Διατροφικές συνήθειες στην Ήπειρο κατά την Τουρκοκρατία

Α΄ ΜΕΡΟΣ:

Ο Αμερικανός περιηγητής, συγγραφέας, δήμαρχος Βοστόνης και φιλάνθρωπος Theodore Lyman ταξίδεψε στην Ευρώπη το 1819. Από το Μπάρι της Ιταλίας συνέχισε το ταξίδι του προς την Ελλάδα, φτάνοντας με πλοίο στην Κέρκυρα, στη συνέχεια στη Σαγιάδα ώσπου έφτασε τελικά στα Ιωάννινα. Όταν επέστρεψε στην Αμερική δημοσίευσε το 1820 τις εντυπώσεις του από το ταξίδι στην Ευρώπη, όπως επίσης κι ένα εκτενές άρθρο από την επίσκεψή του στα Ιωάννινα με τίτλο «Visit to Joannina and Ali Pasha».

Μέσα στο περιηγητικό αυτό κείμενο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι περιγραφές του για τους κατοίκους των Ιωαννίνων, τις συνήθειές τους, το ντύσιμό τους, τα φαγητά τους και γενικά λεπτομέρειες της καθημερινής ζωής.

Απρίλιος του 1819, φτάνοντας στη Σαγιάδα

Όταν έφτασαν στα παράλια της Ηπείρου, η ομάδα που συνόδευε τον Lyman βρέθηκε στο σπίτι του Αγά, όπου τους προσφέρθηκε φιλοξενία, έως ότου προετοιμαστεί το ταξίδι τους για τα Ιωάννινα. Γράφει χαρακτηριστικά ο Lyman:

«Ένας ευνούχος με πιστόλια στολισμένα με σφυρήλατο ασήμι και ένα μεγάλο μαχαίρι στη ζώνη του μάς πρόσφερε καφέ σε μεγάλα φλιτζάνια, δείγμα πατροπαράδοτης φιλοξενίας σ’ αυτούς τους τόπους. Δεν μπαίνει ποτέ κανείς σ’ ένα σπίτι καθ’ όλα σεβαστό χωρίς αυτήν την προσφορά και συνήθως προηγείται μια μικρή κουταλιά γλυκού. Η πολυτέλεια του φλιτζανιού και του κουταλιού εξαρτάται από τον πλούτο του σπιτιού» […]



Προετοιμασία για το δείπνο

«Κι ενώ γινόταν οι προετοιμασίες για την αναχώρησή μας, ο αγάς ανέλαβε να μας περιποιηθεί προσκαλώντας μας σε δείπνο. Μια μικρή ξύλινη τάβλα, γύρω στις τέσσερις ίντσες ψηλή, τοποθετήθηκε στο πάτωμα δίπλα στην καρπέτα του, γύρω από την οποία αυτός, ο γραφιάς και οι δύο υπάλληλοι του τελωνείου ετοιμάζονταν να τακτοποιηθούν. Έτσι, καταλαβαίνει κανείς ότι λίγα πράγματα μπορεί να είναι τόσο δύσκολα όσο το να φέρουν δύο Ευρωπαίοι τα πόδια τους αρκετά κοντά στο δίσκο, ώστε να γευτούν μια ικανοποιητική μερίδα φαγητού, και επίσης κάθε φορά που η διάθεση ή η άβολη στάση το επέβαλε, να τα απλώσουν σε όλο το μήκος που η φύση έχει προνοήσει να τους χαρίσει, χωρίς να αναποδογυρίσουν την τάβλα μπροστά τους ή να ενοχλήσουν τον παρακαθήμενο εισπράκτορα ή γραφιά.

Ένας ξυπόλητος σκλάβος έφερε μια λεκάνη με ένα σουρωτήρι προσαρμοσμένο μέσα σ’ αυτή και με τη σειρά έριξε νερό στα χέρια κάθε ατόμου. Οι Αλβανοί μας έπλυναν τα στόματά τους, τα χέρια και τα μουστάκια τους προσεκτικά, λεπτομέρεια που δεν ενοχλείται κάποιος που γνωρίζει τον τρόπο με τον οποίο επρόκειτο να δοθεί το δείπνο. Ο μαύρος ευνούχος, προφανώς ο επικεφαλής για όλες τις οικιακές δουλειές, εμφανίστηκε στην αρχή με ένα μικρό πιάτο με λίγα ξεραμένα σύκα. Έκοψε ένα πορτοκάλι σε μικρές φέτες, πασπάλισε ζάχαρη με τα δάχτυλά του πάνω σε κάθε μία και μετά, με ένα πάρα πολύ ικετευτικό ύφος, το πρόσφερε γύρω από την τάβλα. Ένα άλλο ξυπόλητο αγόρι, βρόμικο σε έσχατο βαθμό, μοίρασε σε όλους ένα δυνατό ποτό, απόσταγμα από τους σπόρους του γλυκάνισου, σε όλους από το ίδιο ποτήρι. Επιθυμώ να είμαι δίκαιος με τη φιλοξενία του αγά και την ευγένεια του ευνούχου, αλλά πρέπει να αναλογιστεί κάθε αμερόληπτος άνθρωπος ότι η αρχή του συμποσίου δεν μπορεί να είναι πολύ ενθαρρυντική, όταν κάθε άντρας πίνει από το ίδιο ποτήρι και τρώει από τα ίδια δάχτυλα. Αλλά αυτή είναι μια συνήθεια της χώρας.

Αφότου ιδρύθηκε η οθωμανική αυτοκρατορία, ο Σουλτάνος όπως και ο τελευταίος παντοφλάς έτρωγε πάντα με τα δάχτυλα. Ξαναφέρνω στο νου μου τη συνομιλία μου λίγες ημέρες μετά για το θέμα αυτό με τον πρίγκιπα Χαντζερή στα Ιωάννινα, έναν από τους διερμηνείς του πασά. Μου είπε ότι η Αυτού Εξοχότης χρησιμοποιούσε ένα κουτάλι ή τα δάχτυλά του, σύμφωνα με το καπρίτσιό του ή το είδος της τροφής. Φαγητά της κατσαρόλας, ραγού και παρόμοια τα έτρωγε με κουτάλι, αλλά αρνίσια μπούτια, ψητές γαλοπούλες, πουλερικά και όλα τα στερεά είδη τροφής τα έτρωγε με τα δάχτυλα.

Τα φαγητά

Το κύριο δείπνο μας ήταν αρνί, κομμένο σε μικρά κομμάτια ή όπως το αποκαλεί ο Sandys (Άγγλος ποιητής και συγγραφέας) “Little gobbets, pricked on a prog of iron” και τοποθετημένα πάνω στη φωτιά, βραστό ψάρι, μεγάλα κομμάτια από άσπρο τυρί –προφανώς φέτα– και ρυζόγαλο. Ο ευνούχος που δεν αγνοούσε παντελώς τους τρόπους άλλων εθνών, είχε μοιράσει στον καθένα μας ένα ξύλινο πιάτο, πάνω στο οποίο ο αγάς σώριασε μια μεγάλη ποσότητα ψαριού και άλλα είδη, και στη συνέχεια αυτοσερβιρίστηκε με τα δάχτυλά του ένα κομμάτι αρνιού. Και μετά απ’ αυτόν οι Αλβανοί αμέσως έχωσαν τα δάχτυλά τους μέσα στο δίσκο που προτιμούσαν, μούσκεψαν το ψωμί τους με τη σάλτσα και συνέχισαν να τρώνε με μεγάλη ζωντάνια και όρεξη. Ένας σκλάβος στάθηκε στο πλάι με ένα μεγάλο ξύλινο δοχείο κρασί και μόνο μία κούπα, που τη γέμιζε συνεχώς για τους καλούς μουσουλμάνους.

Καθώς αυτού του είδους οι Αλβανοί συνήθως ήταν από τη φύση τους εγκάρδιοι, ήταν ικανοί να αρπάξουν μια ολόκληρη χούφτα από το τυρί και να το απιθώσουν στο πιάτο κάποιου με μια έκφραση, σαν να σκέφτονταν ότι τιμούσαν τους καλεσμένους τους και τον τόπο τους επίσης. Η τάβλα τραβήχτηκε σε συνέχεια σε μια γωνιά και ενώ τα ξυπόλητα αγόρια έριχναν άφθονο νερό έξω για μια ακόμη ιεροτελεστική πλύση, ο ευνούχος σαν ένας πιστός οικονόμος με επιμέλεια έβαλε μέσα σ’ ένα μεγάλο σακί ό,τι είχε απομείνει μετά το δείπνο» […] (Συνεχίζεται)

Φωτογραφία

 








Επιμέλεια: Ε. Μακρή

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο