Βαλκανικοί πόλεμοι: η περίπτωση της Κορυτσάς

Τον Οκτώβριο του 1912 οι χώρες των Βαλκανίων, Ελλάδα, Σερβία, Βουλγαρία και Μαυροβούνιο, συνασπίστηκαν και κήρυξαν πόλεμο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Καθώς οι συμμαχικές δυνάμεις άρχισαν να περικυκλώνουν και να νικούν τις τουρκικές δυνάμεις στην περιοχή της σημερινής Αλβανίας, οι Αλβανοί κήρυξαν με τη σειρά τους την Ανεξαρτησία της Αλβανίας στις 28 Νοεμβρίου 1912. Ο Ισμαήλ Κεμάλ σχημάτισε προσωρινή κυβέρνηση με επτά υπουργούς μουσουλμάνους και χριστιανούς και κοινοποίησε το γεγονός του νέου κράτους στην Κωνσταντινούπολη και στις Μεγάλες Δυνάμεις.

 Οι τρεις δυνάμεις Τουρκία, Ιταλία και Αυστροουγγαρία είχαν βοηθήσει μυστικά τον Κεμάλ στην κήρυξη της ανεξαρτησίας για τα δικά τους συμφέροντα. Μάλιστα, ένα μήνα μετά την 31η Δεκεμβρίου του 1912, η Ιταλία και η Αυστροουγγαρία υπέγραψαν μυστική συμφωνία για το διαμοιρασμό της Αλβανίας σε σφαίρες επιρροής, ενέργεια, η οποία επαναβεβαιώθηκε στη Ρώμη με την σύμβαση στις 8-5-1913.

29 Νοεμβρίου, 1912: Ο ελληνικός στρατός επιχειρεί να καταλάβει την Κορυτσά

Μετά την κατάληψη της Καστοριάς, 10 Νοεμβρίου 1912, οι ελληνικές δυνάμεις κινήθηκαν προς τα βόρεια και ένα τμήμα του ελληνικού στρατού προέλασε πιο βαθιά, με σκοπό να παγιδέψει τους Τούρκους της Κορυτσάς. Όμως, δεν πρόλαβε. Ο κύριος τουρκικός όγκος, περίπου 40.000 άνδρες, κατέβαινε στα Γιάννενα, όταν οι Έλληνες ολοκλήρωσαν την κύκλωση. Οι πολιορκημένοι προσπάθησαν έξοδο, στις 29 Νοεμβρίου, αλλά αποκρούστηκαν. Την ίδια στιγμή, λοιπόν, που οι Αλβανοί ανεκήρυτταν την ανεξάρτητη Αλβανία, ο ελληνικός στρατός επιχειρούσε να καταλάβει την Κορυτσά και πολεμούσε τους Τούρκους υπερασπιστές της. Την επόμενη βδομάδα, ο ελληνικός στρατός ξεκίνησε την εκκαθάριση των τουρκικών εστιών αντίστασης στην περιοχή. Στις 6 Δεκεμβρίου του 1912, ένα ελληνικό απόσπασμα μπήκε τελικά στην Κορυτσά και την ελευθέρωνε. Στις 7 Δεκεμβρίου, οι εκεί επιχειρήσεις είχαν τελειώσει.

Στις 7 Δεκεμβρίου 1912 ώρα 6:00, ο ελληνικός στρατός μπήκε απελευθερωτής στην Κορυτσά και μέσα σε συγκινητικές εκδηλώσεις των κατοίκων υψώθηκε στο Διοικητήριο της πόλεως η ελληνική σημαία. Ο Διάδοχος Κωνσταντίνος, προκειμένου να αποκλείσει την Κορυτσά, απέστειλε στην περιοχή την 3η, 4η και 6η μεραρχία. Οι Τούρκοι, φοβισμένοι από τον αποκλεισμό τους, αρχικά επιχείρησαν έξοδο, αργότερα όμως υποχώρησαν προς την κατεύθυνση των Ιωαννίνων.

Έγινε τελικά σκληρή μάχη της 3ης Μεραρχίας με τουρκικές δυνάμεις και η Κορυτσά της Βορείου Ηπείρου απελευθερώθηκε τελικά στις 7 Δεκεμβρίου 1912. Έτσι, ήταν ελεύθερος ο δρόμος του Ελληνικού στρατού προς τα Ιωάννινα.

Επιστολικό δελτάριο. Διαστ. 137Χ87 χιλ

Επιστολικό δελτάριο. Διαστ. 137Χ87 χιλ. Εκδόθηκε από τον F. Caloutas στη Σύρο.

Στο επίσημο τηλεγράφημα διαβάζουμε:

«Την 6ην τρέχοντος μέρος στρατού υπό τας διαταγάς του στρατηγού κ. Δαμιανού κατέλαβεν κατόπιν μάχης την Κορυτσάν. Ο στρατός προχώρησε δια τριών οδών. Η 6η Μεραρχία ακολούθησεν την μεγάλην οδον, η 5η την οδόν Βρανίτσας Πλιάσας και η 3η την οδό «Μπαμπά Καλύβα». Ο Τουρκικός στρατός φεύγει εν αταξία προς νότον».

Ένα χρόνο αργότερα, στις 4 Δεκεμβρίου του 1913, η πόλη παραδινόταν μαζί με ολόκληρη τη Βόρεια Ήπειρο στο νέο κράτος της Αλβανίας.

Το πρωτόκολλο του Λονδίνου

Κατά το διάστημα των προελάσεων του ελληνικού στρατού και της απελευθέρωσης του μεγαλύτερου μέρους της Βορείου Ηπείρου, οι Μεγάλες δυνάμεις με το πρωτόκολλο του Λονδίνου (17/30) Μαΐου 1913 υπέγραψαν την απόφαση για τη δημιουργία ανεξάρτητου αλβανικού κράτους. Κι ενώ ο ελληνικός στρατός αγωνίστηκε συντρίβοντας τα τουρκικά στρατεύματα και απελευθέρωσε τα περισσότερα ηπειρωτικά εδάφη, συνέβη το παράδοξο φαινόμενο στην ευρωπαϊκή ιστορία: με την πίεση της Ιταλίας και της Αυστρίας εκμηδενίστηκαν οι νίκες του.

Οι αντιπρόσωποι της Αυστροουγγαρίας και της Ιταλίας είχαν μαζί τους χάρτη που ήταν χαραγμένα τα σύνορα, όπως είναι σήμερα αλλά βάζοντας και την περιοχή της Κόνιτσας στην αλβανική κυριαρχία. Κριτήριο για την χάραξη των συνόρων θα ήταν η γλώσσα των εθνοτήτων της περιοχής και όχι η εθνική συνείδηση που είναι παγκοσμίως παραδεκτή. Πάνω σ’ αυτό το πλάνο σχεδίου κινήθηκε η επιτροπή των δύο, που κατά την Τριπλή Συμμαχία συμφωνούσε και ο αντιπρόσωπος της Γερμανίας. Αυτή τη γνώμη προσπαθούσαν να επιβάλουν και στους υπολοίπους αντιπροσώπους για να επιτευχθεί η χάραξη των συνόρων λίγους μήνες αργότερα με το Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας.

Η κατάσταση στην Κορυτσά μετά την απελευθέρωση

Η Κορυτσά, θρυλική πρωτεύουσα του ελληνισμού της Δυτικής Μακεδονίας και Βορείου Ηπείρου, ήταν ο πρώτος σταθμός της περίφημης Επιτροπής που μαζί με τη συναίνεση των Μεγάλων Δυνάμεων έθεσαν την ταφόπετρα στα δίκαια των κατοίκων της. Στην Κορυτσά, τη μικρή Αθήνα του βορρά, συστάθηκαν επιτροπές «Ἐθνικῆς Ἀμύνης», οι οποίες οργάνωναν αγώνα για να εισακουσθούν τα δίκαιά τους στην Επιτροπή των αντιπροσώπων της Ευρώπης.

Η πόλη της Κορυτσάς βρισκόταν σε αναστάτωση για το μέλλον της και γι’ αυτό αντιπροσωπεία της υπό τον Ιω. ∆άρδα και Ιωσ. Αδαμίδη, δικηγόρους ως πληρεξούσιους της Κοινότητος Κορυτσάς, επέδωσε υπομνήματα στην πρεσβευτική Διάσκεψη του Λονδίνου.

Μία ακόμη αντιπροσωπεία εκπροσωπούσε την Κορυτσά, Μοσχόπολη και Κολώνια αποτελούμενη από τους: 1. Δάρδα Χαρ. γιατρό 2. Γκίνη Εφρ. επιθεωρητή σχολείων 3. Μαχμούτ Βέη Πόγιανη (μουσουλμάνος) 4. Ενός χότζα αντιπροσώπου του Μουφτή Κορυτσάς (Θρησκευτικός Ηγέτης) 5. Βαλαούρη Σταυράκη 6. Βαλαούρη Ιωάννη 7. Προντάνη Πέτρο (Από Ερσέκα) 8. Αβδουλλάχ Βέη Κολώνιας 9. Κυριακίδη Χρήστο. Τα μέλη αυτής της αντιπροσωπείας, στις 13-4-1913, παρουσιάστηκαν στους Προξένους των Μεγάλων Δυνάμεων στη Θεσσαλονίκη, διαμαρτυρήθηκαν για την υπαγωγή της πατρίδας τους στην Αλβανία και ζήτησαν την ένωση με την Ελλάδα.

Καθημερινά συλλαλητήρια συγκροτούνταν παντού, ιδιαίτερα στην Κορυτσά, και εκδίδονταν ψηφίσματα μαζί με τα τηλεγραφήματα των Ηπειρωτών της μεγάλης παροικίας της Αιγύπτου. Ακόμη, πολλοί φιλέλληνες Ευρωπαίοι δημοσιογράφοι στήριξαν τα δίκαια των Ηπειρωτών, όπως ο C. Vellay, G. Bourdon, ο Κλεμανσώ, ο De Zensen, ο Moreoy, ο Tschenser, Rene Puaux, κ.ά. Μάλιστα, μερικοί απ’ αυτούς επισκέφτηκαν την Κορυτσά.

Όμως οι Μεγάλες Δυνάμεις ήταν αποφασισμένες να παραχωρηθεί η Κορυτσά στην Αλβανία, ενώ παράλληλα προειδοποίησαν την Ελλάδα να μην φέρει προσκόμματα στην απόφαση αυτή. Και όταν η Επιτροπή Αντιπροσώπων έφτασε στην Κορυτσά μόνο για λίγο, ο λαός της Κορυτσάς εμπόδισε την Επιτροπή να αναχωρήσει. Αφού οι κάτοικοι κύκλωσαν τα μέλη της Επιτροπής, με παρακλήσεις προσπάθησαν να τους πείσουν να μείνουν έστω μια ημέρα παραπάνω για να σχηματίσουν γνώμη για τα φρονήματά τους.

Δραματικές σκηνές εκτυλίχθηκαν και όταν οι δύο αντιπρόσωποι Ιταλίας και Αυστρίας επιχείρησαν να διαφύγουν με τα άλογά τους χωρίς τις αποσκευές τους, αλλά εμποδιστήκαν από τον ασφυκτικό κλοιό του πλήθους. Έτσι, οδηγήθηκε όλη η Επιτροπή στο Διοικητήριο. Τότε μπροστά από το Διοικητήριο έκανε παρέλαση η μαθητιώσα νεολαία, πάνω από 2.500 μαθητές και μαθήτριες, κρατώντας ελληνικές σημαίες και τραγουδώντας πατριωτικά θούρια. Οι ξένοι αντιπρόσωποι έμειναν έκπληκτοι αλλά μεγαλύτερη εντύπωση τους έκανε ο αριθμός των ένοπλων κατοίκων, περί τους χιλιάδες που παρέλασαν μπροστά τους. Τελικά, την νύχτα έφυγαν κρυφά οι δύο αντιπρόσωποι της Ιταλίας και Αυστρίας για την Ερσέκα και μια μέρα αργότερα αναχώρησαν και τα υπόλοιπα μέλη της Επιτροπής, αφού πρώτα επισκέφτηκαν τον Μητροπολίτη Κορυτσάς. Σύμφωνα με την Ελληνική Εθνική απογραφή του 1913, στον Καζά Κορυτσάς κατοικούσαν 32.873 Έλληνες και 35.807 Αλβανοί.

Στην Ερσέκα

Στην Ερσέκα έφθασε η Επιτροπή την επόμενη ημέρα όπου και εκεί συνάντησε το ίδιο φαινόμενο με συγκεντρώσεις, παρέλαση άνω των 1.000 ενόπλων και το πλήθος της μαθητιώσας νεολαίας να παρελαύνει τραγουδώντας πατριωτικά άσματα.

Είκοσι δύο ημέρες παρέμεινε η Επιτροπή και απέφυγε να επισκεφθεί μουσουλμανικά χωριά, γιατί φοβόταν εκδηλώσεις υπέρ της ένωσής τους με την Ελλάδα. Επισκέφθηκε μόνο έξι ελληνικά (χριστιανικά) χωριά. Είχε ήδη υποβληθεί υπόμνημα του Μουφτή της Κολώνιας και των 23 Βέηδων από 40 μουσουλμανικά χωριά και παρουσιάστηκε στον Πρόεδρο της Επιτροπής, επιτροπή μουσουλμάνων της περιοχής Κολώνιας. Με το υπόμνημα ζητούσαν να παραμείνουν ενωμένοι με την Ελλάδα όπου τους «φέρονταν μέ δικαιοσύνη καί γνώρισαν τί σημαίνει ἐλευθερία» και ότι η θέληση των κατοίκων ήταν «νά ζήσουν στήν Ἑλλάδα».

Οι μεγαλειώδεις συγκεντρώσεις στην Κορυτσά και στην Ερσέκα, οι προσπάθειες διαστρεβλώσεως της ιστορίας εκ μέρους των μελών της Τριπλής Συμμαχίας αντιπροσώπων Ιταλίας, Αυστροουγγαρίας, Γερμανίας, οι αντεγκλήσεις των υπολοίπων αντιπροσώπων της Διεθνούς Επιτροπής, οι αντιδράσεις των αντιπροσώπων της Γαλλίας, Αγγλίας, Ρωσίας να ζητούν πληροφορίες από τους Έλληνες, να αντιμετωπίζουν τους υπόλοιπους, να εμπιστεύονται τις πληροφορίες τους στον Ξεναγό τους ίλαρχο Β. Μελά, βρίσκονται σε αναφορές προς το Υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδας.

Οι αντιπρόσωποι της Διεθνούς Επιτροπής δεν είχαν ως μέλημα απλά να καθορίσουν τα σύνορα, αλλά  αυτό ήταν μόνο το πρόσχημα. Όλα ήταν προαποφασισμένα από τις κυβερνήσεις των Μεγάλων Δυνάμεων, που ήθελαν ένα βιώσιμο κράτος της Αλβανίας.

Η αποχώρηση του ελληνικού στρατού

Μετά την υπογραφή του Πρωτοκόλλου της Φλωρεντίας, 17-12-1913, αναγνωρίστηκε η ανεξαρτησία της Αλβανίας και οι Μεγάλες Δυνάμεις διόρισαν βασιλέα των Αλβανών τον πρίγκιπα Γουλιέλμο του Βηδ, αξιωματικό του γερμανικού στρατού, ο οποίος αποδέχθηκε τη θέση. Ο ελληνικός στρατός όφειλε να αποχωρήσει από τη Βόρειο Ήπειρο που επικυρώθηκε στην Αλβανία. Η αποχώρηση δεν ήταν εύκολη παρά την καλή θέληση της ελληνικής κυβέρνησης. Η κατάσταση στην Αλβανία ήταν έκρυθμη και τίποτα δεν έπειθε για την ειρήνη και την ασφάλεια των κατοίκων. Αν και είχε ανατεθεί στην ολλανδική αποστολή η οργάνωση της αλβανικής χωροφυλακής, οι Τουρκαλβανοί κάτοικοι των περιοχών της Βορείου Ηπείρου οργάνωναν ένοπλα τμήματα, για να πάρουν εκδίκηση με την αποχώρηση του ελληνικού στρατού. Μέχρι και Βούλγαροι Κομιτατζήδες είχαν αποσταλεί στην Αλβανία για να τεθούν επικεφαλής αλβανικών σωμάτων. Η Ιταλία από την άλλη βοηθούσε να εκριζωθεί από τους Αλβανούς το ελληνικό στοιχείο, ενισχύοντάς τους με άφθονο υλικό και χρήματα.

Πηγές:

Ο ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΚΟΡΥΤΣΑΣ

averoph.wordpress.com

Ο ελληνικός στρατός στην Κορυτσά

el.wikipedia.org

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΒΑΛΚΑΝΙΚΩΝ ΠΟΛΕΜΩΝ BALKAN WARS 1912-1913