Η επανάσταση του 1878 στα χωριά του Μαυροβουνίου Θεσσαλίας

Η Θεσσαλία και η περιοχή της Άρτας ενσωματώθηκαν στο ελληνικό κράτος το 1881, μετά την απόφαση που έλαβαν οι μεγάλες δυνάμεις στο συνέδριο του Βερολίνου. Ήδη όμως από το 1878 οι υπόδουλοι Έλληνες –Θεσσαλοί, Ηπειρώτες, Μακεδόνες και Κρήτες– μαζί με εθελοντές από το ελεύθερο κράτος ξεσηκώθηκαν και οργάνωσαν επαναστατικά κινήματα. Οι εξεγέρσεις αυτές απέβλεπαν στο να προσφέρουν στην ελληνική διπλωματία τα επιχειρήματα εκείνα που θα στήριζαν τις ελληνικές διεκδικήσεις στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

Στη Θεσσαλία, εθελοντές και ντόπιοι επαναστάτες προσπαθούσαν να θέσουν υπό τον έλεγχό τους όλες τις ορεινές περιοχές, για να περικυκλώσουν τη θεσσαλική πεδιάδα από όλες τις πλευρές. Τα κύρια σημεία στήριξης της επιχείρησης αυτής ήταν η περιοχή του Αλμυρού στο νότο, τα όρη Πήλιο και Όσσα στα ανατολικά και η οροσειρά της Πίνδου στα δυτικά.

Μέσα σ’ αυτόν τον γενικό ξεσηκωμό για την απελευθέρωση της Θεσσαλίας και την ενσωμάτωση αυτής στο ελληνικό βασίλειο, τα χωριά του Μαυροβουνίου διαδραμάτισαν πρωταγωνιστικό ρόλο. Στις αρχές του Φεβρουαρίου του 1878 έφθασαν εθελοντές επαναστάτες από την ελεύθερη Ελλάδα στο Κεραμίδι και στο Σκλήθρο και μαζί με τους ντόπιους σχημάτισαν επαναστατικές ομάδες. Η ομάδα του Κεραμιδίου αποτελούνταν από 80 άτομα με αρχηγούς τους Γεώργιο Γιαννάκη και Κωνσταντίνο Αβραάμ, και ταυτόχρονα η ομάδα του Σκλήθρου αποτελούνταν από 40 άτομα με ηγέτες τους Κωνσταντίνο Κουνετά και Γεώργιο Κωνσταντό. Στη συνέχεια, όλοι αυτοί ενώθηκαν με τους επαναστάτες της Βουλγαρινής, της σημερινής Ελάφου, όπου πρωτοστατούσε ο Θεόδωρος Κολωνιάτης ή Τσιλιπίτσαρης.

Με ορμητήριο πια τη Βουλγαρινή, οι επαναστάτες είχαν σκοπό να επιτεθούν στον τουρκικό στρατό που ήταν συγκεντρωμένος στο χωριό Κουκουράβα, τη σημερινή Αμυγδαλή. Ο Τσιλιπίτσαρης διέταξε τους Γιαννάκη, Κουνετά, Αβραάμ και Κωνσταντό να κινηθούν μαζί με τους Βουλγαρινιώτες προς τα ανατολικά της Κουκουράβας μέσω της Μονής Καμπάνας, που βρισκόταν επάνω στο βουνό. Από τους Βουλγαρινιώτες επαναστάτες πρωτοστατούσαν οι: Γρηγόριος Τζίκας, Νικόλαος Βασβανής, Γεώργιος Παπαθανασίου, Θεοδ. Μπαλταγιάννης, Ιωαν. Παπαγεωργίου, Αθαν. Ευσταθίου και ο Δημήτριος Μακρής. Μάλιστα, οι επαναστάτες έλαβαν την εντολή να οχυρωθούν και να μην πυροβολήσουν, αν δεν ακούσουν το δικό του σώμα να μάχεται μαζί με τους καπετάνιους Γαρέφη, Κατσούδα, Χαρίση και τον γιατρό Παπακώστα.

Από την άλλη μεριά, πολλοί Τούρκοι είχαν εισβάλει στην Κουκουράβα, οι οποίοι μάλιστα έστησαν και ένα κανόνι έξω από το χωριό. Οι 200 Θεσσαλοί επαναστάτες βρέθηκαν σε μία άνιση μάχη που διήρκεσε τρεις ώρες, καθώς είχαν να αντιμετωπίσουν 2.500 χιλιάδες στρατιώτες του τουρκικού στρατού. Ο αρχηγός των Τούρκων διέταξε επίθεση προς τους επαναστάτες που βρίσκονταν στη θέση «Κοτρώνι» και «Μπρατς’ Μυγδαλιά» και τότε ο Τσιλιπίτσαρης αναγκάσθηκε να υποχωρήσει. Μετά το τέλος της μάχης, οι επαναστάτες αποσύρθηκαν στη Βουλγαρινή και άλλοι έφυγαν για τα χωριά τους. Δυστυχώς, η μοίρα για τους ηγέτες του Σκλήθρου ήταν τραγική. Ο Κωνσταντός σκοτώθηκε επάνω στη μάχη στη θέση «Κοτρώνι» και ο Κουνετάς τραυματισμένος συνελήφθη από τους Τούρκους, οι οποίοι στη συνέχεια τον βασάνισαν σε σημείο να τον κατακρεουργήσουν.

Ο τουρκικός στρατός μετά το τέλος της μάχης ενισχύθηκε από Γκέκηδες, Αρβανίτες, Ζουμπέκιδες και Κεσερλιώτες, και αργά τη νύχτα άρχισαν τη λεηλασία της Κουκουράβας και το πλιάτσικο στα σπίτια των κατοίκων. Μετά τη μάχη της Κουκουράβας, όλο το μένος του τουρκικού στρατού στράφηκε κατά της Βουλγαρινής, οδηγώντας και στη σφαγή των 10 μαρτύρων που είχαν πρωτοστατήσει στην επανάσταση.

Ο Αμούς Αγάς κινούμενος προς τη Βουλγαρινή μαζί με πολλούς Τούρκους από το Αληφακλάρ (το Καλαμάκι) και τον Εμίν Αγά, στο μέσο της διαδρομής κοντά στη Μονή Καμπάνα, προέβησαν στη στυγερή δολοφονία των 10 προκρίτων της Βουλγαρινής. Οι Τούρκοι οδηγώντας τους Βουλγαρινιώτες σε μια απότομη χαράδρα, σχημάτισαν έναν κύκλο και άρχισαν να τους σουβλίζουν με τις λόγχες έναν έναν, ξεκινώντας πρώτα από τα μάτια. Έπειτα, μάζεψαν τις σορούς των θυμάτων και τις έκρυψαν σε έναν λάκκο σκεπάζοντάς τες εκ του προχείρου με κλαδιά, για να μην γίνει γρήγορα αντιληπτό το έγκλημα που διέπραξαν. Άλλωστε, είχε γίνει γνωστό πως ερχόταν στην περιοχή ο ανταποκριτής των «Times» του Λονδίνου, ο Όγλ, μαζί με τον μετέπειτα δήμαρχο του Δήμου Κασθαναίας, Ιωάννη Βογιατζή. Ο τόπος της σφαγής ονομάζεται ακόμη και σήμερα ως «Σκοτωμένοι» και φημολογείται πως για πολύ καιρό μετά το αποτρόπαιο έγκλημα ακούγονταν ο θρήνος και οι φωνές των μαρτύρων, πράγμα που προκαλούσε τον τρόμο στους διαβάτες.

Τα επόμενα χρόνια, μετά την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας στο ελληνικό κράτος, με το βασιλικό διάταγμα της 31ης Μαρτίου 1883 τα χωριά του Μαυροβουνίου σχημάτισαν το Δήμο Κασθαναίας με έδρα το Κεραμίδι. Ο Δήμος Κασθαναίας είχε συνολικό πληθυσμό 3.369 κατοίκους και απαρτιζόταν από τα εξής χωριά: 1) Κεραμίδι, με πληθυσμό 1.140 κατοίκους, 2) Αληφακλάρ, με πληθυσμό 121 κατοίκους, 3) Καστρί, με πληθυσμό 67 κατοίκους, 4) Βουλγαρινή, με πληθυσμό 523 κατοίκους, 5) Σκλήθρον, με πληθυσμό 570 κατοίκους, 6) Πολυδένδρι, με πληθυσμό 118 κατοίκους, 7) Βένετον, με πληθυσμό 335 κατοίκους και 8) Κουκουράβα, με πληθυσμό 495 κατοίκους.

Πηγές: Πολιτικές και στρατιωτικές επαναστατικές προετοιμασίες στη διετία 1876 – 1878.
Η ΕΞΕΓΕΡΣΙΣ BOYΛΓΑΡΙΝΗΣ 1878
Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΟΥΚΟΥΡΑΒΑΣ
Φωτογραφία: Καπετάν Γαρέφης




Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο