξισλαμισμένοι Έλληνες Κρητικοί. Μεγαλύτερη πόλη της Κρήτης ήταν ο Χάνδακας με 30.000 κατοίκους, ενώ μικρότερη το Ρέθυμνο με 4.000 κατοίκους.

Ασφαλώς, δεν ήταν δυνατό να δοθεί ακριβής αριθμός των κατοίκων του νησιού. Οι πόλεις κατοικούνταν σχεδόν αποκλειστικά από Τούρκους, ενώ στις επαρχίες πλειοψηφούσαν οι χριστιανοί, οι οποίοι διέθεταν ακόμη μεγαλύτερη αριθμητική δύναμη στο νότιο τμήμα του νησιού.

Οι χριστιανοί που πλήρωναν χαράτσι το 1783 ανέρχονταν στις 40.000. Τα παιδιά των χριστιανών κάτω των 12 ετών, που δεν υποβάλλονταν σ’ αυτό το φόρο, έφταναν στις 20.000 και οι γυναίκες με τα κορίτσια στις 60.000. Γίνεται δηλαδή λόγος για έναν χριστιανικό πληθυσμό 120.000 ατόμων, που θεωρείται ίσος με τον αριθμό των μουσουλμάνων. Για τους τελευταίους οι υπολογισμοί δίνονται κατ’ εκτίμηση, επειδή δεν υπήρχαν φορολογικά δελτία για μουσουλμάνους: 60.000 κορίτσια και γυναίκες, 10.000 γέροντες, 20.000 παιδιά και 30.000 άνδρες ικανοί να φέρουν όπλα. Στην «αναγνώριση» σημειώθηκε ακόμη ότι οι χριστιανοί ελαττώνονταν συνέχεια και αυτό λόγω των μεταναστεύσεων και των γάμων των χριστιανών γυναικών με μουσουλμάνους. Στο νησί κατοικούσαν και αρκετοί Εβραίοι, που οι περισσότεροι είχαν συγκεντρωθεί στο Ρέθυμνο.

Οι μουσουλμάνοι της Κρήτης απολάμβαναν ιδιαίτερα προνόμια και επέβαλλαν τη θέλησή τους στη διοίκηση. Οι πιο ανυπότακτοι απ’ αυτούς ήταν οι Αμπαδιώτες, οι αραβόφωνοι μουσουλμάνοι που κατοικούσαν στις κοιλάδες νότια του Ψηλορείτη. Αυτοί ήταν άγριοι και με επιθετικές διαθέσεις, θεωρούνταν αρκετά επικίνδυνοι, ιδιαίτερα μάλιστα όταν σχημάτιζαν ομάδες. Το 1771 κατέλαβαν ένα αγγλικό πλοίο αγκυροβολημένο κοντά στο Τυμπάκι, προφανώς για να φορτώσει σιτάρι, και το λεηλάτησαν, αφού σκότωσαν το πλήρωμά του.

Από την άλλη μεριά, οι χριστιανοί κάτοικοι του νησιού ζούσαν σε άθλιες συνθήκες. Στερούνταν τα πολιτικά τους δικαιώματα και υφίσταντο καθημερινά ταπεινώσεις. Το μόνο που επιζητούσαν ήταν να απαλλαγούν από το ζυγό των Τούρκων, χωρίς όμως να πέσουν στα χέρια των Λατίνων. Οι μόνοι που εξασφάλιζαν κάποια «σκιά ελευθερίας» ήταν οι Σφακιανοί. Οι κάτοικοι αυτοί των Λευκών Ορέων διαιρούνταν σε καπετανάτα και μπορούσαν σε πολύ λίγο χρόνο να συγκεντρωθούν κάτω από τις διαταγές των αρχηγών τους. Παρά τις καταστροφές του 1770 και τις μεταναστεύσεις που ακολούθησαν, ενέπνεαν ακόμη φόβο στους Τούρκους, αφού 1.500 απ’ αυτούς ήταν ικανοί να φέρουν όπλα.



Η αγροτική παραγωγή

Τέλος, καταγράφηκε η αγροτική παραγωγή και το εμπόριο του νησιού. Παρά το γεγονός πως η Κρήτη παρήγαγε πολλά αγροτικά προϊόντα και το εύφορο έδαφος της Κρήτης μπορούσε να εξασφαλίσει αυτάρκεια αγαθών, εντούτοις το 1/4 των αγαθών που απαιτούνταν για την κατανάλωση εισαγόταν από άλλες περιοχές, όπως η Πελοπόννησος. Η οθωμανική διοίκηση δεν ενίσχυε ούτε την παραγωγή ούτε και το εμπόριο και τις εισαγωγές που γίνονταν στο νησί και τις εξαγωγές της Δυτικής Κρήτης τις έλεγχαν οι Γάλλοι.

Γαλλικοί εμπορικοί οίκοι των Χανίων συγκέντρωναν το λάδι και στη συνέχεια το φόρτωναν σε 15-20 πλοία των 150 τόνων με προορισμό τη Μασσαλία. Ακόμη, εξαγωγική δραστηριότητα εκδήλωναν και οι Βενετσιάνοι με τους Ραγουζιάνους, που διέθεταν προξενείο στο νησί, καθώς και Έλληνες, από τους οποίους αναφέρονταν οι Υδραίοι.

Πηγή: Μ. DUMAS – PH. DE BONNEVAL: «ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΤΗΣ ΝΗΣΟΥ ΚΡΗΤΗΣ»
Φωτογραφία

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο