Η ιστορία της βαμβακοκαλλιέργειας στη Θεσσαλία

Στη Θεσσαλία, από την αρχαιότητα ακόμη, πηγή πλούτου ήταν η καλλιέργεια σιτηρών. Σε αρχαία νομίσματα του 5ου αιώνα π.Χ. της Σκοτούσας, μιας ισχυρής πόλης μεταξύ της Λάρισας και των Φερών, απεικονίζεται ένα στάχυ, θέλοντας με τον τρόπο αυτό να δηλώσει τη βασική πηγή πλούτου της που ήταν η καλλιέργεια των σιτηρών.

Στα νεότερα όμως χρόνια εισήχθη η βαμβακοκαλλιέργεια, που μέχρι σήμερα αποτελεί μια από τις σημαντικότερες καλλιέργειες στη Θεσσαλία και γενικά στον ελλαδικό χώρο.

Η προέλευση του βαμβακιού

Το βαμβάκι πρωτοήρθε στην Ελλάδα από την Ασία κατά την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Η καλλιέργεια του βαμβακιού στην Ελλάδα αναφέρεται από τον Παυσανία το 2ο μ.Χ. αιώνα με την ονομασία «βύσσος» και τον 18ο αιώνα αποτελούσε, με τη μορφή νήματος, σπουδαίο εξαγωγικό προϊόν.

Η λέξη «βάμβαξ» καθιερώθηκε τον 10ο αιώνα και αναφέρεται στο λεξικό της Σούδας, το οποίο γράφτηκε την εποχή εκείνη. Η χρήση του βαμβακιού αρχικά και αργότερα η καλλιέργεια του φυτού διαδόθηκε στον ελλαδικό χώρο πιθανότατα από τη Συρία, την Κύπρο ή την Αίγυπτο και σημείωσε αξιόλογη ανάπτυξη μετά το 1500.

Μεγάλη έκταση άρχισε να καταλαμβάνει από τον 18ο αιώνα, περίοδο κατά την οποία η αγροτική παραγωγή συνδεόταν όλο και περισσότερο με την εξωτερική αγορά. Στο δεύτερο μισό του αιώνα, η βαμβακοκαλλιέργεια ήταν μία από τις βασικές αγροτικές καλλιέργειες των τσιφλικιών της Θεσσαλίας.

Η βαμβακοκαλλιέργεια κατά την τουρκοκρατία

Κατά το τελευταίο τέταρτο του 18ου αιώνα, η καλλιέργεια βάμβακος επεκτάθηκε σε όλη την πεδινή ζώνη της νοτιοδυτικής και κεντρικής Θεσσαλίας, την οποία σχηματίζουν οι πεδιάδες των Τρικάλων, της Καρδίτσας, των Φαρσάλων, της Λάρισας και του Τυρνάβου. Μικρότερη έκταση καταλάμβανε στην πεδιάδα του Αλμυρού, νοτιοανατολικά της Λάρισας, καθώς και στην περιοχή της Αγιάς και του Βόλου στη Μαγνησία.

Τα Αμπελάκια, η Τσαρίτσανη, ο Τύρναβος και η Αγιά ευημερούσαν χάρη στο βαμβάκι. Το βαμβάκι συνιστούσε κατά το τελευταίο τέταρτο του 18ου αιώνα μία από τις βασικές πια καλλιέργειες στη θεσσαλική πεδιάδα. Η ζώνη της βαμβακοκαλλιέργειας εκτεινόταν στην νοτιοδυτική και κεντρική Θεσσαλία, στην «άνω» και «κάτω» θεσσαλική πεδιάδα και συνέπιπτε σχεδόν με τη ζώνη των δημητριακών.

Στο ετήσιο πανηγύρι των Φαρσάλων στις 15 Σεπτεμβρίου, οι έμποροι της περιοχής πουλούσαν μεγάλες ποσότητες ακατέργαστου βαμβακιού και νήματος. Επίσης, σημαντικές ποσότητες βαμβακιού, που προέρχονταν από ολόκληρη τη Θεσσαλία, πουλούνταν στο πανηγύρι της Λάρισας.

Την ανάπτυξη του βαμβακιού στη Θεσσαλία μαρτυρεί και η μεγάλη πρόοδος της χειροτεχνικής και βιοτεχνικής παραγωγής βαμβακερών νημάτων και υφασμάτων. Από τα μέσα του 18ου μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα η ανατολική, κυρίως, Θεσσαλία συγκέντρωνε ένα εξαιρετικά μεγάλο αριθμό εργαστηρίων παραγωγής κόκκινου βαμβακερού νήματος.

Οι βιοτεχνίες που χρησιμοποιούσαν ως πρώτη ύλη το βαμβακερό νήμα βρίσκονταν κυρίως στη βορειο-ανατολική Θεσσαλία. Οι βιοτεχνίες κατασκευής μάλλινων υφασμάτων εντοπίζονταν στην περιοχή του Πηλίου και τη δυτική Θεσσαλία. Επίσης, τα μεταξωτά υφάσματα απασχολούσαν τον πληθυσμό ολόκληρης της ανατολικής περιοχής. Η παρουσία της βιοτεχνίας μικτών —συνδυασμός βαμβακερού και μεταξωτού νήματος— υφασμάτων, λειτουργούσε προς την κατεύθυνση της σύμπτωσης του κύκλου των βαμβακερών με τον αντίστοιχο των μεταξωτών.

Στην περιοχή της Αγιάς είχαν ιδρυθεί «συντροφίαι» ήδη από το 1759 και το 1763, δηλαδή τοπικές οικονομικές ενσωματώσεις οι οποίες εμπορεύονταν λευκό βαμβακερό νήμα και μετάξι καθώς επίσης ασχολούνταν, όπως και τα Αμπελάκια, με τη βαφή και εκμετάλλευση κόκκινων νημάτων.

Συγκεκριμένα, «Συνεταιρισμός Αγιάς» οργανώθηκε το 1759  από τον Χατζηϊωάννου και από τον Χατζηγεωργίου το 1763, που λειτούργησαν μέχρι το 1809.  Αλλά και μετά τη διάλυσή τους παρασκευάζονταν μεταξωτά  και βαμβακερά υφάσματα.

Η μεταφορά των νημάτων στις βαλκανικές χώρες και στην Κεντρική Ευρώπη γινόταν με καραβάνια. Από την πώληση των νημάτων, η Αγιά έπαιρνε εργαστηριακά είδη, υαλικά, χρυσαφικά, φαρμακευτικά προϊόντα, υφάσματα κ.ά. Μαζί με την Αγιά, αξιόλογη εμπορική και βιοτεχνική κίνηση γνώρισαν κατά την ίδια χρονική περίοδο η Ρέτσιανη (Μεταξοχώρι), η Ανατολή (Σελίτσιανη), η Νιβόλιανη (Μεγαλόβρυσο) και η Αθανάτη (Μελίβοια).

Μαρτυρίες ξένων περιηγητών

Ο Βρετανός Robert Walpole (1781-1856) υπήρξε κλασικός φιλόλογος και συγγραφέας. Επισκέφτηκε την Ελλάδα μάλλον το 1803, διότι την ίδια χρονιά αναχώρησε από την Αθήνα και διά μέσου της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας, έφθασε στην Κωνσταντινούπολη, πραγματοποιώντας ενδιάμεσες στάσεις στη Λάρισα, στην Κοιλάδα των Τεμπών, στη Θεσσαλονίκη, στο Άγιο Όρος και στην Καβάλα.

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΠΕ∆ΙΑ∆ΟΣ ΤΩΝ ΦΑΡΣΑΛΩΝ

(…) Ο ταξιδιώτης δεν μπορεί παρά να διαπιστώσει πως η πεδιάδα όπου έλαβε χώρα η μάχη της Φαρσάλου, είναι τώρα κατάφυτη με βαμβακοκαλλιέργειες. Η πεδιάδα αυτή, όπως αναφέρει ο Αππιανός, βρίσκεται «μεταξύ Φαρσάλου τε πόλεως και Ενιπέως ποταμού». Ο ποταμός Ενιπέας ρέει στον Απιδανό ο οποίος, στη συνέχεια, ενώνεται με τον Πηνειό (…). (Clarke, Travels, VII, 337, σημ. 5)

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΛΑΡΙΣΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΟΤΑΜΟΥ ΠΗΝΕΙΟΥ

 (…) Ο ποταμός Πηνειός ρέει στα δυτικά και βόρεια της πόλης και διασχίζεται από μία πέτρινη γέφυρα με πολλές καμάρες. Ο Προκόπιος αναφέρει πως ο ποταμός που διαβρέχει την πόλη αυτή μεταμορφώνεται σε ένα ασθενές ρεύμα το οποίο ρέει προς τη θάλασσα «εύ μάλα προσηνώς». Ο ίδιος συγγραφέας περιγράφει την περιοχή ως εξαιρετικά γόνιμη και καλά αρδευόμενη. Πράγματι, καμία πεδιάδα στην Ελλάδα δεν θα μπορούσε να είναι τόσο γόνιμη και παραγωγική όσο αυτή της Λάρισας, ιδιαίτερα στην παραγωγή καλαμποκιού και βαμβακιού. Εξακολουθεί να είναι η Larissae…campus opimoe του Οράτιου.

Μεταξύ των ετών 1871 και 1872 ο γεωλόγος Henri Claude Gorceix πραγματοποίησε δύο, τουλάχιστον, επισκέψεις στη Θεσσαλία, κατά τη διάρκεια των οποίων επισκέφθηκε οικισμούς της θεσσαλικής πεδιάδας, του Ολύμπου, της Όσσας και των Χασίων. Ο Gorceix παραθέτει πληροφορίες για τις καλλιέργειες και τα παραγόμενα αγροτικά προϊόντα: «Το κριθάρι και το καλαμπόκι καλλιεργούνται σχεδόν παντού, μια και το καλαμπόκι αποτελεί τη βάση της διατροφής του πληθυσμού των χωριών της υπαίθρου, αφού η λέξη ψωμί, όπως τουλάχιστον την γνωρίζουμε εμείς, είναι περίπου άγνωστη στους κατοίκους.

Η καλλιέργεια του σιταριού και του βαμβακιού εξασφαλίζει, κατά κανόνα, καλή παραγωγή, ενώ οι αμπελώνες παράγουν εξαιρετικής ποιότητας σταφύλια, κατάλληλα για την δημιουργία κρασιού καλής ποιότητας με ελαφριά γεύση. ∆υστυχώς όμως, η κατάσταση που επικρατεί σήμερα στη γεωργία, καθώς λείπουν οι ευκαιρίες για εξαγωγές, τα παραγόμενα προϊόντα προορίζονται υποχρεωτικά για την επιτόπια κατανάλωση.

Ο πληθυσμός στα τσιφλίκια είναι αποκλειστικά ελληνικός. Οι οθωμανοί ιδιοκτήτες τους αναθέτουν την διαχείρισή τους σε Αλβανούς, οι οποίοι εποπτεύουν τα χωριά και αποτελούν το ‘δεξί χέρι’ των αφεντικών τους».

Πηγές: atlasthessalias.culture.gr

Στέργιος Γ. Τάτσιος, ΑΘΗΝΑ 2011. “Η ΠΑΙΔΕΙΑ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΧΡΟΝΟΥΣ 1800 – 1881 ΚΑΙ Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΗΣ ΤΟΠΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ”.

ΠΑΝΑΓΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ, Ιωάννινα 1994. “ΠΑΡΑΓΩΓΗ – ΕΜΠΟΡΙΟ ΚΑΙ ΜΕΤΑΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΒΑΜΒΑΚΙΟΥ ΣΤΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ (τέλη 18ου-αρχές 20ου αι.)”

ΘΕΣΣΑΛΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ, ΤΟΜΟΣ 60ός, ΛΑΡΙΣΑ 2011.

dspace.aua.gr

 docplayer.gr

Φωτογραφία

  Ιωάννινα 1994