Η κοινωνική σύνθεση του Πηλίου στα χρόνια της τουρκοκρατίας

Οι Δημητριείς, Δανιήλ Φιλιππίδης και Γρηγόριος Κωνσταντάς, στη «Γεωγραφία Νεωτερική περί της Ελλάδος» γράφουν για το Πήλιο:

«Ἡ χερσόνησος αὐτή εἶναι τό Πήλιο ὄρος τό πολυθρύλλητο εἰς τούς ποιητάς (…) Αἱ ἄκραις του εἶναι κατάπυκναις ἀπό δένδρα μεγάλα ὅλο ὀξειαῖς· παρακάτω εἶναι στολισμένο καί μέ ἄλλα διάφορα δένδρα (…) Πλέο παρακάτω εἶναι κατάφυτο ἀπό δένδρα διάφορα, κερασιαῖς, μηλιαῖς απιδιαῖς, δαμασκηνιαῖς, καρυδιαῖς, συκαῖς, ἀμπέλια καί ἄλλα, μάλιστα ἀπό συκαμιναῖς. Μέσα εἰς αὐτά τά κάρπιμα καί ἐπικερδῆ δάση φωλεύουν 24 χωριά (…)».

Αλλά και οι ξένοι περιηγητές που βρέθηκαν στο Πήλιο την εποχή της τουρκοκρατίας εντυπωσιάστηκαν από την ομορφιά του. Οι δύο Άγγλοι περιηγητές, ο Edward Dodwell και ο Urgkart που επισκέφτηκαν την περιοχή αυτή στα 1806 και 1839 αντίστοιχα, είχαν καταγοητευτεί. Θεωρούσαν το Πήλιο και τα χωριά του τόπο προνομιούχο, θαύμασαν τις δραστηριότητες των κατοίκων και ομολογούσαν πως πουθενά στην Ελλάδα δεν είχαν συναντήσει τόσο έξυπνους ανθρώπους και τόσες φυσικές ομορφιές.

Στο βιβλίο του Γιώργου Θωμά «Ο πολιτισμός του Πηλίου στα χρόνια της τουρκοκρατίας» βρίσκουμε πολύτιμες πληροφορίες για τον πληθυσμό του Πηλίου, τις ασχολίες του, τις παραδόσεις, τα έθιμα κ.ά.

Ο πληθυσμός

Στα χρόνια της τουρκοκρατίας, είναι ιστορικά βεβαιωμένο πως το Πήλιο δεν διακρινόταν για τον αμιγή πληθυσμό του. Μέχρι τα 1420 όμως υπήρχε μια μορφή ομοιογένειας στα χωριά που διατηρούσαν έναν αυτόχθονα πληθυσμό. Τέτοια χωριά ήταν κυρίως η Ζαγορά, το Προμίρι και το Τρίκερι, γιατί ο πληθυσμός τους προερχόταν από αρχαίους παραθαλάσσιους οικισμούς, που εγκαταλείφτηκαν γύρω στα 1420 – 1450 (ή και πιο πριν), από το φόβο των πειρατών. Τότε η κατάσταση αυτή έφτασε στο απροχώρητο, γιατί Σαρακηνοί πειρατές είχαν εγκατασταθεί στο απέναντι νησί της Σκοπέλου, σκορπώντας τρόμο στην περιοχή. Έτσι απ’ τα παράλια μεταφέρθηκε η ζωή στα ψηλώματα, μαζί με τις παλιές συνήθειες και τον πολιούχο του κάθε τόπου.

Οι μετακινήσεις αυτές των πληθυσμών προς τα μεσόγεια του βουνού που προσδιόρισαν τη διαμόρφωση νέων οικισμών, δεν είναι οι μοναδικές. Το ίδιο έγινε και στα παράλια του Παγασητικού.

Η τουρκική σκλαβιά έδιωξε επίσης τους κατοίκους στα ψηλώματα, όπου υπήρχαν πολλά μοναστήρια. Σιγά σιγά τα χωριά μεγάλωσαν και χτίστηκαν καινούργια. Όμως και εκεί η σκλαβιά, όσο περνούσε ο καιρός, γινόταν κάπως σκληρή, και αρκετοί Πηλιορείτες αναγκάστηκαν να εκπατριστούν. Υπάρχει μάλιστα και μια γραπτή είδηση κατατοπιστική της φυγής κάποιου Ανδρέα απ’ τα Κανάλια του ΒΔ Πηλίου τα 1643. Ο Καναλιώτης αυτός, «πολλάς παθών καταδιώξεις καί καταδρομάς παρά τοῖς ὀθωμανοῖς, ἐπροτίμησε τήν στέρησιν τῆς πολυστόνου πατρίδος του». Πήρε λοιπόν τη γυναίκα του και τα πέντε παιδιά του και έφυγε για τα Ψαρά όπου και έζησε.

Από το 1668 όμως τα πράγματα καλυτέρευσαν στο Πήλιο χάρη στα προνόμια που έδωσε ο σουλτάνος Μεχμέτ ο Δ‘. Ο σουλτάνος γοητευμένος από τις ομορφιές του βουνού, χάρισε τα χωριά ως ιδιοκτησία στην μητέρα του. Χάρη σ’ αυτήν την αυτονομία, στο Πήλιο μαζεύτηκαν άνθρωποι από πολλά μέρη της Ελλάδας. Ίσως σε ορισμένους οικισμούς οι μετανάστες να ήταν περισσότεροι από τους ντόπιους, αν λάβουμε υπόψη την παρατήρηση του Διαμαντή Μολοχάδη ότι οι ψυγάδες της Δημητριάδας και των Αγράφων ίδρυσαν κατά τον ΙΕ’ αιώνα τη Δράκια και τα υπόλοιπα μεγαλοχώρια του Πηλίου.

Με το πέρασμα των χρόνων, πλήθαιναν και οι φυγάδες σ’ ολόκληρο το Πήλιο. Υπάρχουν παραδόσεις στα χωριά που βεβαιώνουν τέτοιες μετοικίσεις Ηπειρωτών κυρίως. Είναι οι χρόνοι, που το καθεστώς των πασάδων στην Ήπειρο γινόταν δυσβάσταχτο, και πολλοί κάτοικοι εγκατέλειψαν τις εστίες τους αναζητώντας μια καλύτερη ζωή.

Η εγκατάσταση καινούργιων ανθρώπων στο Πήλιο έδωσε μια ώθηση στην οικονομική ζωή των χωριών και ανανέωσε τον λαϊκό πολιτισμό τους. «Σέ μιάν ὁρισμένη ὃμως ἐποχή, ἀπό τά μέσα τοῦ 17ου αἰώνα καί δῶθε –γράφει ο Γιάννης Κορδάτος– ἦρθαν κι ἂλλοι Ἠπειρῶτες καί δώσανε μέ τήν ἐνεργητικότητά τους, μεγάλη οἰκονομική ζωή στά χωριά τοῦ Πηλίου». Ο Κορδάτος παραθέτει ακόμη πως οι Ηπειρώτες αυτοί «ἐπηρέασαν καί τήν πηλιορείτικη γλώσσα». Έφεραν, λέει, και δημοτικά τραγούδια και τα διέδωσαν στα χωριά, μπολιάζοντας ακόμα στο γλωσσικό ιδίωμα του Πηλίου ηπειρώτικες λέξεις και φράσεις. Εξάλλου πολλοί Μοσχοπολίτες, γύρω στα 1760 -1770, ήρθαν και καταστάλαξαν στα χωριά του ανατολικού Πηλίου, φέρνοντας μαζί τους χρήματα πολλά, και σαν εξασκημένοι έμποροι και βιοτέχνες όπως ήταν, προώθησαν το εμπόριο και τη βιοτεχνία. Στην Άλλη Μεριά πάλι και στον Άνω Βόλο ήρθαν από παλιά κι εγκαταστάθηκαν βλάχοι.

Οι ξενομερίτες αυτοί μετέφεραν και μετέδωσαν στο Πήλιο και κάποιες προλήψεις και έθιμα της λαϊκής λατρείας. Στο Προμίρι και στην Κερασιά για παράδειγμα, κάτοικοι των Αγράφων μεταφέρανε την παράδοση για την περιάροση των χωριών με ζευγάρι δαμαλιών καθώς και την παράδοση των «υψωμένων δέντρων».

Στη Ζαγορά εξάλλου οι Κασανδρινοί Κοκοράκηδες μεταφύτεψαν το έθιμο της αποκριάτικης καμήλας, κι ίσως νησιώτες ή Μικρασιάτες να πλούτισαν την παράδοση του Πηλίου με το θρύλο της «Γριάς προδότριας». Άλλη παράδοση πάλι του Ανηλίου θέλει τους Ηπειρώτες Χατζηκοσμάδες ιδρυτές του παλιού μητροπολιτικού ναού στο χωριό.

Ωστόσο φαίνεται πως οι Πηλιορείτες δεν είδαν με καλό μάτι ορισμένους Ηπειρώτες και κυρίως αυτούς που μιλούσαν τη βλάχικη γλώσσα. Τους αποκαλούσαν λοιπόν περιφρονητικά «βλάχους», μια προσωνυμία που μέχρι τα νεότερα χρόνια προσκολλιούνταν σε άξεστους και λαϊκούς ανθρώπους στο Πήλιο. Η στάση αυτή των Πηλιορειτών υπονοεί μια υπερεκτίμηση της αξίας τους, που ίσως πηγάζει από μια συνείδηση ευγενικής καταγωγής και περηφάνειας από την προκοπή τους.

Το ότι οι πρόσφυγες Ηπειρώτες της Ζαγοράς είχαν τοποθετηθεί σε χαμηλά κοινωνικά στρώματα, φαίνεται κι από μια συμβολική επιγραφή σε λιθανάγλυφο του ναού «Άγιος Γεώργιος» Ζαγοράς από τα 1765. Σύμφωνα μ’ αυτή οι «βλάχοι» του τόπου έκαναν κόμμα και διεκδικούσαν εκείνη τη χρονιά την κοινοτική αρχή. Αλλά οι αριστοκράτες της Ζαγοράς αντιστάθηκαν για να μη χάσουν την εξουσία, έχοντας μαζί τους τη χάρη της Παναγίας.

Η επιγραφή: «ΙΔΕ Ζ (=Ζαγοριανοί) Κ ΙΔΕ Β (=Βλάχοι) ΠΩΣ ΚΟΙΤΑΖΟΥΣΙ Τ(ΗΝ) ΠΗΤΑ / ΠΟΤΕ ΝΑΒΓΟΥ (δηλαδή: να βγει) ΑΠΟ ΤΟΝ ΦΟΥΡΝΟ ΜΗ ΤΗΝ ΦΑΓΟΥΝ ΓΙΑ ΤΟΥΡΝΟ / ΚΑΙ ΟΡΜΟΥΝ ΟΛ (ΟΙ) Β (ΒΛΑΧΟΙ) ΓΙΑ ΝΑ ΦΑΓΩΣΙ ΤΗΝ ΠΗΤΑ / Κ ΑΝΘΙΣΤΑΤΑΙ Η Ζ (= Ζαγοριανοί) ΜΕ ΒΟΗΘΕΙΑΝ ΤΗΣ Θ(ΕΟΤΟΚΟΥ)/ ΕΩΣ ΙΠΙΤΑ ΝΑ ΚΡΥΩΣΗ ΚΑΙ (ΑΠ’) ΤΟΥΣ ΒΛΑΧΟΥΣ ΝΑ ΓΛΥΤΩΣ(Η) / – Ω ΑΓΙΕ ΓΕΩΡΓΙΕ ΠΡΕΣΒΕΥΕ ΥΠΕΡ ΠΑΝΤΩΝ / ΤΩΝ ΕΙΣ Τ(Η)Ν ΕΚΚΛΙΣΙΑΝ ΣΟΥ ΤΑΥΤΗΝ ΒΟΙΘΗΣΑ- ΝΤΩΝ / Ζσογ ΑΨΞΕ (= 1765)».

Οι κοινωνικές τάξεις

Πάντως οι κοινωνικές τάξεις στο Πήλιο, όπως και σ’ ολόκληρη τη Θεσσαλία, δεν ήταν γέννημα της τουρκοκρατίας. Υπήρξαν και στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Ήταν και τότε οι άρχοντες που κάτεχαν μεγάλα τμήματα γης, κι από την άλλη πλευρά υπήρξε το μέγα πλήθος που εργαζόταν σκληρά μέσα σε καθεστώς εξαθλίωσης και καταπίεσης. Άλλοι δούλευαν σε φεουδάρχες ιδιώτες κι άλλοι στα μοναστήρια, που διαφέντευαν κι αυτά μεγάλες εκτάσεις.

Το καθεστώς αυτό συνεχίστηκε και με την κατάκτηση του Πηλίου από τους Τούρκους. Οι καλλιεργητές της γης άλλαξαν αφεντικά, αλλά δεν βελτίωσαν τη ζωή τους, και από δουλοπάροικοι ονομάστηκαν κολλήγοι. Ο θεσμός του κολλήγου ήταν πιο εμφανής στα Λεχώνια, όπου στις αρχές του 10ου αιώνα όλες οι φαμίλιες των χριστιανών δούλευαν στα χωράφια και στους μπαχτσέδες των Οθωμανών. Με την επέκταση της οικονομικής δραστηριότητας των Πηλιορειτών πέρα από την πρωτογενή παραγωγή (17ος αιώνας), διαμορφώθηκαν τρεις τάξεις στο Πήλιο.

Στην πρώτη ανήκαν οι πολιτικοί και οι μεγαλοκτηματίες. Στη δεύτερη οι βιοτέχνες, οι πραματευτές, οι τεχνίτες, οι μικροκτηματίες, οι καραβοκύρηδες και οι ναύτες. Τέλος, στην τρίτη τάξη υπάγονταν οι υπάλληλοι (παραγιοί λέγονταν) σε ξένα σπίτια και χωράφια, οι ακτήμονες και οι αγωγιάτες.

Βέβαια δεν υπήρξαν στεγανά μεταξύ των τάξεων ούτε στο Πήλιο ούτε αλλού στην Ελλάδα ποτέ. Δεν υπήρξε δηλαδή αυστηρή κατάταξη του πληθυσμού στις τάξεις. Οι διακρίσεις γίνονταν με πολλούς τρόπους.

Πρώτα πρώτα, οι άρχοντες μόνο είχαν το δικαίωμα να ανακατεύονται στην πολιτική. Οι ίδιοι πάλι ήταν ανεβασμένοι σε μια θέση τιμής στο χωριό. Πρώτοι με την οικογένειά τους θα έσερναν το χορό στα πανηγύρια, και κανείς απ’ το λαό δεν μπορούσε να τους “κόψει τον κάβο” ή να πιαστεί ανάμεσά τους. Θα κάθονταν και σε καθίσματα αυτοί οι προύχοντες, αντίθετα με τους λαϊκούς ανθρώπους που στέκονταν όρθιοι, παρακολουθώντας τις χορευτικές εκδηλώσεις. Στη Ζαγορά και το Προμίρι, φυσικά και αλλού, σκάρωναν οι ξυλουργοί ειδική εξέδρα σε περίοπτο σημείο της πλατείας, για να κάθονται οι φαμίλιες των αρχόντων. Τιμητική θέση κρατούσαν και στα τραπέζια του γάμου ως καλεσμένοι, φυσικά και στην εκκλησία, άρχοντες και αρχόντισσες. Οι πρώτοι κοντά στο δεξιό και αριστερό αναλόγιο, οι δεύτερες πίσω απ’ τους προύχοντες του αριστερού αναλόγιου.

Ακόμη και στα μοναστήρια υπήρχε ειδικό κελί για τους άρχοντες, το αρχονταρίκι, όπου οι τελευταίοι καταλύανε στα πανηγύρια. Χωριστό οίκημα είχαν και στο χωριό για να συνάζονται και να κανονίζουν τις κοινοτικές υποθέσεις. Το έλεγαν και αυτό αρχονταρίκι. Εδώ απαγορευόταν να ζυγώνουν οι φτωχοί συγχωριανοί τους. Αν όμως ήταν ανάγκη να παρουσιαστούν, έπρεπε να βγάλουν τα παπούτσια τους και να περάσουν μέσα ξυπόλητοι, κάνοντας υπόκλιση, όπως και στους Τούρκους. Υπόκλιση έκαναν και όταν συναντούσαν άρχοντα στο δρόμο. Στο Ανήλιο μάλιστα έπρεπε οι περαστικοί να σταματήσουν δίπλα στον πύργο του μεγαλύτερου άρχοντα του χωριού Χατζηκοσμά, κι άμα ήταν καβάλα να ξεπεζέψουν, για να υποκλιθούν μπροστά στον άρχοντα.

Η ενδυμασία

Τέλος, ο κοινωνικός διαχωρισμός των πλουσίων στο Πήλιο εκφραζόταν και με την ενδυμασία. Άντρες και γυναίκες ντύνονταν με ρούχα, που δεν μπορούσαν να έχουν οι χωρικοί. Ποτέ ένας φτωχός δεν είχε το δικαίωμα να φέρνει ενδυμασία της ίδιας ποιότητας με κείνη του άρχοντα. Ακόμα και σε δικαιοπρακτικά έγγραφα τονίζεται η αρχοντιά: «(…) ἐπώλησα πρός τόν κύρ γιαννιόν, υἱόν τοῦ ἄρχοντα φιλιππάκη (…)».

Οι διακρίσεις αυτές –γράφει ο Κορδάτος– καλλιέργησαν με τον καιρό ένα μίσος στις λαϊκές τάξεις ενάντια στους κοτζαμπάσηδες, και πολλοί μην αντέχοντας την κατάσταση, έπαιρναν τα βουνά και γίνονταν κλέφτες ή έφερναν τους κλέφτες στα χωριά για να ληστεύουν τους προύχοντες. Τέτοια όμως αντίδραση των Πηλιορειτών δεν βεβαιώνεται από καμιά γραπτή πηγή. Ούτε και καμιά προφορική παράδοση την επαληθεύει. Αντίθετα αυτές οι κοινωνικές διακρίσεις, που έγιναν ισχυρές μέσα από τις δημοσιονομικές κυρίως πρακτικές των αρχόντων, ήταν σεβαστές τουλάχιστο στο Προμίρι και τη Ζαγορά, και οι απλοί χωρικοί αποδέχονταν παθητικά τη μοίρα τους. Οι ίδιοι είχαν συνειδητοποιήσει την ταπεινή τους θέση κι ανάλογα εκδηλώνονταν πάντοτε. «Ἀρχόντ’ σσις εἶνι –ομολογούσαν στο Προμίρι για τις γυναίκες των πλουσίων– κί τ’ς πρέπ’ νι ὅ, τ’ κι ἄν φουρέσ’ νι». Στο ίδιο χωριό πάλι, άμα καμιά, ξεφεύγοντας από το «γνώθι σ’ αυτόν», τολμούσε να μιμηθεί τη στολή της αρχόντισσας, άκουγε τα σχολιανά της: «Τά μούτρα τ’ς δέν εἶνι γιά τέτοιου φ’ στάν’. Δέ τ’ς πρέπ’ νι αὐτά ἀπ’ φουράει, πάει νά παραστήσ’ τ’ν ἀρχόντ’σσα, σά δέ ντρέπιτι».

Στη Ζαγορά εξάλλου με ευχαρίστηση και με συνείδηση της ταπεινής θέσης τους οι φτωχές Ζαγοριανές έστρωναν χαλιά στο δρόμο, για να πατάει απάνω και να πηγαίνει στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου την Κυριακή, η αρχόντισσα κυρία Αρχοντάκη.

Πάντως κριτήριο της αρχοντιάς δεν ήταν αναγκαστικά η οικονομική ευρωστία. Βασικό ρόλο έπαιζε η καταγωγή, το καλό «σόι», όπως έλεγαν. Ένα τέτοιο «σόι» είχε πάντοτε μια επιφάνεια αρχοντιάς, που επηρέαζε την κρίση στα διάφορα συνοικέσια, έστω κι αν έπεφτε κάποτε στη φτώχεια.

Μια άλλη μορφή κοινωνικής τάξης, που μπορεί να ενταχτεί χωρίς όμως να διαθέτει ηγετική θέση, ήταν ο κλήρος. Η επιφάνειά του ήταν αποτέλεσμα όχι της οικονομικής του ακμής –ίσα ίσα οι παπάδες των χωριών ζούσαν σε καθεστώς φτώχειας– αλλά της αβασάνιστης προσήλωσης των χωρικών στον ουρανό. Ο κλήρος ανέβαινε στα μάτια των ραγιάδων ως αντιπρόσωπος του Θεού. 

Πηγή: http://www.stavromana.gr/002kef-a-fys-hor.html

Φωτογραφία

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο