Ασθένειες δασικών δένδρων στην Ελλάδα: η περίπτωση της φτελιάς και της καστανιάς

Με αφορμή πρόσφατη δημοσίευση για τη νόσο των πλατάνων, αναγνώστης της σελίδας έγραψε πως θα χαθούν και τα πλατάνια όπως χάθηκαν τα καραγάτσια και οι καστανιές.

Ποια είναι τα καραγάτσια

Καραγάτσι είναι η τουρκική ονομασία για τη φτελιά, το αυτοφυές φυλλοβόλο δέντρο που ανήκει στο γένος Ulmus, που το ξύλο του είναι περιζήτητο. Η φτελιά χαρακτηρίζεται από φύλλωμα πυκνό βαθυπράσινο με παρυφή διπλή οδοντωτή και με βάση έντονα ασύμμετρη.

Από την κλασική εποχή μέχρι σήμερα, η φτελιά χρησιμοποιούταν στη ναυπηγική καθώς μαζί με τη δρυ αποτελούν ένα από τα δύο βασικά είδη σκληρής ξυλείας για την κατασκευή του σκελετού των καραβιών. Ο Θεόφραστος παραδίδει στο έργο του «Περί φυτών αιτιών» πως τα εσωτερικά τμήματα των εμπορικών πλοίων και oι πλώρες των τριηρών κατασκευάζονταν από ξύλο φτελιάς. Για αιώνες επίσης τo Βρετανικό Ναυτικό χρησιμοποιούσε την ξυλεία φτελιάς για την κατασκευή των καρίνων των καραβιών. Όλα τα μεγάλα καΐκια κατασκευασμένα στην Ελλάδα πριν τη δεκαετία του ’50 που υπάρχουν ακόμα, έχουν τα στραβά τους, τα μπρατσόλια τους, όπως και όλα τα βασικά στοιχεία του σκελετού, από ξύλο φτελιάς. Καράβια για λίμνες και ποταμούς επίσης, όπως στην Ελλάδα τα χαρακτηριστικά καράβια της Καστοριάς, κατασκευάζονται από ξύλο φτελιάς.

Η εμφάνιση της «Oλλανδικής ασθένειας» της φτελιάς

Δύο πανδημίες της «ολλανδικής ασθένειας» (γραφίωσης) της φτελιάς σημειώθηκαν στην Ευρώπη, στη Β. Αμερική και στη Νοτιοδυτική Ασία τον 20ο αιώνα, από μύκητες του γένους Ophiostoma, οι οποίοι προκαλούν αδρομύκωση.



Η πρώτη πανδημία, που προκλήθηκε από το μύκητα Ophiostoma ulmi (αυτόχθον είδος της Ανατολικής Ασίας) εμφανίστηκε στη Βορειοδυτική Ευρώπη στη δεκαετία του 1910 και εξαπλώθηκε σε όλη σχεδόν την Ευρώπη και την Ασία. Στη συνέχεια, στο τέλος της δεκαετίας του 1920, το παθογόνο εισέβαλε στις Ανατολικές ΗΠΑ µε ξυλεία που μεταφέρθηκε από την Ευρώπη.

Η δεύτερη πανδημία ξεκίνησε στη δεκαετία του 1940 σε Ευρώπη και Β. Αμερική από ένα νέο είδος το Ophiostoma novo-ulmi, το οποίο παρουσιάζει μεγαλύτερη παθογόνο δύναμη από το αρχικό. Αναγνωρίστηκαν δύο διαφορετικές φυλές (strains) αυτού του μύκητα, που στη συνέχεια χαρακτηρίστηκαν ως διαφορετικά υποείδη: O. novo-ulmi ssp. nono-ulmi στην Ευρώπη και την Ασία και O. novo-ulmi ssp. americana στη Β. Αμερική, το οποίο στη δεκαετία του 1960 μεταδόθηκε και στη Μ. Βρετανία.

