Η δολοφονία των Σκουμπραίων στη λίμνη Ιωαννίνων το 1909

Οι Σκουμπραίοι αποτελούσαν μία συμμορία ληστών που ταυτόχρονα υπηρετούσαν τη ρουμανική προπαγάνδα σε Θεσσαλία, Ήπειρο και Μακεδονία στις αρχές του 20ού αιώνα. Το καλοκαίρι του 1909, οι βλαχόφωνοι αυτοί ληστές και πράκτορες της Ρουμανίας εμφανίστηκαν στα Ιωάννινα, καθώς είχαν πετύχει αμνηστία από τις τουρκικές αρχές για τα προηγούμενα εγκλήματά τους κι έτσι μπορούσαν να εμφανιστούν δημόσια στην πόλη των Ιωαννίνων.

Η εντολή που έλαβε η συμμορία Σκουμπραίων – Μποτάσηδων, του Βασίλη και Κωνσταντίνου Μποτάση από τη Θεσσαλία, ήταν να μεταβούν από τα Γρεβενά στα βλαχοχώρια του Ζαγορίου και να αναλάβουν δράση. Αρχικά, τα μέλη της συμμορίας εμφανίστηκαν στα χωριά Βωβούσα, Λάϊστα, Τσερνέσι και Φλαμπουράρι, όπου με απειλές και βία έδιωξαν τους Έλληνες δασκάλους από τα ελληνικά σχολεία.

Στη συνέχεια, μετέβησαν στο Μέτσοβο και από εκεί στα Ιωάννινα, όπου με την ανοχή των τοπικών αρχών έγιναν δεκτοί με ενθουσιασμό και χειροκροτήματα από τους Τουρκαλβανούς και τους Τουρκογιαννιώτες. Οι ρουμανίζοντες ληστές μάλιστα έπαιρναν τον καφέ τους δύο φορές την ημέρα στο γραφείο του αρχηγού της χωροφυλακής, Ζιά-Βέη.

Όλοι όσοι ζούσαν τότε στα Ιωάννινα μαρτυρούσαν πόσο ταπεινώθηκε ο ελληνικός πληθυσμός της πόλεως των Ιωαννίνων εκείνες τις έξι ημέρες του Ιουνίου 1909 που παρέμειναν στην πόλη οι Σκουμπραίοι και οι δύο Μποτάσηδες: με τις λερωμένες φουστανέλες, με τους πτυχωτούς μανδύες και με περίστροφα στη ζώνη, περιφέρονταν καταμεσής της αγοράς, πηγαίνοντας πάνω κάτω στο σαράι για να επισκεφτούν τον Μερκέζ Καϊμακάμη και τον αρχηγό της χωροφυλακής Ζιά – Βέη.

Κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στην πόλη των Ιωαννίνων, οι προύχοντες και οι δημογέροντες, μυημένοι στην Ηπειρωτική Εταιρεία, εμφανίζονταν ιδιαιτέρως ενοχλημένοι από την προκλητική τους παρουσία. Μάλιστα, στις μυστικές τους συναντήσεις συζητούσαν και κατέστρωναν σχέδιο για την εξόντωση αυτών των εχθρών του ελληνισμού. Έτσι τελικά, ανέθεσαν σε δύο νησιώτες να τους σκοτώσουν.

Στις «Αναμνήσεις ενός Ηπειρώτου Αγωνιστού», του Αθανάσιου Τσεκούρα, Γιαννιώτη τεχνίτη και εμπόρου, μέλους του Ηπειρωτικού Κομιτάτου, περιγράφεται παραστατικά η δολοφονία των Σκουμπραίων στις 17 Ιουνίου 1909.

Αθανάσιος Τσεκούρας

«1909. Με το νέο τουρκικό σύνταγμα αμνηστεύονται όλοι, ό,τι και αν έχουν κάνει. Αμνηστεύονται και οι ληστές –οι Σκουμπραίοι, που τους είχε βγάλει στο κλαρί η ρουμανική προπαγάνδα, για να τρομοκρατούν το Κουτσοβλαχικό στοιχείο στα Ζαγόρια και στην περιοχή της Δυτικής Πίνδου και να το αναγκάσουν να γίνει, άθελά του, όργανό της.

Οι Σκουμπραίοι ληστές 7-8 πουλημένα κορμιά –αυτοί που δολοφόνησαν στη Βωβούσα πριν από μερικά χρόνια τους μυλωνάδες αδερφούς Μπελτζαίους, Γιώργη και Κώστα. Τώρα, το 1909, έχουνε πάρει κι αυτοί αμνηστία. Τα εγκλήματά τους έχουν να κάνουν όλα με το ελληνικό στοιχείο, έχουν συγχωρεθεί και γυρίζουν όπου θέλουν, αρματωμένοι σαν αστακοί, χωρίς να φοβούνται κανένα. Κατεβαίνουν στις πόλεις. Γυρίζουν στα καφενεία και στις ταβέρνες καμαρωτοί καμαρωτοί κι ανέγγιχτοι σαν ήρωες πολέμου νικηφόρου.

Πάνε ολούθε. Έρχονται και στα Γιάννενα. Γιατί όχι; Οι Τούρκοι τους καλοπιάνουν τώρα, όχι κρυφά, όπως ως χθες, αλλά φανερά και με καμάρι. Και όχι χωρίς λόγο. Τους θέλουν για πρωτοπαλίκαρα στο δικό τους κομιτάτο –που το ετοιμάζουν με φούρια και βιασύνη.

Αυτά τα παλιοτόμαρα –τους Σκουμπραίους– τους πρωτοείδα  ένα Σάββατο πρωί, κατά το κολατσιό.

Στέκονταν και οι οχτώ αραδιαστοί απέναντι από το μαγαζί το δικό μου κι έξω από κάτι εβραίϊκα. Η παρουσία τους μαθεύτηκε. Η αρματωσιά τους και το αγριωπό παρουσιαστικό τους περίεργα. Ο κόσμος μαζεύτηκε γύρω τους και χάζευε μαζί τους. Πήγα κι εγώ.

Την περιέργεια του κόσμου, να τους γνωρίσει από κοντά, την πήραν από την ανάποδη τα πρωτοπαλίκαρα εκείνα. Νόμιζαν ότι τους θαυμάζουν. Κι άρχισαν να αυτοπαινεύονται –να λένε τα βρομερά τους έργα έξω στα χωριά και να βρίζουν.

“Γ… την Όλγα”, έλεγε ο ένας.

“Μ… τον Γιώργο…”, φώναζε ο άλλος.

“Και εκείνον … τον…” συμπλήρωνε ο τρίτος.

Όλος ο κόσμος είχε φρενιάσει με τα βρομόλογά τους. Αλλά τι να κάνανε; Άοπλος αυτό, αρματωμένοι σαν αστακοί εκείνοι. Κατάπινε το θυμό του και φοβέριζε από μέσα του.

Στο τέλος δεν βαστάξαμε. Πήγαμε μια επιτροπή στον Πρόξενό μας. Του είπαμε την ιταμή προκλητικότητα των Σκουμπραίων στην αγορά κι εκείνος πήγε αμέσως στον Βαλή και διαμαρτυρήθηκε. Του είπε ότι οι Σκουμπραίοι πάνε να δημιουργήσουν φασαρία στην αγορά. Προκαλούν τους Έλληνες και πρέπει να λάβει μέτρα, ώστε να μην γίνουν τίποτε έκτροπα.

Ο Βαλής πρόσεξε τα λόγια του Προξένου μας και έστειλε αμέσως ανθρώπους του και τους έπεισαν να σηκωθούν και να φύγουν όχι μόνο από εκεί αλλά και από τα Γιάννενα.

Έφυγαν τότε οι Σκουμπραίοι αλλά δεν άργησαν να ξαναγυρίσουν. Σε λίγες μέρες να τοι και πάλι στα Γιάννενα στο ίδιο μέρος και τούτη τη φορά και περισσότερο προκλητικοί. Είχαν αποθρασυνθεί κι έπρεπε να πάρουν μια απάντηση τσουχτερή από μας –από το Κομιτάτο το δικό μας. Όχι από τους Τούρκους.

Αυτό έπρεπε να κάνουμε. Το αποφασίσαμε και το βάλαμε μπροστά. Αποφάσισε το Κομιτάτο να εξοντωθούν τα παλιοτόμαρα εκείνα, που είχαν κατατυραννήσει δικούς μας τόσα χρόνια ατιμωρητί. Το αποφάσισε και το έκανε. Την πρώτη φορά ανέλαβε την εξόντωσή τους ο αρχηγός μας ο Κρεμμύδας. Τους έστησε καρτέρι στο γνωστό πέρασμά τους –στο στενό Ντουραχάν– στην Παναγιά απέναντι από το Νησί, μα δεν τους πρόλαβε. Του ξέφυγαν.

Μετά ανέλαβαν τη δουλειά οι εταίροι του Κομιτάτου, νησιώτες βαρκάρηδες Κων. Καναβιάρης και Γιάννης Τζαφάς. Έστησαν το καρτέρι τους στο ίδιο στενό. Πέσανε οι ληστές στη φάκα. Οι αρχηγοί τους έμειναν στον τόπο και από τους άλλους μόνο μερικοί γλίτωσαν πληγωμένοι. Τους φέρανε στα Γιάννενα στο νοσοκομείο και τους γιάτρεψαν οι Τούρκοι.

Οι Τούρκοι για τον σκοτωμό των Σκουμπραίων πιάσανε πολλούς δικούς μας. Όλοι τους όμως ήταν άσχετοι και με την εκτέλεση και με το Κομιτάτο. Από εκείνους που σκότωσαν τους Σκουμπραίους δεν έπιασαν κανένα. Ούτε κανένα μυημένο στο Κομιτάτο.

Το ξολόθρεμα των Σκουμπραίων –στο στενό της Παναγιάς Ντουραχάν– το παρακολούθησα από μακριά. Ήξερα και τον τόπο και την ώρα που θα γινόταν. Ανέβηκα από νωρίς στο ύψωμα Αναματζάϊ. Είχα μαζί μου και τον ωρολογά, τον Λούσια, που δούλευε στο μαγαζί μου. Αυτός δεν ήξερε τίποτα. Πήγαμε στο ύψωμα τάχαμ’ για περίπατο. Καλοκαίρι ήταν –ανεβήκαμε να πάρουμε αέρα και δροσιά.

Νύχτωσε. Σουρούπωσε για τα καλά. Πήγε εφτά. Πήγε οχτώ κι οχτώμισυ. Έφτασε εννιά η ώρα κι εμείς εκεί. Ο Λούσιας μού λεγε διάφορα δικά του. Εγώ όμως δεν άκουγα τίποτα. Είχα τ’ αυτιά μου και το νου μου στη δουλειά που ήξερα και περίμενα.

Σε μια στιγμή αντήχησαν στ’ αυτιά μας οι πρώτες μπαταριές. Το τουφεκίδι άρχισε. Ήταν κοντά εννιάμισυ. Σε μισή ώρα είχε τελειώσει.

Μωρέ, πολλά ντουφέκια πέφτουν, μου έλεγαν οι γνωστοί μου Τούρκοι που βρίσκονταν απάνω στο ύψωμα.

Κυνηγοί θα ναι, τους έλεγα εγώ.

Μπα! Δεν πρόκειται για κυνήγι, ξανάλεγαν, γιατί απαγορεύεται αυτή την εποχή.

Την άλλη μέρα άρχισαν ανακρίσεις και συλλήψεις. Έφτασε η υπόθεση στο δικαστήριο. Στην ανάκριση με φώναξαν και μένα. Μήπως ήμουν κι εγώ ανακατεμένος στον σκοτωμό. Στο τέλος μ’ αφήσανε. Είχα γερό άλλοθι. Είχα τους Τούρκους που κουβέντιαζα μαζί τους πάνω στο ύψωμα –κοντά στο τζαμί Αναματζάι– την ίδια ώρα που ακουγόταν το τουφεκίδι του σκοτωμού. “Άλλοθι” ατράνταχτο!

Και από τους άλλους δεν δικάστηκε κανένας και τους αφήσανε όλους. Έτσι οι ρουμανίζοντες πήγαν σαν τα σκυλιά στ’ αμπέλι. Όπως τους άξιζε».

Φωτογραφία

Πηγές:

Δ. Σαλαμάγκας. Καθώς χάραζε η λευτεριά. 1963 Β’ Μέρος 1904-1914

Αθανασίου Δημ. Τσεκούρα. Από του 98ου υψώματος, (Αναμνήσεις ενός Ηπειρώτου Αγωνιστού), Αθήνα 1979. «Οι Σκουμπραίοι εξολοθρεύονται», σελ. 124-129

Spyros Ploumidis. NUANCES OF IRREDENTISM:  THE EPIROTE SOCIETY OF ATHENS (1906-1912), p. 163