Το μέλλον της ζωής στο σύμπαν βρίσκεται στα χέρια της Αστροβιολογίας

Βιοαστρονομία, Αστροβιολογία ή Εξωβιολογία είναι ο διεπιστημονικός κλάδος που εξετάζει το ζήτημα της ύπαρξης ζωής πέρα από τη Γη, δηλαδή εξωγήινης ζωής, και ασχολείται με την αναζήτησή της. Για να το κάνει αυτό απαιτείται να γνωρίζει τις θεμελιώδεις έννοιες για τη ζωή και το κατάλληλο περιβάλλον που χρειάζεται η ζωή για να υπάρχει. Η βιοαστρονομία σχετίζεται άμεσα τόσο με τη βιολογία όσο και με τη γεωλογία και με την πλανητολογία, κλάδο της αστρονομίας. Απαιτεί λοιπόν διεπιστημονική έρευνα.
Η επιστήμη της Αστροβιολογίας δημιουργήθηκε στο τέλος της δεκαετίας του ’50 μετά από λεπτομερείς παρατηρήσεις διαπρεπών τότε αστρονόμων που έκαναν στον πλανήτη Άρη εκ των οποίων υπήρξαν υποθέσεις για την ύπαρξη κάποιας μορφής ζωής. Η Διεθνής Αστρονομική Ένωση (IAU) περιλαμβάνει από το 1982 την επιστημονική «Επιτροπή 51» με τίτλο «Βιοαστρονομία», πράγμα που τη «νομιμοποιεί» και ως κλάδο της αστρονομίας.



Είναι λοιπόν ο κλάδος της αστρονομίας που αγκαλιάζει τις προσπάθειες που γίνονται για να βρούμε τους ενδεχομένως κατοικημένους πλανήτες πέρα από το ηλιακό μας σύστημα, την εξερεύνηση του Άρη και των εξωτερικών πλανητών, τις εργαστηριακές έρευνες για την προέλευση και εξέλιξη της ζωής, καθώς και τις μελέτες για τη δυνατότητα της ζωής να προσαρμοστεί στις μελλοντικές προκλήσεις, και στη Γη και στο διάστημα. Επίσης στο να βρούμε πως άρχισε η ζωή στη Γη, ποιοι είναι οι προορισμοί της, πως θα εξελιχθεί και το μέλλον της ζωής στο Σύμπαν.
Στο σημείο αυτό να αναφερθεί ότι παράλληλα κάποιες από τις διαστημικές αποστολές σε άλλους πλανήτες περιλάμβαναν διάφορα βιολογικά πειράματα. Το πιο γνωστό πείραμα έφεραν οι αμερικανικές διαστημοσυσκευές Viking, που προσεδαφίστηκαν στον Άρη το 1975. Χρησιμοποιήθηκε ένα τριπλό πείραμα, που χρησιμοποίησε συνδυασμούς γήινου και αρειανού εδάφους και αέρα μαζί με θρεπτικά συστατικά. Τα αποτελέσματα κατά πάσα πιθανότητα αποκλείουν την ύπαρξη μικροβιακής ζωής στον Άρη, ωστόσο έχουν αμφισβητηθεί κατά καιρούς.
Οι Αστροβιολόγοι βασιζόμενοι σε υπολογισμούς (περισσότερο στατιστικούς και αναπόδεικτους ακόμη) προσδιορίζουν σε 150.000 τους πλανήτες του Γαλαξία στους οποίους υπάρχουν συνθήκες ικανές για την ανάπτυξη ζωής. Η ανακάλυψη ολοένα και περισσότερων εξωηλιακών πλανητών και η μελέτη, όταν οι δυνατότητες το επιτρέψουν, της χημείας τους θα δώσει μια πιο καθαρή εικόνα για τη στατιστική πιθανότητα ανάπτυξης ζωής σε άλλους πλανήτες.
Η πρόοδος της επιστήμης στη κατάκτηση του διαστήματος καθιστά τον κλάδο αυτό συνεχώς ανερχόμενο.

Επιμέλεια: Θεοδώρα Ζώη