Ο απολογισμός της δεύτερης πανδημίας είναι τραγικότερος της πρώτης. Στην Ευρώπη έχουν καταστραφεί από την ασθένεια τα περισσότερα από τα δένδρα φτελιάς (Ulmus spp.) που υπήρχαν. Μόνο στη Μ. Βρετανία υπολογίζεται ότι νεκρώθηκαν περισσότερα από 30 εκατομμύρια δένδρα. Παράλληλα, στη Β. Αμερική, όπου οι καταστρεπτικές συνέπειες της ασθένειας ήταν μεγαλύτερες, νεκρώθηκαν εκατοντάδες εκατομμύρια δένδρων φτελιάς.

Στην Ελλάδα, η ασθένεια καταγράφηκε για πρώτη φορά το 1968 σε περιοχές της Μακεδονίας και στη συνέχεια εξαπλώθηκε σε ολόκληρη τη χώρα, αφανίζοντας κυριολεκτικά τα δένδρα φτελιάς σε φυσική εξάπλωση και αυτά που είχαν χρησιμοποιηθεί ως καλλωπιστικά.

Οι καστανιές

Η καστανιά είναι πανάρχαιο δέντρο όπως αποδεικνύεται από διάφορα ευρήματα της Εποχής του χαλκού. Ήταν η τροφή των φτωχών κατά το Μεσαίωνα. Οι καστανιές είναι μεγάλα δέντρα συνήθως και το ύψος τους μπορεί να φτάσει τα 35 μέτρα. Είναι είτε αυτοφυή είτε καλλιεργούνται για τους νόστιμους καρπούς τους και για την καλή σε ποιότητα ξυλεία τους αλλά και ως καλλωπιστικά σε διάφορα πάρκα.

Η ασθένεια του έλκους της καστανιάς

Η ασθένεια του έλκους της καστανιάς, που προκαλείται από το μύκητα Cryphonectria (Endothia) parasitica, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα μαζικής καταστροφής αυτοχθόνων δασών από ένα εισβάλλον είδος παθογόνου. Ο C. parasitica θεωρείται ιθαγενές είδος της Ανατολικής Ασίας και εισήχθη στη Βόρειο Αμερική στο τέλος του 19ου αιώνα από την Ιαπωνία, µε πολλαπλασιαστικό υλικό του ιαπωνικού είδους καστανιάς Castanea crenata, το οποίο είναι ανθεκτικό στην ασθένεια.

Από το 1904 που καταγράφηκε η ασθένεια στην αμερικανική ήπειρο μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα, το παθογόνο κυριολεκτικά αφάνισε το αυτόχθον είδος καστανιάς της Β. Αµερικής Castanea dentata σε όλη τη φυσική του εξάπλωση. Από τη Β. Αμερική το παθογόνο διαδόθηκε στην Ευρώπη, όπου καταγράφηκε για πρώτη φορά το 1938 στην Ιταλία και το 1963 βρέθηκε στη Ελλάδα, σε φυσικές συστάδες καστανιάς στην περιοχή Πηλίου.

Το παθογόνο βαθμιαία εξαπλώθηκε σε όλες σχεδόν τις περιοχές της χώρας όπου υπάρχουν καστανοδάση και καστανεώνες, δημιουργώντας τεράστιες καταστροφές. Παρόλο που η ασθένεια έχει δημιουργήσει μεγάλες ζημιές στα δάση και τις καλλιέργειες καστανιάς στην Ευρώπη, το ευρωπαϊκό είδος καστανιάς Castanea sativa έχει μικρότερη ευπάθεια σε σχέση µε το αμερικανικό είδος καστανιάς και η εξέλιξη της ασθένειας δεν πήρε τις δραματικές διαστάσεις που σημειώθηκαν στη Β. Αμερική.

Ένας άλλος παράγοντας που μετρίασε την ένταση της ασθένειας στην Ευρώπη ήταν η εμφάνιση υπομολυσματικών στελεχών του μύκητα, τα οποία έχουν διαδοθεί µε φυσικό και τεχνητό (βιολογική αντιμετώπιση) τρόπο.

el.wikipedia.org

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΦΥΤΟΠΑΘΟΛΟΓΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ

el.wikipedia.org

Φωτογραφία 1

Φωτογραφία 2 





 





Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο