Η κυριαρχία των Ελλήνων εμπόρων στην Κεντρική Ευρώπη τον 18ο και 19ο αιώνα

Οι Έλληνες στα χρόνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας διέπρεψαν ως έμποροι στον ευρύτερο χώρο της Βαλκανικής και της Αψβουργικής Αυτοκρατορίας. Από τους τόπους καταγωγής τους, τη Μακεδονία, τη Θεσσαλία και την  Ήπειρο βρέθηκαν στα κέντρα του διαμετακομιστικού εμπορίου στη Βόρεια Βαλκανική, στις αγορές της Τρανσυλβανίας και της Ουγγαρίας, στη Βουδαπέστη, στη Βιέννη και στην Τεργέστη.

Οι Έλληνες έμποροι υπήρξαν φορείς της εμπορικής επικοινωνίας μεταξύ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της Αψβουργικής Μοναρχίας, που εγκαινιάστηκε με τις συνθήκες του Κάρλοβιτς (1699) και του Πασάροβιτς (1718). Κατά κύριο λόγο, οι Έλληνες και κυρίως οι βλαχόφωνοι της Μακεδονίας και της Ηπείρου πρωτοστατούσαν μαζί με τους Σέρβους στα παζάρια των Βαλκανίων και συνιστούσαν μια ορθόδοξη κοινότητα που εξειδικευόταν στο εμπόριο μεταξύ της Κεντρικής Ευρώπης και της Ανατολής. Βέβαια, η οικονομική και εμπορική αυτή δραστηριότητα των Ελλήνων τους έφερνε συχνά σε σύγκρουση με τα τοπικά συμφέροντα, καθώς οι ντόπιοι έμποροι αδυνατούσαν να τους ανταγωνιστούν στο εμπόριο της Ανατολής και γι’ αυτό μεθοδεύτηκε η πολιτογράφησή τους ως Αψβούργοι υπήκοοι. Για να λάβουν, μάλιστα, οι Οθωμανοί υπήκοοι την Αψβουργική υπηκοότητα υποχρεώθηκαν με διατάγμα να μεταφέρουν την οικογένεια και όλη την περιουσία τους στη μοναρχία και να καταθέσουν όρκο πίστης.

Μάλιστα, παρά το γεγονός πως οι Έλληνες και οι Σέρβοι αποτελούσαν ορθόδοξη μειονότητα στην Αυτοκρατορία των Αψβούργων που η πλειοψηφία του πληθυσμού ήταν καθολικοί, δεν έλειπαν και οι μεταξύ τους συγκρούσεις. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Τεργέστης το 1780, όπου οι Έλληνες σε διάβημά τους προς τη Μαρία Θηρεσία διαμαρτύρονταν για το διορισμό Σέρβου ιερέα στην εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα. Οι Έλληνες θεωρούσαν πως αδικούνταν, καθώς το σύνολο των εμπορευμάτων που διακινούσαν οι ίδιοι ήταν τετραπλάσιο σε αξία από αυτό των Σέρβων και πως οι Σέρβοι ήταν αριθμητικά πολύ λιγότεροι στην Τεργέστη σε σχέση με τους Έλληνες.

Αντίστοιχη διαμάχη σημειώθηκε και στο Σεμλίνο, όπου υπήρχε μεγαλύτερη πλειοψηφία σερβικού πληθυσμού. Η θέση του Σεμλίνου ως ενδιάμεσου σταθμού στο διαμετακομιστικό εμπόριο μεταξύ Βαλκανίων και Κεντρικής Ευρώπης κατέστησε την πόλη μεταναστευτικό προορισμό των βλαχόφωνων Ελλήνων εμπόρων, που κατέφθασαν εκεί μετά την πρώτη καταστροφή της Μοσχόπολης. Οι νεοφερμένοι εντάχθηκαν στην κοινή ορθόδοξη αδελφότητα της πόλης, που διατηρούσε και σχολείο. Οι Βλάχοι ήταν βέβαια αριθμητικά λιγότεροι, ωστόσο αποτελούσαν την εμπορική ελίτ της πόλης και γι’ αυτό απαιτούσαν ισότιμη μεταχείριση με τους Σέρβους στα εκκλησιαστικά και εκπαιδευτικά ζητήματα.

Γενικά, ο ανταγωνισμός που επικρατούσε στο χώρο του εμπορίου σε συνδυασμό με τις κοινωνικές και τις πολιτιστικές αντιθέσεις μεταξύ Ελλήνων και Σέρβων έλαβε τη μορφή εθνοτικής διαμάχης, καθώς η κάθε ομάδα προσπαθούσε να εδραιωθεί στις νέες αγορές της Κεντρικής Ευρώπης.

Φωτογραφία: Σίμος Σίνας, επιχειρηματίας του 19ου αι. στη Βιέννη, με καταγωγή από τη Μοσχόπολη




Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο