Η απελευθέρωση της Λάρισας 31 Αυγούστου 1881

Ύστερα από μακροχρόνιες διπλωματικές ενέργειες και διαβουλεύσεις του τότε πρωθυπουργού Αλεξάνδρου Κουμουνδούρου και των Θεοδώρου Δεληγιάννη και Αλεξάνδρου Ραγκαβή, που διετέλεσαν υπουργοί Εξωτερικών, απελευθερώθηκε η Θεσσαλία και η Άρτα το 1881.

Βέβαια, το γεγονός πως η Θεσσαλία και η Άρτα ενσωματώθηκαν στο ελληνικό κράτος κατόπιν διαβουλεύσεων στο Συνέδριο του Βερολίνου δεν σημαίνει πως οι Θεσσαλοί δεν είχαν αγωνιστεί για την ελευθερία τους. Άλλωστε, από το 1878 είχαν ήδη πάρει τα όπλα οργανώνοντας αντάρτικες ομάδες και συγκρουόμενοι με τον οθωμανικό στρατό ασκούσαν πιέσεις ώστε να οδηγηθούν κι αυτοί στη λευτεριά. Μια λευτεριά που τους την είχαν στερήσει οι Μεγάλες Δυνάμεις το 1854 παρόλο που οι ελληνικές δυνάμεις της Θεσσαλίας είχαν συντρίψει τον οθωμανικό στρατό στη μάχη της Καλαμπάκας.

Αλλά και όταν ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση το 1821, πρώτοι είχαν ξεσηκωθεί οι Πηλιορείτες παροτρύνοντας και τους υπόλοιπους Θεσσαλούς να πολεμήσουν για την ελευθερία της πατρίδας.



Ανατρέχοντας κανείς σε ιστορικές πηγές βρίσκει πως οι Θεσσαλοί μετείχαν σε όλα τα επαναστατικά κινήματα που οργανώθηκαν κατά την οθωμανική υποδούλωση. Το πρώτο επαναστατικό κίνημα εκδηλώθηκε μάλιστα αρκετά πρώιμα, στις αρχές του 15ου αιώνα, και κάλλιστα μπορεί να θεωρηθεί και ως η πρώτη επαναστατική κίνηση των υπόδουλων Ελλήνων ενάντια στον Τούρκο κατακτητή. Με την επέλαση των Μογγόλων στα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τη συντριβή του Βαγιαζίτ στην Άγκυρα το 1402, οι Θεσσαλοί πίστεψαν πως αυτή ήταν η κατάλληλη ευκαιρία για να επαναστατήσουν και να διεκδικήσουν την ελευθερία από τους δυνάστες τους. Έτσι, λοιπόν, οι κάτοικοι του Φαναρίου στη δυτική Θεσσαλία επαναστάτησαν το διάστημα μεταξύ της 11ης Ιουλίου και 30ής Σεπτεµβρίου του 1404 και σύντομα αυτή η επαναστατική ορμή εξαπλώθηκε σε ολόκληρη τη Θεσσαλία. Βέβαια, αυτή η επαναστατική κίνηση καταπνίχτηκε από τους Οθωμανούς και οι Θεσσαλοί εξακολούθησαν να είναι υποδουλωμένοι.

Στη συνέχεια, ακολούθησαν επαναστατικά κινήματα τον 17ο αιώνα και τον 19ο αιώνα. Οι Θεσσαλοί σήκωσαν το ανάστημά τους ενάντια στους Οθωμανούς το 1600, το 1610-1611, το 1684 και το 1808.

Απελευθέρωση της Λάρισας

Ο απελευθερωτικός στρατός με επικεφαλής τον στρατηγό Σκαρλάτο Σούτσο, κατέβηκε το βουνό «Όρθρη» και μέσω Τρικάλων μπήκε στη Λάρισα και η είσοδος δε του στρατού έγινε με ενθουσιώδη και θερμή υποδοχή.

Μετά την πατριωτική και ενθουσιώδη υποδοχή και βέβαια μετά την αποχώρηση του τουρκικού πληθυσμού για τον οποίον, όπως αναφέρεται η τουρκική κυβέρνηση, διέθεσε διά την μεταφοράν των γυναικοπαίδων και αποσκευών 300 φορτηγές άμαξες και 2.000 ζώα, ο στρατηγός Σούτσος παρέλαβε και τυπικά τη Διοίκηση της πόλης από τον Τούρκο στρατιωτικό Διοικητή Χιντέτ Πασά και στο Διοικητήριο, υψώθηκε μεγάλη Ελληνική σημαία, όπως και από τους κατοίκους σε σπίτια και μαγαζιά.

Μάλιστα, όπως αναφέρει ο δημοσιογράφος-ιστορικός Θρασύβουλος Μακρής, όταν ο παραπάνω Χιντέτ Πασάς περνούσε τη γωνία Κύπρου και Παπαναστασίου, που τότε ήταν ζαχαροπλαστείο, σκεπάστηκε στο πεζοδρόμιο από μια μεγάλη σημαία που την ώρα εκείνη κρεμούσε ο ζαχαροπλάστης ονόματι Σαρανταένας, οπότε θυμωμένος ο Τούρκος του είπε «Ιστέκα μπρε τζάνουμ να περάσω πρώτα και ύστερα βάλε ντέκα (δέκα) παντιέρες (σημαίες)».

Ο στρατός στρατοπέδευσε πρόχειρα. Το ορειβατικό πυροβολικό μέσα στον περιφραγμένο τότε χώρο του Φρουρίου. Το πεδινό πυροβολικό στο χώρο του Αλκαζάρ. Το Ιππικό στην συνοικία «Σάλια», δίπλα στον Πηνειό και το πεζικό έκανε καταυλισμό στον προ του Φρουρίου και του Μύλου του Παππά ανοιχτό τότε χώρο, πλην του 5ου Συντάγματος Πεζικού που στρατωνίστηκε σε ένα μεγάλο διώροφο οίκημα του Τούρκου Ζαφούρ-μπέη, που ήταν προ της κατάληψης Πολιτικός Διοικητής της Λάρισας.



Οι αξιωματικοί διέμεναν στο μοναδικό της εποχής ξενοδοχείο, που ήταν πίσω από την Εθνική Τράπεζα, όπου όπως αναφέρει πάλι ο ιστορικός Θρασύβουλος Μακρής, οι Λαρισαίοι τους φιλοξένησαν και παρέθεσαν γεύμα και δείπνον «Καθ’ ο οι φιλοξενούμενοι εγεύθησαν των περίφημων πεπονίων της Μπάκραινας (Γυρτώνης), των τιμπί-μπαντίκ σταφυλών (ποικιλία σταφυλιών) του Καζακλάρ (Αμπελώνος) και του ονομαστού της Ραψάνης μέλανος οίνου. Να σημειωθεί ότι στο 3ήμερο του πανηγυρισμού πάρα πολλοί στρατιώτες φιλοξενήθηκαν σε σπίτια Λαρισαίων, γιατί τους θεωρούσαν σαν αδέλφια τους και ότι η Επιτροπή της πόλης διέθεσε στους στρατιώτες πολλά αρνιά, 2.000 οκάδες κρασιού και μεγάλη ποσότητα τσιγάρων και καπνού.

Οι Λαρισαίοι είχαν επίσης προμηθευτεί κούκους (σκούφους) μαύρους, σε αντικατάσταση των κόκκινων, από τη στιγμή που πληροφορήθηκαν τις αποφάσεις των Μεγάλων Δυνάμεων. Ο συμβολισμός ήταν προφανής: οι κάτοικοι της πόλης ήταν αποφασισμένοι να αποτινάξουν το οθωμανικό παρελθόν τους και να δηλώσουν με κάθε τρόπο τη νέα τους ταυτότητα.

«H ΜΕΓΑΛΗ ΜΕΡΑ», από τον Θρασύβουλο Μακρή

«Εξημέρωσε τέλος η μεγάλη της απελευθερώσεως ημέρα, η Κυριακή, 31η Αυγούστου 1881, και η Λάρισσα με την Ελληνικήν και εορτάσιμον όψιν της ευρίσκεται από βαθείας νυκτός επί ποδός. Προ του Μητροπολιτικού, πενιχροτάτου τότε, ναού του Αγίου Αχιλλίου, εστήθη υπερύψηλος και πλατύτοξος αψίς, διακεκοσμημένη με κλάδους ημέρου δάφνης μετά ροδόχρωα άνθη της, και με ελληνικάς σημαίας και τοιαύτας των προστατίδων Δυνάμεων, ετέρα δε ομοία εις την Πύλην Τρικκάλων (όπου νυν το μέγα Στρατιωτικόν Νοσοκομείον), δι’ης θα εισήρχετο ο Στρατός.

Ο μακαρίτης νεαρός τότε φαρμακοποιός Κωνσταντίνος Αστεριάδης (αδελφός του ιατρού και επί σειράν ετών δημάρχου Αχιλλέως Αστεριάδου, πατήρ δε του νυν φαρμακοποιού Αγαμ. Αστεριάδου), φορών ωραίαν φουστανέλλαν εξήλθε μετ’άλλων νέων μέχρι της παρά το Βαϊσλάρ θέσεως «Νταούλια» ή «Τσατάλη» και υπεδέχθη Λόχον, εισελθόντα και παραλαβόντα την πόλιν παρά του Διοικητού αυτή όστις μετά των λοιπών Τούρκων ανωτέρων διοικητικών υπαλλήλων διηυθύνθη διά της όπισθεν του ερειπωμένου ήδη ναΐσκου του Αγ. Βησσαρίωνος οδού (προ της νυν Γενικής Ασφαλείας) προς την γέφυραν, όπου ιππεύσας ώδευσεν εκείθεν προς τον Τύρναβον.

Εις δεξιά της αψίδος στηθείσαν εξέδραν ανέρχονται αι μαθήτριαι (υπό την διδασκάλισσαν τότε μακαρίτιδα Αμαλίαν Κ. Παπασταύρου) λευκά ενδεδυμέναι κρατούσαι μικράς σημαίας και άνθη, εις την αριστερά δε της αψίδος άλλην εξέδραν τοποθετούνται, φέροντες επί του στήθους χιαστί κυανολεύκους ταινίας και σημαίας εις τας χείρας, υπό την διδασκάλισσάν των Ζωήν Σπαούλαν καλούμενην, οι μαθηταί, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγετο και ο χαράσσων τας γραμμάς ταύτας.

Εις την πύλην καταφθάνει μετ’ ολίγον ο αοίδιμος Μητροπολίτης Νεόφυτος Πετρίδης (αποβιώσας τον Σεπτέμβριο του 1896), συνοδευόμενος του εν Τυρνάβω εξάρχου του Παναγίου Τάφου αρχιμανδρίτου Γρηγορίου Δροσινά, και σύμπαντος του ιερού της πόλεως κλήρου, όλοι φέρουν πολυτελείς στολάς.

Μετά την όπισθεν του Μητροπολίτου τοποθέτησιν του ιερού Κλήρου, προσήλθον και κατέλαβον δεξιά τούτου θέσιν πάντες οι προύχοντες Λαρισσαίοι, η στιγμή είναι ιερά, και το εθνικόν αίσθημα εκσπά εις ταχείς και ζωηρούς της καρδιάς παλμούς. Και όταν μετ’ ολίγον ο Στρατός επλησίασεν, όλοι δακρύουσιν, ενώ συγχρόνως εκσπώσιν εις ουρανομήκεις ζητωκραυγάς, εν συνεχεία των οποίων διέρχεται κατά πρώτον τμήμα ευσταλών ευζώνων, το οποίον διευθύνεται προς την μακαρίτιδα γέφυραν, προς χαιρετισμόν των τελευταίων αναχωρούντων Τούρκων.

Προηγούνται επί λευκών ίππων και με τας επισήμους στρατιωτικάς στολάς των οι αντιπρόσωποι των Δυνάμεων, ακουλουθεί η Μουσική του Στρατού, έπονται οι σαλπισταί και είτα ελαφρώς κυματίζουσα η Σημαία και ο αρχηγός της καταλήψεως Σούτσος, επί λευκού μεγαλοσώμου ίππου. Απερίγραπτος ο επικρατήσας την στιγμήν εκείνην πανζουρλισμός, φέσια κατέρυθρα ξεσκίζονται και πετώνται εις τον αέρα, οι μαθηταί και οι μαθήτριαι ζητωκραυγάζοντας υψώνουσι και κινούσι δαιμονιωδώς τας σημαίας, ρίπτοσιν άνθη, και μετ’ολίγον άδουσιν ωραίον εμβατήριον, εις την απελευθερωθείσαν Θεσσαλίαν αφιερωμένον.

Ο Στρατηγός Σούτσος κατελθών του ίππου, ασπάζεται το Ευαγγέλιον και την δεξιάν του Μητροπολίτου, η δε διδασκάλισσα Αγγελική Σκόρδα με ηχηράν φωνήν προσφωνεί τον Στρατηγόν τον οποίον και στεφανώνει δι’ εκ δάφνης στεφάνου.

Το πλήθος έξαλλον δεν παύει διατόρως ζητωκραυγάζον, οι δε κατά σειράν ιστάμενοι υδροφόροι (σακατζήδες) προσφέρουσι νερό εις τους κουρασμένους και καθίδρους στρατιώτας. Ενώ δε ο κόσμος προχωρεί συνοδεύων τον στρατόν, ακούεται διαλαλουμένη η πρώτη εκδοθείσα την ημέραν εκείνην εν τη πόλει μας εφημερίς «Αστήρ της Θεσσαλίας» γενομένη ανάρπαστος υπό του πλήθους.

Πάντες κατευθύνονται εις τον Μητροπολιτικόν Ναόν, όπου μετά την δοξολογίαν ψάλλεται υπό του καλλιφώνου πρωτοψάλτου Μιχαλάκη Γαλανίδου (πατρός του πρότινος θανόντος δικηγόρου Δημητρίου Γαλανίδου) διά πρώτην φοράν ο Πολυχρονισμός του αειμνήστου Βασιλέως Γεωργίου του 1ου. Ο Στρατός παρουσιάζει όπλα, η Μουσική ανακρούει ειδικόν εμβατήριον και ο Μητροπολίτης μετά σύντομον ενθουσιωδέστατον λόγον ζητωκραυγάζει υπέρ του Έθνους, του Στρατού του Στρατηγού Σούτσου, όστις κατόπιν διευθύνεται μετά του Επιτελείου του εις το Διοικητήριον, εις τον εξώστην του οποίου είχεν υψωθή από της προτεραίας υπερμεγέθης Σημαία».

Πηγή: eleftheria.gr

Φωτογραφία

 








Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο