Η ιστορία της ζάχαρης, της γλυκιάς «αμαρτίας»

Στην Ελλάδα, από την αρχαιότητα, οι βασικές γλυκαντικές ύλες που χρησιμοποιούνταν για την παρασκευή των γλυκών ήταν το μέλι και το έψημα, το γνωστό στα νεώτερα χρόνια ως πετιμέζι. Η ζάχαρη για τους Αρχαίους Έλληνες ήταν για πολλούς αιώνες μια ουσία άγνωστη.

Το ζαχαροκάλαμο

Υπάρχει η υπόθεση ότι το ζαχαροκάλαμο χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον άνθρωπο στην Πολυνησία και από εκεί εξαπλώθηκε στην Ινδία. Όταν ο Βασιλιάς της Περσίας Δαρείος εισέβαλε στην Ινδία το 510 π.Χ., τότε ανακάλυψε «το καλάμι που δίνει μέλι χωρίς μέλισσες».

Το μυστικό του ζαχαροκάλαμου κρατήθηκε καλά φυλαγμένο, ενώ το τελικό προϊόν που προέκυπτε από την επεξεργασία του κοστολογούνταν σε πολύ υψηλή τιμή. Στη συνέχεια, τον 4ο αιώνα π.Χ. που ο στρατός του Μεγάλου Αλεξάνδρου εκστράτευσε στην Ινδία, ανακάλυψαν και οι Έλληνες το «καλάμι που δίνει μέλι χωρίς μέλισσες».

Η διάδοση όμως του μυστικού αυτού φυτού που παρείχε μια ακριβή γλυκαντική ουσία, τη ζάχαρη, συνέβη αιώνες μετά, με την επέκταση των αραβικών φυλών κατά τον 7ο μ.Χ. αιώνα. Όταν εισέβαλαν στην Περσία το 642 μ.Χ. έμαθαν να καλλιεργούν το ζαχαροκάλαμο καθώς επίσης και να παράγουν απ’ αυτό τη ζάχαρη. Καθώς η επέκτασή τους συνεχιζόταν, οι Άραβες καθιέρωσαν την παραγωγή ζάχαρης και σε άλλες χώρες που κατέκτησαν, συμπεριλαμβανομένης της Βόρειας Αφρικής και της Ισπανίας.



Οι Ευρωπαίοι γεύονται τη ζάχαρη

Οι λαοί της Δυτικής Ευρώπης ανακάλυψαν κι αυτοί τη ζάχαρη χάρη στις σταυροφορίες μετά τον 11ο αιώνα. Όταν οι σταυροφόροι επέστρεψαν στις πατρίδες τους, έκαναν λόγο γι’ αυτό το «νέο μπαχαρικό», τονίζοντας πόσο ευχάριστο ήταν στη γεύση.

Η πρώτη καταγραφή της ζάχαρης έγινε στην Αγγλία το 1099. Στους αιώνες που ακολούθησαν σημειώθηκε μια σημαντική επέκταση του εμπορίου της Δυτικής Ευρώπης με την Ανατολή συμπεριλαμβανομένης και της ζάχαρης. Έχει καταγραφεί, για παράδειγμα, ότι η ζάχαρη ήταν διαθέσιμη στο Λονδίνο για «δυο σελίνια η λίβρα» το 1319 μ.Χ. Αυτό ισοδυναμεί με 100$ ανά κιλό σε σημερινές τιμές, γεγονός που οδηγεί στο συμπέρασμα πως ήταν μεγάλη πολυτέλεια.

Τον 15ο μ.Χ. αιώνα, η ευρωπαϊκή ζάχαρη τελειοποιήθηκε στη Βενετία. Κατά τον ίδιο αιώνα, ο Κολόμβος κατέπλευσε στην Αμερική, στο «Νέο Κόσμο». Έχει καταγραφεί ότι το 1493 πήρε φυτά ζαχαροκάλαμου για να καλλιεργηθούν στα νησιά της Καραϊβικής, που ονομάστηκαν έτσι νησιά ζάχαρης. Το κλίμα ήταν τόσο ευνοϊκό για την ανάπτυξη του ζαχαροκάλαμου που γρήγορα εγκαταστάθηκε και βιομηχανία.

H ζάχαρη εισαγόταν ακατέργαστη και γινόταν καθαρισμός της στις ραφινερίες που είχαν ανεγερθεί κυρίως κοντά στα μεγάλα ευρωπαϊκά λιμάνια. H Γαλλική Επανάσταση και το ηπειρωτικό εμπάργκο που επέβαλε η Γαλλία στα αγγλικά πλοία εμπόδιζαν την εισαγωγή της ζάχαρης από ζαχαροκάλαμο. Έτσι, προέκυψαν αυστηροί περιορισμοί στην κατανάλωση, γι’ αυτό κρίθηκε αναγκαίο να βρεθεί ένα ευρωπαϊκό φυτό, από το οποίο θα έβγαινε ζάχαρη όπως από το ζαχαροκάλαμο.

Ήδη το 1747 ο MARGGRAF, Γερμανός χημικός, απέδειξε ότι στο κτηνοτροφικό τεύτλο περιέχεται η ίδια ζάχαρη που βγαίνει από το ζαχαροκάλαμο. 25 χρόνια αργότερα, ο συμπατριώτης του ACHARD επανέλαβε και τελειοποίησε τα πειράματά του. Έτσι, το 1900 η ζάχαρη από τεύτλο αντιπροσώπευε το 63% της παγκόσμιας παραγωγής. Το τωρινό ποσοστό είναι 40% για τη ζάχαρη του τεύτλου και 60% για τη ζάχαρη του ζαχαροκαλάμου.

Η ιστορία της ζάχαρης στην Ελλάδα

Tο 1842 ιδρύθηκε το πρώτο ελληνικό ζαχαρουργείο κοντά στο χωριό Kαινούργιο της Λοκρίδας, ύστερα από σύμβαση που υπέγραψε το 1839 το Eλληνικό Δημόσιο με Γαλλοβελγική Eταιρεία. H εταιρεία όμως χρεωκόπησε και η προσπάθεια εγκαταλείφθηκε.

Μερικές δεκαετίες αργότερα, το 1892, θεμελιώθηκε το «ΣAKXAPOΠOIEION XPHΣTAKH B. ZΩΓPAΦOY» στη Λαζαρίνα της Θεσσαλίας. Λειτούργησε από το 1894 μέχρι το 1909 και η συνολική παραγωγή ζάχαρης πλησίασε τους 8.000 τόνους. O σκληρός ανταγωνισμός της ξένης ζάχαρης και η αδυναμία καταπολέμησης των ζωικών εχθρών των τεύτλων ήταν οι κύριοι λόγοι που οδήγησαν το ζαχαρουργείο σε κλείσιμο.

Tο 1960 ιδρύθηκε η «Eλληνική Bιομηχανία Zάχαρης A.E.» με έδρα τη Θεσσαλονίκη. Την αμέσως επόμενη χρονιά, λειτούργησε το πρώτο εργοστάσιο στη Λάρισα, το 1962 στο Πλατύ και το 1963 στις Σέρρες. H δυναμικότητα επεξεργασίας τεύτλων των 3 πρώτων εργοστασίων ήταν 2.000 τόνοι το 24ωρο. Tο 1972 λειτούργησε το τέταρτο εργοστάσιο στην Ξάνθη και το 1975 το πέμπτο εργοστάσιο στην Oρεστιάδα με δυναμικότητα 3.000 τόνων τεύτλων το 24ωρο το καθένα.

Το 2002 στην ιδιοκτησία της ΕΒΖ πέρασε το ζαχαρουργείο του ZABALJ στη Σερβία, με δυναμικότητα εκχύλισης 4.500 τόνων και στις αρχές του 2003 ολοκληρώθηκε η αγορά και του δεύτερου ζαχαρουργείου CRVENKA στη Σερβία, με δυναμικότητα εκχύλισης 6.000 τόνων.

Από το 2006 με τη λειτουργία των εργοστασίων Πλατέος, Σερρών και Ορεστιάδας το σύνολο της ονομαστικής δυναμικότητας των εκχυλίσεων ανέρχεται σε 17.400 τόνους τεύτλων.

Tα εργοστάσια επεξεργάζονται τεύτλα από τα τέλη Αυγούστου μέχρι τα τέλη Νοεμβρίου – αρχές Δεκεμβρίου όλο το 24ωρο χωρίς διακοπή. Τον υπόλοιπο χρόνο το τακτικό προσωπικό ασχολείται με τη συντήρηση των μηχανημάτων, με βελτιώσεις και προσθήκες νέου εξοπλισμού καθώς και την προετοιμασία για την επόμενη καμπάνια. Στην περίοδο λειτουργίας προσλαμβάνεται έκτακτο προσωπικό στα εργοστάσια.

lib.auth.gr

ebz.gr

 








Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο