Η Επανάσταση του 1821 στην Αγιά Λάρισας

Με την έναρξη του Αγώνα για ελευθερία το 1821, τη φλόγα της Επανάστασης στην ανατολική Θεσσαλία την άναψαν πρώτοι οι Πηλιορείτες, έτσι και το ξέσπασμα της Επανάστασης στην περιοχή της Αγιάς αποφασίστηκε από τους ηγέτες της εξέγερσης στο Πήλιο.

Ο φλογερός πρωτεργάτης της επανάστασης και μεγάλος δάσκαλος του Γένους Άνθιμος Γαζής έστειλε επιστολή-προκήρυξη προς στο λαό και τους δημογέροντες της Ζαγοράς, των Φερών και της Αγιάς: «Προς τους λαούς της Ζαγοράς, των Φερών και της Αγιάς: Φιλογενέστατοι δημογέροντες, πραματευταί, καραβοκυραίοι, ιερείς, τεχνίται και γεωργοί..»

Η ενίσχυση του κινήματος της Αγιάς με ενόπλους αποφασίστηκε από τους καπεταναίους του Πηλίου, Μήτρο Μπασδέκη και Δημήτρη Χατζηρρήγα, που κατάγονταν κι οι δύο από τη Μακρινίτσα. Έτσι ο Χατζηρρήγας επικεφαλής σώματος 100 ανδρών πέρασε από το Μοναστήρι της Σουρβιάς στην (παλιά) Μιτζέλα κι από εκεί στο Κεραμίδι, όπου ενισχύθηκε από μια μικρότερη ομάδα ενόπλων, 30 ατόμων, που είχε επικεφαλής τον Γ. Μόσκοβο ή Μοσκοβάκη από το Κεραμίδι και κατευθύνθηκαν στα αγιώτικα χωριά για να ξεσηκώσουν τους ντόπιους.

Σκοπός τους ήταν, ξεσηκώνοντας την επαρχία της Αγιάς, να απασχολήσουν τα τουρκικά στρατεύματα εκεί, για να ευδοκιμήσει η επανάσταση στο Πήλιο. Όμως δυστυχώς γι’ αυτούς τα πράγματα δεν πήγαν όπως τα περίμεναν. Πολλοί κάτοικοι της περιοχής, επηρεασμένοι από τους πλούσιους Αγιώτες και τους «νομιμόφρονες» αρματολούς της Όσσας, έδειξαν προβληματισμένοι φοβούμενοι την αντίδραση των Τούρκων, ενώ πολύ λιγότεροι έδειξαν ενθουσιασμό. Σε ορισμένα πάντως χωριά της περιοχής το σάλπισμα του Χατζηρρήγα είχε αποδέκτες σύσσωμους τους κατοίκους.

Ο λαός του Πολυδεντρίου, της Σκήτης, της Αθανάτης (Μελίβοιας), της Καρίτσας και του Σκλήθρου άρπαξε τα όπλα και ακολούθησε τους επαναστάτες. Όμως δυστυχώς για τους Έλληνες ραγιάδες εμφανίστηκε στην περιοχή ισχυρή τουρκική δύναμη ενισχυμένη μάλιστα με τις ομάδες δύο αρματολών της περιοχής, του Ντεληγιάννη από τη Σελίτσανη (Ανατολή) και του Κωσταρά από τη Νιβόλιανη (Μεγαλόβρυσο). Η αποφασιστική μάχη δόθηκε κοντά στο Κερμελί (Πρινιά).



Το σχέδιο του Χατζηρρήγα ήταν να κρατήσουν έστω το πέρασμα του Αϊ-Νικόλα του Φονιά. Όμως, επειδή ο Κωσταράς, παλιός κατσικοκλέφτης κατά τον Γ. Κορδάτο, ήξερε τα περάσματα, τους χτύπησε απ’ τα πλάγια. Μην μπορώντας να αντέξουν τα πλαγιομετωπικά χτυπήματα οι επαναστάτες, υποχώρησαν στην περιοχή του Σέσκλου. Πολλοί ιστορικοί συγγραφείς, όπως ο Κορδάτος κι ο Σακελλίωνας, θεωρούν υπαίτιο της αποτυχίας των επαναστατών τον Γεώργιο Χατζηδημητρίου ή Χατζημήτρο που είχε τον ανώτερο δυνατό τίτλο για Χριστιανό, αυτόν του Βιλαέτ-κοτσάμπαση.

Ο Χατζημήτρος ήταν βαμβακέμπορος. Αγόραζε κάθε Σάββατο το βαμβάκι της περιοχής Αγιάς και Πλατυκάμπου (Τοπουζλάρ), από τους παραγωγούς ή μικροεμπόρους, που έρχονταν για το σκοπό αυτό στην Αγιά, και στη συνέχεια το μεταπουλούσε στα υφαντουργεία της Ρέτσιανης (Μεταξοχώρι), της Δέσιανης (Αετόλοφος), της Αγιάς, κ.ά. Συνέπεια των εμπορικών προσόδων του κατόρθωσε να πλουτίσει και να αποκτήσει όνομα στην ευρύτερη περιοχή. Έτσι ο Αλή Πασάς, που έμαθε για τη σπουδαιότητα αυτού του Αγιώτη δεν δίστασε να τον προσεταιριστεί δίνοντάς του το μεγαλύτερο δυνατό αξίωμα. Χαρακτηριστική απόδειξη της δουλοπρέπειας και της υπακοής του Χατζημήτρου στον Αλή Πασά των Ιωαννίνων είναι και το ακόλουθο μπουγιουρντί, που διασώζεται από το αρχείο του Αλή Πασά.

Φυσικό, λοιπόν, ήταν για τον πλούσιο Αγιώτη να φοβάται την επέκταση της επανάστασης στην περιοχή του, γιατί θα ήταν υπόλογος στον Αλή πασά, πράγμα που δεν επιθυμούσε και δεν είχε σκοπό να συγκρουστεί με του Τούρκους.

Το λάθος ή μάλλον η αφέλεια του αρχιεπαναστάτη Χατζηρρήγα ήταν πως όταν έφτασε στην Κουκουράβα (Α. Αμυγδαλή), έστειλε προσωπική επιστολή στο Χατζημήτρο, ζητώντας του να ξεσηκώσει τους συμπατριώτες του. Είχε πιστέψει, πάνω στον ενθουσιασμό του πως ο κοτσάμπασης της περιοχής με συμφέροντα ταυτιζόμενα, σε γενικές γραμμές με τους Οθωμανούς, ήταν δυνατόν να ακολουθήσει το δρόμο της εξέγερσης.

Ο Χατζημήτρος, λοιπόν, για να μην παίξει το κεφάλι του κορώνα γράμματα, όχι απλά δεν έδρασε υπέρ της επανάστασης, αλλά παρέδωσε την επιστολή του καπετάνιου στον Σεΐχη του τεκέ του Τουρκοχωρίου (Νερόμυλοι), που ονομαζόταν Σερίφ και ήταν παντοδύναμος στην ευρύτερη περιοχή της Λάρισας. Ο Σερίφ, μόλις διάβασε το γράμμα, συνέστησε στον Αγιώτη κοτσάμπαση να συμβουλεύσει τους Αγιώτες να παραδώσουν τα όπλα τους στους Τούρκους για να αποφύγουν τα βέβαια αντίποινα. Έτσι συμμορφώθηκε ο Χατζηρρήγας, κι οι Αγιώτες μπροστά στον κίνδυνο της σφαγής αποδέχτηκαν την παράδοση των όπλων τους. Έτσι εξελίχτηκαν τα πράγματα στην επαρχία της Αγιάς.

Ο Γ. Σακελλίωνας δικαιολογεί τη στάση του Αγιώτη Χατζημήτρου με επιχειρήματα, που θα μπορούσαμε κι εμείς να τα αποδεχτούμε, όχι όμως χωρίς ενδοιασμούς: 1ο αν ο Χατζημήτρος συνεργούσε στην επανάσταση, δεν είχε τη στρατιωτική δυνατότητα να προσφέρει αποφασιστική βοήθεια, ενώ θα γινόταν υπαίτιος σφαγής. 2ο οι αρματολοί της περιοχής, που ήταν και οι μόνοι αξιοπόλεμοι, ήταν «προσκυνημένοι».

Ο Χατζηρρήγας, μετά τη μάχη στο Κερμελί, έφυγε προς το Σκλήθρο, όμως κι εκεί αφού αντιμετώπισε σε αψιμαχία το τουρκικό απόσπασμα, αναγκάστηκε να υποχωρήσει νοτιότερα για τη Μακρυνίτσα. Εκεί σε μια αποφασιστικής σημασίας για το Πήλιο μάχη, πολέμησε με γενναιότητα. Μετά την ήττα των επαναστατών κινήθηκε προς το Τισσαίο όρος με σκοπό να περάσει στη Σκιάθο. Όμως κάποιοι Τρικεριώτες τον σκότωσαν και τον έριξαν σε μια ασβεσταριά.



Ο J. J. Bjiornstahl στην περιοχή του Κισσάβου και της Αγιάς στα τέλη του 18ου αιώνα

«Στις 14 Ιουνίου ανέβηκα μαζί με το γενίτσαρό μου στην κορυφή της Όσσας. Η θέα ήταν πολύ ωραία προς τον Όλυμπο και τα Τέμπη. Περάσαμε από κάμποσα χωριά κι ύστερα από 5 ώρες ταξίδι με φοβερή ζέστη φτάσαμε στο τουρκικό χωριό Ντεϊρμέν Ντερεσί, όπου ρωτήσαμε να μάθουμε για την περίεργη σπηλιά και την πέτρα με την επιγραφή, που έπρεπε να βρισκόταν εκεί κοντά.

Όμως οι Τούρκοι δεν είχαν ιδέα για όλα αυτά. (…) Το ταξίδι συνεχίστηκε ως το Μπουσγούτς, χριστιανικό χωριό αλλά χωρίς εκκλησία. (…) Στις 15 Ιουνίου είχα πυρετό και κοιμήθηκα σχεδόν όλη τη μέρα. Μη βρίσκοντας άλογα, βρέθηκα στην ανάγκη να οδέψω ως το άλλο χωριό, Ορμάν Τσιφλίκ. Παρόλη την αδυναμία που είχα, πήγα ωστόσο να δω κάποιο ερηπωμένο χωριό, που λέγεται Κασαμπά (Χασάμπαλη). Εκεί υπάρχουν μερικά τείχη αλλά καμιά επιγραφή. Το μέρος αυτό ερειπώθηκε γιατί έλειπε το νερό. (…)

Στις 17 Ιουνίου συνέχισα το ταξίδι μου για το Καστρί ή Παλιόκαστρο. (…) Οι Τούρκοι το λένε Καστρίτσκιοϊ ή Κεσσερίτσκιοϊ. Βρίσκεται πάνω σε μεγάλο ύψωμα κι από τα τείχη φαίνεται ότι χωρίς αμφιβολία κρατάει από την εποχή των αρχαίων Ελλήνων. Εκεί πάνω βρίσκονται δυο στέρνες, αλλά καμιά επιγραφή. Έχουν κτίσει και μια εκκλησία του Αγίου Γεωργίου. (…)

Έπειτα περάσαμε από το ελληνικό χωριό Ντεσέν (Δέσιανη), τουρκικά Μπουγιούκ-κιοϊ, που έχει εκατό σπίτια και τέσσερις εκκλησίες. Φεύγοντας από το χωριό αυτό περάσαμε έναν κάμπο (Το Δώτιον πεδίο της Αρχαιότητας), που σε ομορφιά ξεπερνάει τα Τέμπη.

Ύστερα από μιας ώρας ταξίδι φτάσαμε στο ελληνικό χωριό Γένιτσα (Αγιά), που βρίσκεται στα πόδια του Κισσάβου. Είναι αρκετά μεγάλο, έχει 400 σπίτια και οχτώ εκκλησίες. Ο πληθυσμός υπολογίζεται με περίπου πέντε άτομα το κάθε σπίτι, δηλαδή γύρω στις δυο χιλιάδες. Εμπορεύονται μετάξι, βαμβάκι, σιτάρι κ.ά.

Αναπαύτηκα τη νύχτα εδώ, και στις 18 Ιουνίου πήγα να δω τη Μονή Πανταλέων (Ι. Μ. Αγίου Παντελεήμονος), μισή ώρα δρόμο από δω. Η εκκλησία είναι αρκετά μεγάλη και ωραία, με θόλο που κάποτε ήταν σκεπασμένος με μολύβι, αλλά οι Τούρκοι το έχουν αφαιρέσει.(…)

Στις 19 Ιουνίου άφησα τη Γένιτσα, ανεβαίνοντας τον Κίσσαβο. Περάσαμε από διάφορα χωριά, ενώ η θέα άνοιγε όλο και πιο πολύ. Κόνεψα σ’ ένα μοναστήρι, που βρίσκεται σε κάποιο φαράγγι του βουνού. Το μοναστήρι λέγεται Παναγία της Γεννέσεως και έμεναν εκεί 5 ως 5 καλόγεροι. Μέσα η εκκλησία έλαμπε από χρυσάφι. Όμως κανένα χειρόγραφο. Το ταξίδι συνεχίστηκε στο χωριό Σεϊλίτσανη, δυόμισι ώρες δρόμο. Βρίσκεται πάνω στο βουνό, έχει 300 σπίτια και 4 εκκλησίες καθώς άλλες 4 έξω στα περίχωρα. Οι κάτοικοι είναι χειροτέχνες. Η θέα πανοραμική. Βλέπεις τη θάλασσα και το Άγιον Όρος, ακόμα και τη λίμνη Κάρλα Σου και τον κάμπο της Λάρισας. (…)

Στις 20 Ιουνίου συνέχισα την ανάβαση στο βουνό. Περάσαμε ακριβώς από την κορυφή, που έχει σχήμα κώνου. Είναι το καθαυτό μέρος του βουνού που λέγεται Όσσα και οι νεώτεροι Έλληνες το ονομάζουν Κίσσαβο. Οι Τούρκοι το λένε Σιβρί νταγ. (…) Ύστερα από δυο ώρες φτάσμε στο χωριό Σπηλιά, όπου βρίσκονται πολλά σπήλαια και πολλές βρύσες με δροσερό νερό».

(J. J. Bjiornstahl Το οδοιπορικό της Θεσσαλίας 1779, μτφρ. Μεσεβρινός, εκδ.“Τα τετράδια του Ρήγα”, α΄ έκδοση, Θεσ/κη, 1979, σσ.127-130.)

Πηγές:

Ηπειρωτικά Χρονικά, Τεύχος 14, 1939

Από την οριστική οθωμανική κατάκτηση (1423) και τη ζοφερή Τουρκοκρατία έως την απελευθέρωση του μεγαλύτερου τμήματος της Θεσσαλίας (1881) ΚΩΝ. Α. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ

Φωτογραφία 

 








Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο